7.7 C
Litochoro
Κυριακή, 25 Ιανουαρίου, 2026

Winter Makalu 2026, χρονικό μιας μοιραίας ανάβασης

Καθώς πλέον τα γεγονότα της 15ης Ιανουαρίου στο Makalu ξεμάκρυναν σε πρώτο επίπεδο και οι προσπάθειες έρευνας σταμάτησαν αμετάκλητα, έρχονται στο φως νέες λεπτομέρειες για τα πριν και τα μετά του γεγονότος, που στοίχισε τη ζωή δύο ορειβατών! Μόλις χθες δε, η εταιρεία Makalu Adventure, επίσημος διοργανωτής (outfitter επί το ακριβέστερον), προέβη δια του προέδρου της Mohan Lamsal σε επίσημη ανακοίνωση με όλες τις λεπτομέρειες που θα περίμενε η κοινή γνώμη της ορειβασίας.

Στο μεταξύ όμως, βγαίνουν στην επιφάνεια και παράπλευρα γεγονότα, που αναδεικνύουν τον ανταγωνισμό που σοβεί στον χώρο της εμπορικής ορειβασίας στο Νεπάλ ή τουλάχιστον που ως τέτοιος προβάλλεται από τα media. Όπως ήδη γνωρίζαμε, τις ίδιες ημέρες μια άλλη αποστολή βρισκόταν στις πλαγιές του Makalu, ακριβώς πίσω από την μοιραία Makalu Adventure, για απόπειρα χειμερινής ανάβασης. Επρόκειτο για την ομάδα της AltiPro Adventures, Νεπαλέζικη κι αυτή και μάλιστα νεότευκτη στη διαρκώς μεγεθυνόμενη ορειβατική αγορά του Νεπάλ. Να σημειώσω, ότι η 5μελής αποστολή της AltiPro αποτελούταν από πέντε νεαρά μέλη, με αρχηγό τον Mingma Dorji Saila Mingma, όλα τους όμως με προηγούμενη μεγάλη επαγγελματική εμπειρία και όλους να έχουν καταγωγή από την περιοχή του Makalu. Ήθελαν να δώσουν μια δυναμική ώθηση στην νεότευκτη επιχείρησή τους, με μια σοβαρή χειμερινή ανάβαση στο διαμάντι του τόπου τους.  Όταν όμως τα μέλη της Alpipro πληροφορήθηκαν τι συνέβη πιο πάνω από τον Sanu που επέστρεφε, αποφάσισαν να οπισθοχωρήσουν στο Base Camp.

Όπως αναφέρει στο Explorers Web ο Saila Mingma αρχηγός της ομάδας της AltiPro, «…δεν μας ανατέθηκε ή ζητήθηκε. Η εμπλοκή μου (στο συμβάν) βασίστηκε καθαρά σε ανθρωπιστικά κίνητρα και οικογενειακή ευθύνη, όχι σε μια συναλλακτική υποχρέωση…» και πιο κάτω «…η μόνη επικοινωνία που είχαμε ήταν ανεπίσημη, να παραμείνουμε σε συναγερμό, μήπως παρατηρήσουμε τριγύρω κάποιο ίχνος (του Ιρανού ορειβάτη). Ωστόσο, οι καιρικές συνθήκες ήταν υπερβολικά κακές, με δυνατούς ανέμους και χαμηλή ορατότητα, οπότε ενώ ψάχναμε για το σώμα του Phurba, ήταν αδύνατο να δούμε οποιοδήποτε ίχνος του Ιρανού ορειβάτη».

Από εκεί και πέρα, η επίσημη ανακοίνωση της Makalu Adventure δίνει πολύτιμες λεπτομέρειες, κυρίως για τις προσπάθειες έρευνας και ανάκτησης του νεκρού συντρόφου τους Phurba. Δυστυχώς αυτό δεν κατέστη δυνατόν και όπως αντιλαμβάνομαι από τα λεγόμενα του Saila Mingma της AltiPro, που συμμετείχε στις προσπάθειες αλλά και από το περιεχόμενο της ανακοίνωσης της Makalu Adventure, οι ορειβάτες δεν κατάφεραν καν να εντοπίσουν το ακριβές σημείο που βρίσκεται το σώμα του άτυχου Phurba, ο οποίος αφήνει πίσω του οικογένεια με δύο μικρά παιδιά.

Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του διευθυντή της Makalu, Mohan Lamsal, τα γεγονότα ήταν και πάλι κάπως διαφορετικά από όσο πληροφορηθήκαμε αρχικά. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα της ανακοίνωσης :

«…Σύμφωνα με τον Sanu Sherpa και τον Lakpa Rinjin Sherpa: Κατά την κατάβαση από την κορυφή, ο Lakpa προηγούνταν μεταξύ των τεσσάρων ορειβατών. Ο Phurba ήταν δεύτερος και περίπου 4-5 λεπτά πίσω τους ήταν ο Abolfazl στην τρίτη θέση θέση, με τον Sanu στο πίσω μέρος. Κάποια στιγμή, ο Lakpa άκουσε έναν ήχο και γύρισε πίσω για να δει ότι ο Phurba έπεφτε ήδη. Λίγα λεπτά αργότερα, έφτασαν ο Abolfazl και ο Sanu. Ο Sanu λέει ότι ο Lakpa έκλαιγε και έλεγε ότι ο Phurba είχε πέσει. Ο Sanu πανικοβλήθηκε και ο Abolfazl ήταν σε κατάσταση σοκ. Ο Sanu είπε στον Abolfazl ότι θα κοίταζαν και θα προσπαθούσαν να δουν αν υπήρχε κάποιος πιθανός τρόπος να κατέβουν (σ.σ. να βρουν το σώμα του Phurba). Μετά από λίγο, νιώθοντας αβοήθητος, ο Abolfazl είπε στον Sanu ότι θα κατέβαινε αργά μόνος του. Ο Λάκπα και ο Sanu πέρασαν μόλις μισή ώρα πριν τα παρατήσουν και ξεκινήσουν την κατάβαση (της επιστροφής). Στο δρόμο για το Camp-III, είδαν τον Abolfazl να προβάλει σε μια ράχη. Ο Sanu και ο Lakpa νόμιζαν ότι ο Abolfazl θα ξεκουραζόταν στο Camp-III (πιο κάτω), όπου ένας άλλος Σέρπα, ο Tashi, περίμενε με ζεστό νερό και σούπα την ομάδα. Ωστόσο, όταν ο Sanu και ο Lakpa έφτασαν στο Camp-III, ο Abolfazl δεν ήταν εκεί. Υπέθεσαν ότι μπορεί να συνέχισε προς το Camp-II και ακολούθησε την ίδια διαδρομή, αλλά ούτε και στο Camp-II ήταν! (σ.σ. στην ανακοίνωση δεν δίνεται εξήγηση για το αν ο Σέρπα του C-III βρισκόταν στη θέση του ή είχε φύγει ήδη προς το BC, προφανώς το δεύτερο). Εξαντλημένοι, ο Sanu και ο Lakpa ξεκουράστηκαν για περίπου μία ώρα και στη συνέχεια συνέχισαν προς το Base Camp, ελπίζοντας ότι ο Abolfazl είχε ήδη κατέβει. Έφτασαν στο BC γύρω στις 2:00 π.μ. (τη νύχτα), αλλά δεν ήταν εκεί…»

Στη συνέχεια καταστρώθηκαν απόπειρες έρευνας του Gozali αλλά και ανεύρεσης του σώματος του Phurba και ανάσυρσής του, για μεταφορά στη βάση του βουνού. Δυστυχώς, τίποτα από τα δύο δεν κατέστη εφικτό, εξαιτίας κυρίως των ακραίων καιρικών συνθηκών. Όπως αυτές περιγράφονται από όλες τις πλευρές, πρόκειται για χειμωνιάτικη ανεμοθύελλα (blizzard), όπου εκτός από το σφοδρό κρύο και τους ανέμους, το χιόνι που στροβιλίζεται πάνω από το έδαφος μειώνει δραματικά την ορατότητα!

Στις αρχές αυτής της εβδομάδας, η ομάδα AltiPro έκανε πεζοπορία προς το Advanced Base Camp. Εκεί, συνάντησαν την ομάδα 8K, μαζί με τον Sanu Sherpa και τους άντρες του. Ένα από τα μέλη της ομάδας 8K είχε τραυματιστεί και αναγκάστηκε να φύγει. Ο Sanu και οι άλλοι περίμεναν καλύτερες συνθήκες για να ανέβουν και να ψάξουν ξανά για τον Gozali και να ανακτήσουν τη σορό του Phurba.

«Ο Sanu Sherpa ήρθε στη σκηνή μας στο BC και ρώτησε αν θα ήμασταν πρόθυμοι να βοηθήσουμε εάν χρειαζόταν πρόσθετη υποστήριξη», είπε ο Mingma της AltiPro. «Συμφωνήσαμε αμέσως και τον διαβεβαιώσαμε για την υποστήριξή μας. Το αρχικό μας σχέδιο ήταν μια απόπειρα στην κορυφή. Έτσι καθώς η άλλη ομάδα προετοιμαζόταν για μια δεύτερη προσπάθεια διάσωσης, μετακινηθήκαμε στο Camp-2 και μείναμε εκεί. Αλλά ο καιρός επιδεινώθηκε και κάποια από τα μέλη μας αρρώστησαν και κατέβηκαν για λόγους ασφαλείας. Δύο ορειβάτες συνέχισαν την προσπάθειά τους στην κορυφή, ενώ εγώ προσωπικά αποφάσισα να συμμετάσχω πλήρως στην προσπάθεια διάσωσης».

Ο Salla Mingma, με 21 αναβάσεις σε Οχτάρες, πρόσθεσε επίσης:

«Εκείνο το βράδυ, πέντε από εμάς προχωρήσαμε προς τη διαδρομή διάσωσης. Λίγο μετά την αναχώρηση, ένα μέλος της ομάδας μας παρουσίασε σοβαρά προβλήματα και πήρα την απόφαση να τον στείλω πίσω αμέσως για να αποφύγω τη δημιουργία νέας έκτακτης ανάγκης. Τέσσερις από εμάς συνεχίσαμε προς το Camp-4 σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Παρά τον φόβο και την αβεβαιότητα που επικρατούσε στην ομάδα λόγω του ανέμου και της θερμοκρασίας, ένιωσα ότι ήταν ευθύνη μου να προσπαθήσω όσο το δυνατόν περισσότερο. Φτάσαμε στο Camp-4 και ψάξαμε στη γύρω περιοχή. Ο άνεμος εντάθηκε ακόμη περισσότερο. Πρότεινα να φιξάρουμε σχοινιά ψηλότερα για να επεκτείνουμε την περιοχή έρευνας, αλλά λόγω της ραγδαίας επιδείνωσης του καιρού και των κινδύνων ασφαλείας, η ομάδα δεν μπόρεσε να προχωρήσει. Μετά από σοβαρή και υπεύθυνη συζήτηση, πήραμε τη δύσκολη αλλά απαραίτητη απόφαση να κατέβουμε.

ΣΧΟΛΙΟ : Για όσους πιστεύουν πως η διαδικασία έρευνας μέσα σε τέτοιες συνθήκες είναι ένα έργο που έστω και δύσκολα μπορεί να διεκπεραιωθεί, έχω να πω ότι είναι άθλος ακόμα και να ανέβει κανείς μέχρι και σε μια τόσο ψηλή κορυφή με χειμερινές συνθήκες, ακόμα και αν υπάρχουν όλα τα μέσα υποστήριξης για να συνδράμουν (φιξαρισμένα σχοινιά, οξυγόνο, έμπειροι ορειβάτες με κορυφαία βιογραφικά). Το βουνό είναι αδίστακτο, αν θα θέλαμε να του δώσουμε έναν χαρακτηρισμό που να ταιριάζει σε ανθρώπινα χαρακτηριστικά.

Όπως δήλωσε ο Sanu Sherpa, αρχηγός της μοιραίας ομάδας και ο άνθρωπος που ηγήθηκε των ερευνών του ίδιου του του αδελφού (!), ο Ιρανός Gozali ήταν ξεκούραστος και σε πολύ καλή κατάσταση, όταν αποφάσισε να συνεχίσει μόνος του την κατάβαση, νιώθοντας εκτεθειμένος και αδύναμος περιμένοντας τη μισή ώρα που οι υπόλοιποι δύο θα ερευνούσαν για τον νεκρό σύντροφό τους. Όμως, το βουνό δεν συγχωρεί λάθη! Ο Gozali, όπως όλα δείχνουν, χάθηκε λόγω μειωμένης ορατότητας σε κάποιο επίπεδο τμήμα της διαδρομής, μη έχοντας προφανώς φιξαρισμένο σχοινί εκεί. Σίγουρα όταν αντιλήφθηκε το λάθος του θα έκανε κάποιες προσπάθειες ανάταξης της πορείας του αλλά ήταν πλέον ήδη αργά και ποτέ δεν κατάφερε να επιστρέψει πίσω στη σωστή διαδρομή.

Ένα ακόμα ζήτημα που εγέρθηκε μετά τα συμβάντα, ήταν εκείνο της ασφάλισης του Gozali σε ασφαλιστική εταιρεία. Όπως βγήκε η ίδια η εταιρεία και ανακοίνωσε, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο του πελάτη της ήταν ληγμένο και δεν είχε ανανεωθεί πριν την αναχώρησή του για τα Ιμαλάια. Να σημειωθεί ότι και τον προηγούμενο χειμώνα ο Gozali είχε επιχειρήσει, ανεπιτυχώς τότε, την χειμερινή στο Makalu. Όπως όμως μας πληροφορούν δημοσιογραφικές πηγές, όταν έφτασε φέτος στο Kathmandu, προσκόμισε στην Makalu Adventure ένα ληγμένο (!!!) ασφαλιστήριο συμβόλαιο, την εγκυρότητα του οποίου δεν είχε τη δυνατότητα να ελέγξει η εταιρεία. Εδώ υπάρχει μια συζήτηση γύρω από το θέμα, του κατά πόσον δηλαδή οι εταιρείες ορειβατικών αποστολών οφείλουν να ελέγχουν εξονυχιστικά τα συμβόλαια ασφάλισης, αν και η πρώτη ανάγνωση μας λέει πως σήμερα πια, αυτό είναι το μόνο εύκολο. Βέβαια, σε κάθε περίπτωση, επιχείρηση εναέριας διάσωσης (ελικόπτερο) πάνω από τα 6500 είναι τεχνικά αδύνατη. Μιλάμε μόνο για τη διακομιδή του πάσχοντα από υψόμετρα χαμηλότερα, στην περίπτωση του Makalu από το C-2 και κάτω! Φυσικά, ο ορειβάτης θα μεταφερθεί στο νοσοκομείο σε κάθε περίπτωση, απλά στην περίπτωση που είναι ασφαλισμένος χωρίς επιβάρυνση και στην περίπτωση που είναι ανασφάλιστος, πληρώνοντας ένα βαρύ τίμημα!

Σε άλλο Μέσο, διάβασα πως το όντως ληγμένο συμβόλαιο του Ιρανού, δεν προέβλεπε παροχή υπηρεσιών διάσωσης για κορυφές άνω των 6000 μέτρων, ένα υψομετρικό όριο που διαχωρίζει στο Νεπάλ την πεζοπορία από την ορειβασία (γενική προσέγγιση αυτό). Στην εν λόγω είδηση, αναφερόταν πως εξαιτίας αυτού του δεδομένου, η οικογένεια του άτυχου Ιρανού ορειβάτη δεν θα λάβει καμία αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρεία του. Είναι άγνωστο εάν υπήρχε και δεύτερο συμβόλαιο, ασφάλισης ζωής, που δίνει τη δυνατότητα οικονομικής αποζημίωσης των οικείων του ασφαλιζόμενου σε περίπτωση θανάτου. Πάντως, είναι κανονισμός στις εταιρείες αναβάσεων παγκόσμια, η ύπαρξη ενεργού ασφαλιστηρίου συμβολαίου των πελατών τους, όπως αντίστοιχα και των απασχολούμενων οδηγών τους, ασφάλιση την οποία υποχρεούνται οι ίδιες οι εταιρείες να επιβαρύνονται!

Aντιλαμβάνομαι πως έγινε κάθε προσπάθεια από πλευράς της και ηρωϊκά επιχείρησαν στο πεδίο αρκετοί Σέρπα, όμως οι καιρικές συνθήκες ήταν εντελώς ακραίες και δεν τους επέτρεψαν να φέρουν κάποιο αποτέλεσμα. Οι ίδιοι μάλιστα διακινδύνεψαν την ίδια τους τη ζωή για να βρουν τον νεκρό συνάδελφό τους -αδελφό για τον Sanu!

Επίσης, όπως αφήνεται να εννοηθεί από τους εμπλεκόμενους, ο Τύπος φέρεται να έχει την ευθύνη για τη διασπορά της είδησης πως η δεύτερη ομάδα, αυτή της AltiPro επέδειξε απροθυμία να συνδράμει στο έργο της έρευνας-διάσωσης.

Ο Lamsal της Makalu Adventure, λέει ότι η ομάδα του δεν σταμάτησε ποτέ να ψάχνει για τον αγνοούμενο ορειβάτη.

«Έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα, ξεκινώντας όχι μία αλλά δύο προσπάθειες για να βρω τον Gozali —μία μέχρι το Camp-III και τη δεύτερη προσπάθεια την Τετάρτη-Πέμπτη μέχρι το στρατόπεδο 4», εξήγησε. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι τοπικοί διασώστες δεν αναμένεται να βοηθήσουν αποκλειστικά από καλοσύνη. Είναι επαγγελματίες και συνήθως πληρώνονται για την εργασία τους και τα ρίσκα που αναλαμβάνουν. «Εκτός από την ομάδα μου, η 8K Expeditions παρείχε τέσσερις Σέρπα στην ομάδα που συνέστησε ο Sanu, ο οποίος συνεργάζεται επίσης με την 8K, και τους προσέλαβα σε αμειβόμενη βάση», είπε ο Lamsal. Αυτό το θέμα —της ασφάλισης και της ανάγκης πληρωμής των τοπικών διασωστών— σπάνια συζητείται. Ο Lamsal πρόσθεσε ότι από τότε που προσέλαβε και πλήρωσε τους επιπλέον Σέρπα, έγιναν ευθύνη της Makalu Adventure, η οποία τους ασφάλισε αυτόματα. Όλοι οι εργαζόμενοι στα βουνά του Νεπάλ πρέπει να ασφαλίζονται από τους εργοδότες τους.

Ο Phurba Ongel Sherpa ήταν έμπειρος ορειβάτης και είχε δουλέψει για χρόνια σε εμπορικές αποστολές της Makalu Adventure. Ήταν 44 ετών, γεννημένος στην περιοχή του Makalu-Barun και είχε ανέβει 19 φορές στο Everest, 2 το Manaslu, Annapurna-I, Dhaulagiri & K2. Για εκείνον ήταν η δεύτερη απόπειρά του να ανέβει χειμώνα το Makalu. Όσο για τον Sanu Sherpa, τον άνθρωπο που προσπάθησε να σώσει τον ίδιο του τον αδερφό αλλά και τον πελάτη του, είναι ένα από τα “ιερά τέρατα” των οδηγών, έχοντας ανέβει 40 φορές σε οχτάρες και έχοντας ολοκληρώσει δύο (2) φορές το challenge των 14 οχτάρων! Τέλος, ο Ιρανός Abolfazl Gozali είχε ανέβει στο παρελθόν το Manaslu (8156m) και 4-5 φορές το Lenin Peak. Πέρυσι, ξαναβρέθηκε στο Makalu με μικρότερη ομάδα υποστήριξης για χειμερινή και κατάφερε να φτάσει με φιξαρισμένα σχοινιά 3500 μέτρων μέχρι τα 7900μ, οπισθοχωρώντας στη συνέχεια εξαιτίας σφοδρών ανέμων. Στη φετινή ομάδα είχε προστεθεί και η Ινδή Piyali Basak, η οποία όμως αντιμετώπισε προβλήματα προσαρμογής στο υψόμετρο και υποχώρησε στα πρώτα στάδια της ανάβασης.

Ακολουθεί η επίσημη ανακοίνωση της Makalu Adventure

Δελτίο Τύπου από την Makalu Adventure σχετικά με το πρόσφατο περιστατικό

Makalu Adventure Pvt. Ltd.

Χειμερινή Αποστολή στο Όρος Makalu 2026 – Επίσημη Δήλωση

Η Makalu Adventure Pvt. Ltd. θα ήθελε να μοιραστεί επίσημα λεπτομέρειες σχετικά με την Χειμερινή Αποστολή στο Όρος Makalu 2026 και τα ατυχή περιστατικά που συνέβησαν κατά την κατάβαση.

Στις 15 Ιανουαρίου 2026, στις 10:27 π.μ., η ομάδα αποστολής μας, αποτελούμενη από τους Sanu Sherpa, Abolfazl Gozali, Phurba Ongel Sherpa και Lakpa Rinji Sherpa, ανέβηκε με επιτυχία στην κορυφή του όρους Makalu (8.485 μ.) σε χειμερινές συνθήκες.

Κατά την κατάβαση προς το Base Camp, κοντά στο Camp IV, ο Phurba Ongel Sherpa έπεσε περίπου 200 μέτρα από την κύρια διαδρομή αναρρίχησης.

ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ

Σύμφωνα με τον Sanu Sherpa και τον Lakpa Rinjin Sherpa:

Κατά την κατάβαση από την κορυφή, ο Lakpa προηγούνταν μεταξύ των τεσσάρων ορειβατών. Ο Phurba ήταν δεύτερος και περίπου 4-5 λεπτά πίσω τους ήταν ο Abolfazl στην τρίτη θέση. θέση, με τον Σανού στο πίσω μέρος.

Κάποια στιγμή, ο Λάκπα άκουσε έναν ήχο και γύρισε πίσω για να δει ότι ο Φούρμπα έπεφτε ήδη. Λίγα λεπτά αργότερα, έφτασαν ο Αμπολφάζλ και ο Σανού. Ο Σανού λέει ότι ο Λάκπα έκλαιγε και έλεγε ότι ο Φούρμπα είχε πέσει. Ο Σανού πανικοβλήθηκε και ο Αμπολφάζλ ήταν σε κατάσταση σοκ.

Ο Σανού είπε στον Αμπολφάζλ ότι θα κοίταζαν και θα προσπαθούσαν να δουν αν υπήρχε κάποιος πιθανός τρόπος να κατέβουν (σ.σ. να βρουν το σώμα του Phurba). Μετά από λίγο, νιώθοντας αβοήθητος, ο Αμπολφάζλ είπε στον Σανού ότι θα κατέβαινε αργά μόνος του.

Ο Λάκπα και ο Σανού πέρασαν μόλις μισή ώρα πριν τα παρατήσουν και ξεκινήσουν την κατάβαση (της επιστροφής). Στο δρόμο για το Στρατόπεδο III, είδαν τον Αμπολφάζλ να προβάλει σε μια ράχη.

Ο Σανού και ο Λάκπα νόμιζαν ότι ο Αμπολφάζλ θα ξεκουραζόταν στο Στρατόπεδο III (πιο κάτω), όπου ένας άλλος Σέρπα, ο Τάσι, περίμενε με ζεστό νερό και σούπα την ομάδα. Ωστόσο, όταν ο Σανού και ο Λάκπα έφτασαν στην Κατασκήνωση-3, ο Αμπολφάζλ δεν ήταν εκεί. Υπέθεσαν ότι μπορεί να συνέχισε προς την Κατασκήνωση-2 και ακολούθησε την ίδια διαδρομή, αλλά αυτός Ούτε ο Σάνου ήταν στην Κατασκήνωση-2. (σ.σ. στην ανακοίνωση δεν δίνεται εξήγηση για το αν ο Σέρπα του C-III βρισκόταν στη θέση του ή είχε φύγει ήδη προς το BC, προφανώς το δεύτερο).

Εξαντλημένοι, ο Σάνου και ο Λάκπα ξεκουράστηκαν για περίπου μία ώρα και στη συνέχεια συνέχισαν προς το Base Camp, ελπίζοντας ότι ο Αμπολφάζλ είχε ήδη κατέβει. Έφτασαν στο BC γύρω στις 2:00 π.μ. (τη νύχτα), αλλά δεν ήταν εκεί.

Τόσο ο Σάνου όσο και ο Λάκπα δηλώνουν ότι ο Αμπολφάζλ ήταν σωματικά πολύ δυνατός και μάλιστα είχε καλύτερο ρυθμό από τους Σέρπα. Πιστεύουν ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πήγε κάτι στραβά σωματικά και ότι μπορεί να πήρε λάθος διαδρομή, αφού τον ενόχλησε το ατύχημα του Φούρμπα. Συνέχισαν να ελπίζουν ότι θα επέστρεφε στο στρατόπεδο βάσης την επόμενη μέρα.

Στη συνέχεια, αναπτύχθηκε μια ομάδα έρευνας από το στρατόπεδο βάσης.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΡΕΥΝΑΣ & ΔΙΑΣΩΣΗΣ

  • Στις 16 Ιανουαρίου 2026, η Makalu Adventure Pvt. Ltd. ανέπτυξε τέσσερις επιπλέον Σέρπα διάσωσης με ελικόπτερο απευθείας στο Advanced Base Camp (σ.σ. τα ελικόπτερα δεν μπορούν να πετάξουν ψηλότερα από τα 6.5000μ).
  • Την ίδια ημέρα, η ομάδα μας προχώρησε στο Camp-II.
  • Στις 17 και 18 Ιανουαρίου, η ομάδα έρευνας συνέχισε να αναζητά τον Abolfazl Gozali μέχρι το Camp-III, αλλά δεν βρέθηκε κανένα ίχνος ή σημάδι.
  • Στις 19 Ιανουαρίου, η ομάδα σχεδίαζε να κινηθεί προς το Camp-IV. Ωστόσο, λόγω ακραίων καιρικών συνθηκών με ανέμους που έφταναν έως και 65 χλμ./ώρα, όλοι οι Σέρπα αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στο Base Camp για ασφάλεια.
  • Στις 19 Ιανουαρίου, μεταφέραμε εναέρια 20 φιάλες οξυγόνου, επιπλέον σταθερά σχοινιά και προμήθειες τροφίμων μεγάλου υψομέτρου με ελικόπτερο, για να υποστηρίξουμε περαιτέρω προσπάθειες έρευνας.

ΣΥΝΕΧΕΙΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

  • Στις 20 Ιανουαρίου, επτά Σέρπα ανέβηκαν ξανά στο Camp-II και συνέχισαν την έρευνα μέχρι το Camp-IV (σ.σ. στα 7500μ). Παρά το γεγονός ότι έφτασε σε τοποθεσίες πέρα ​​από το Camp-IV βάσει οδηγιών από τον Σέρπα Σάνου, η ομάδα δεν μπόρεσε να έχει πρόσβαση στην ακριβή περιοχή όπου είχε πέσει ο Phurba Ongel Sherpa λόγω ακραίων εδαφικών συνθηκών.

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

  • Ο Sanu Sherpa έφτασε στο Camp-III, για 3η φορά, αλλά υπέστη τραυματισμό στο πόδι (όχι κρυοπαγήματα) και έλαβε με ασφάλεια βοήθεια και μεταφέρθηκε στο Base Camp.

– Ο Sanu Sgerpa, ο βασικός οδηγός αναρρίχησης μας, και ο Roshan Bhattarai, ο μάγειρας του Base Camp δεν ήταν καλά! Έτσι, το πρωί της 23ης Ιανουαρίου διασώθηκαν με ελικόπτερο στο Κατμαντού και τώρα βρίσκονται στο νοσοκομείο.

  • Μετά από διεξοδικές συζητήσεις με την ομάδα, επιβεβαιώθηκε ότι καταβλήθηκαν όλες οι δυνατές προσπάθειες, αλλά η συνέχιση της επιχείρησης κρίθηκε πολύ επικίνδυνη και αδύνατη υπό τις τρέχουσες συνθήκες.
  • Η ομάδα των Σέρπα δήλωσε σαφώς ότι η επιστροφή ξανά υψηλότερα δεν ήταν εφικτή.

ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

  • Ο Phurba Ongel Sherpa δεν μπόρεσε να ανακτηθεί.
  • Ο Abolfazl Gozaliί παραμένει αγνοούμενος, χωρίς να έχει βρεθεί κανένα ίχνος μέχρι το Camp-IV (σ.σ. από εκεί πέρασε και συνέχισε προς τα κάτω, υπάρχει η μαρτυρία των υπόλοιπων δύο). Το έδαφος, το υψόμετρο, οι καιρικές συνθήκες και οι κίνδυνοι για την ασφάλεια κατέστησαν αδύνατες περαιτέρω προσπάθειες παρά τις επαρκείς προμήθειες και την υποστήριξη στο Base Camp.

Η Makalu Adventure Pvt. Ltd. λυπάται βαθιά για αυτό το τραγικό αποτέλεσμα. Εκφράζουμε τα ειλικρινή μας συλλυπητήρια στις οικογένειες των Phurba Ongel Sherpa και Abolfazl Gozali. Η ομάδα μας επέδειξε εξαιρετικό θάρρος και αφοσίωση υπό εξαιρετικά σκληρές χειμερινές συνθήκες και καταβλήθηκε κάθε δυνατή προσπάθεια για την ασφαλή διεξαγωγή της διάσωσης και της ανάκτησης.

Ζητούμε με σεβασμό την κατανόηση και την ιδιωτικότητα των οικογενειών σε αυτή τη δύσκολη στιγμή.

Mohan Lamsal

Πρόεδρος

Makalu Adventure Pvt. Ltd.

Kathmandu, Nepal

Ο άνθρωπος στη Ζώνη του Θανάτου

Ως “Ζώνη του Θανάτου” χαρακτηρίζεται η περιοχή των ψηλότερων βουνών του πλανήτη, που εκτείνεται πάνω από τα 8.000 μέτρα. Ήταν ο Ελβετός γιατρός Edouard Wyss-Dunant, που διέγνωσε το 1953 τους κινδύνους του μεγάλου υψομέτρου και αρχικά ονόμασε αυτή τη ζώνη “Θανατηφόρα Ζώνη” (Lethal Zone). Στη ζώνη του θανάτου και ψηλότερα, κανένα ανθρώπινο σώμα δεν μπορεί να εγκλιματιστεί. Το σώμα καταναλώνει τα αποθέματα οξυγόνου που διαθέτει, γρηγορότερα από ό,τι μπορεί να τα αναπληρώσει. Η παρατεταμένη παραμονή στη ζώνη του θανάτου χωρίς συμπληρωματικό οξυγόνο θα οδηγήσει σε επιδείνωση των σωματικών λειτουργιών, απώλεια συνείδησης και, τελικά, θάνατο.

Πολύ πριν ξημερώσει πάνω από το Νότιο Διάσελο του Έβερεστ στις 25 Σεπτεμβρίου 1992, ο Alberto και ο Felix Iñurrategi, δύο αδέρφια από την ισπανική επαρχία Gipuzkoa, βγήκαν έξω στο κρύο και έστρεψαν το βλέμμα τους στην κορυφή. Βρίσκονταν ήδη σε υψόμετρο 26.000 ποδιών και είχαν αποφασίσει να μη χρησιμοποιήσουν φιάλες οξυγόνου. «Ήμασταν απλώς παιδιά και φοβηθήκαμε λίγο όταν ξεκινήσαμε για την κορυφή. Δεν φοβόμασταν το βουνό, αλλά τι θα μπορούσε να κάνει το ακραίο υψόμετρο στο σώμα μας», είπε ο Αλμπέρτο. Όταν έφτασαν στα 28.500 πόδια, επικοινώνησαν μέσω ασυρμάτου με την κατασκήνωση βάσης και ανακοίνωσαν ότι θα έφταναν στην κορυφή σε 30 λεπτά. Ήταν τόσο κοντά, αλλά τα τελευταία 500 πόδια μέχρι την κορυφή τους χρειάστηκαν τρεις ώρες. «Ανεβήκαμε στην κορυφή γύρω στις 3 μ.μ. – ήταν πολύ δύσκολο για εμάς». Ο Αλμπέρτο ​​ήταν μόλις 23 ετών τότε. Πριν από το 1978, θεωρούνταν αδύνατο για τους ανθρώπους να επιβιώσουν στην κορυφή του κόσμου χωρίς συμπληρωματικό οξυγόνο, αλλά στη συνέχεια οι Reinhold Messner και Peter Habeler απέδειξαν ότι όλοι έκαναν λάθος.

Περισσότεροι από 300 άνθρωποι έχουν πεθάνει στο Έβερεστ από το 1953, όταν οι πρώτοι άνθρωποι έφτασαν στην κορυφή. Σχεδόν το ένα τρίτο πέθανε από εξάντληση, ασθένεια υψομέτρου ή ασθένεια γενικά. Η Anna Carceller, γιατρός που ειδικεύεται στην αθλητιατρική και ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, λέει: «Η έκθεση σε μεγάλα υψόμετρα είναι εξαιρετικά στρεσογόνα για το ανθρώπινο σώμα. Εάν κάποιος δεν έχει προπονηθεί σωστά και δεν μπορεί να συνεχίσει να κινείται, το σώμα θα υποστεί τις συσσωρευμένες επιπτώσεις πολλαπλών στρεσογόνων παραγόντων. Δεδομένου ότι οι απροετοίμαστοι ορειβάτες κινούνται με πιο αργό ρυθμό, πρέπει να περνούν περισσότερο χρόνο στο εχθρικό περιβάλλον του Έβερεστ. Αυτό μπορεί να σημαίνει περισσότερες νύχτες σε μεγαλύτερα υψόμετρα».

Κατανομή θανάτων στο Έβερεστ σε βάθος χρόνου (από τους πρώτους το 1921 μέχρι και το 2019). Στον ίδιο πίνακα, οι θάνατοι κατανέμονται και καθ’ ύψος αλλά και κατά αίτιο (χρωματικός διαχωρισμός). Οι αιτίες θανάτου προσδιορίζονται στο πάνω μέρος του πίνακα

Το ερευνητικό επίκεντρο της Carceller είναι η ακραία φυσιολογία και πρόσφατα δημοσίευσε μια μελέτη στο περιοδικό Fissac, που προτείνει τη χρήση παραδοσιακών τεχνικών αλπικής αναρρίχησης σε μεγάλα υψόμετρα ως έναν εξαιρετικά αποτελεσματικό τρόπο αντιμετώπισης της υποξίας, της μείωσης δηλαδή του οξυγόνου που μεταφέρεται στα κύτταρα του σώματος. Αλλά οι εμπορικές αποστολές στην κορυφή του Έβερεστ δέχονται ορειβάτες που απέχουν πολύ από το να είναι σε θέση να ανέβουν στο βουνό χρησιμοποιώντας μόνο παραδοσιακές αλπικές τεχνικές και εξοπλισμό. Δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν χωρίς πεδία με σταθερά (φιξαρισμένα) σχοινιά, οδηγούς και αχθοφόρους Σέρπα, καλά εξοπλισμένα στρατόπεδα με εξοπλισμό υψηλής τεχνολογίας και φαγητό, και δεκάδες φιάλες οξυγόνου.

Η παραδοσιακή αλπική αναρρίχηση χρειάζεται μόνο δύο πράγματα – ελαφρότητα και ταχύτητα. Η Carceller σημειώνει ότι «…η χρήση συμπληρωματικού οξυγόνου δεν ισοδυναμεί με την άσκηση του σώματός σας στο επίπεδο της θάλασσας. Αυτό εξαρτάται από τον ρυθμό ροής οξυγόνου που ορίζουν οι ορειβάτες. Αλλά το χαμηλότερο υψόμετρο που θα νιώσουν κατά τη χρήση συμπληρωματικού οξυγόνου θα είναι σχεδόν 5.700 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Έτσι, όλοι οι περιορισμοί που σχετίζονται με το υψόμετρο εξακολουθούν να ισχύουν, απλά σε μικρότερο βαθμό». Είναι αυτή η αδυναμία αποφυγής των επιπτώσεων των μεγάλων υψομέτρων που σκοτώνει τελικά πολλούς ορειβάτες. Το σώμα τους απλώς «πέφτει» (shut-down), ενώ το μυαλό τους μπορεί μόνο να σκεφτεί να φτάσει στην κορυφή (summit fever).

«Το σώμα εργάζεται συνεχώς για να διατηρήσει την ισορροπία του, ακόμη και στο επίπεδο της θάλασσας», είπε η Carceller. «Το σώμα ρυθμίζει τη θερμοκρασία του, τη διαθεσιμότητα θρεπτικών συστατικών, την εγρήγορση… όλες τις διαδικασίες που μας κρατούν ζωντανούς. Είναι μια συνεχής αναμέτρηση εξωτερικών επιδράσεων στρες και διαδικασιών ανάρρωσης. Σε ακραία περιβάλλοντα, αυτός ο δυναμικός αγώνας για τη διατήρηση της ισορροπίας παίρνει το κεντρικό ρόλο. Καταναλώνει περισσότερη ενέργεια και τους περισσότερους πόρους του σώματος. Όταν το εξωτερικό στρες είναι μεγαλύτερο από την ικανότητα του σώματος να διατηρήσει την ισορροπία και το σώμα δεν είναι σε θέση να ανακάμψει κατά τη διάρκεια της αμείλικτης έκθεσης σε αυτούς τους στρεσογόνους παράγοντες, τότε μπορεί να συμβεί ασθένεια, αδυναμία εγκλιματισμού, ακόμη και θάνατος».

Κάποιοι υποψιάζονται ότι πολλοί από τους θανάτους που καταγράφηκαν στο Έβερεστ οφείλονταν στην πραγματικότητα σε εξάντληση, η οποία μπορεί να προκαλέσει πολλαπλή οργανική ανεπάρκεια. Η επίθεση στο σώμα είναι υπερβολική για ορισμένους, και ακόμη και οι πιο έμπειροι ορειβάτες μπορούν να πεθάνουν. Η Carceller λέει ότι το σώμα χάνει την ισορροπία του όταν υπάρχει «εκθετική αύξηση στην ενεργειακή δαπάνη, επειδή το σώμα χρειάζεται ενέργεια για να αντισταθμίσει τις περιβαλλοντικές συνθήκες, όπως η υποξία και οι χαμηλές θερμοκρασίες. Πολλά συστήματα εμπλέκονται – το καρδιαγγειακό, το αναπνευστικό, το ενδοκρινικό και άλλα συστήματα. Το σώμα ανιχνεύει μια απειλή και ενεργοποιεί συναγερμούς για να αντιδράσει. Αυτή είναι η δουλειά του συμπαθητικού νευρικού συστήματος – να αντιδρά ενεργά στην επιθετικότητα. Στη συνέχεια, ενεργοποιούνται δευτερογενείς διεργασίες που καταναλώνουν ενέργεια: οι καρδιές μας χτυπούν πιο γρήγορα, η αρτηριακή μας πίεση αυξάνεται και αναπνέουμε πιο συχνά».

Οι ορειβάτες σε μεγάλα υψόμετρα αντιμετωπίζουν μια νέα σειρά προβλημάτων, όπως η μείωση της πρόσληψης ενέργειας επειδή η κατανάλωση φαγητού γίνεται πιο δύσκολη. Η διατήρηση της ενυδάτωσης γίνεται επίσης πιο δύσκολη επειδή χάνεται περισσότερο νερό σε μεγάλα υψόμετρα μέσω του δέρματος και της αναπνοής. Αυτό είναι πολύ σοβαρό», δήλωσε η Carceller. Ο Juan Vallejo, ένας ορειβάτης που ανέβηκε στο Έβερεστ χωρίς οξυγόνο, μπόρεσε να πιει μόνο Coca-Cola σε μεγάλα υψόμετρα.

Περισσότερα προβλήματα προκύπτουν, όπως η απλή άσκηση της αναρρίχησης σε ένα βουνό. «Σε χαμηλές ατμοσφαιρικές πιέσεις, είναι πολύ πιο δύσκολο να φτάσει επαρκές οξυγόνο στα κύτταρά μας. Αυτά τα κύτταρα εξαρτώνται από το οξυγόνο για να λειτουργήσουν. Στην πραγματικότητα, όταν μετράμε την ικανότητα ενός αθλητή να ασκείται, μετράμε τη μέγιστη πρόσληψη οξυγόνου (VO2 max). Αυτή είναι η μέγιστη ικανότητα ενός ατόμου να παίρνει οξυγόνο από την ατμόσφαιρα και να το μετατρέπει σε ενέργεια. Σε υψόμετρα πάνω από 1.500 μέτρα, η VO2 max μειώνεται απότομα. Ακόμα και η ακινησία σε μεγάλα υψόμετρα απαιτεί και καταναλώνει περισσότερη ενέργεια. Οποιαδήποτε σωματική άσκηση απαιτεί πολύ περισσότερη προσπάθεια από ό,τι στο επίπεδο της θάλασσας και μπορεί εύκολα να υπερβεί τη μέγιστη χωρητικότητα ενός ατόμου. Με άλλα λόγια, όλα προκαλούν περισσότερη εξάντληση», είπε η Carceller.

«Επομένως, στην κορυφή του Έβερεστ, όπου η ατμοσφαιρική πίεση είναι το ένα τρίτο της πίεσης στο επίπεδο της θάλασσας, χρησιμοποιούμε όλη τη διαθέσιμη ενέργεια που παρέχεται από τα [χαμηλά] επίπεδα κυτταρικού οξυγόνου. Οι περισσότεροι θνητοί θα μπορούσαν μόνο να σταθούν ακίνητοι και να αναπνεύσουν, στην καλύτερη περίπτωση», είπε η Carceller.

Ο Alberto Iñurrategi γνώριζε ότι η VO2max των Messner και Habeler μετρήθηκε περίπου στα 78 ml/min/kg. Προειδοποιημένοι, τα δύο αδέρφια Iñurrategi, εφάρμοσαν μια επιστημονική προσέγγιση στην προπόνησή τους για την ανάβαση στο Έβερεστ. Ο Alberto πέτυχε μέγιστη VO2 ελαφρώς πάνω από 80 ml/min/kg (ο Ισπανός αθλητής Kílian Jornet πλησιάζει τα 90 ml/min/kg). «Νομίζω ότι πολλοί ορειβάτες των Ιμαλαΐων δεν συνειδητοποιούν ότι για να κατακτήσουν κορυφές πάνω από τα 8.000 μέτρα, οι δεξιότητες αναρρίχησης δεν είναι τόσο σημαντικές όσο η υψηλή αερόβια ικανότητα. «Πρέπει να εκπαιδεύσουν το σώμα τους ώστε να είναι πολύ πιο αποτελεσματικό», δήλωσε ο Iñurrategi.

Εάν η ενέργεια ισούται με το άθροισμα των θρεπτικών συστατικών και του οξυγόνου, τότε οι άνθρωποι θα χάνουν πάντα σε μεγάλα υψόμετρα, ακόμη και όταν χρησιμοποιούν φιάλες οξυγόνου.

Ωστόσο, η παθολογία που σχετίζεται με την υποξία είναι συχνά ένα δύσκολο φάσμα για ανάλυση, δήλωσε η Anna Carceller. «Πάνω από ένα ορισμένο υψόμετρο, όλοι υφίστανται συνέπειες σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Ο εγκέφαλος είναι το όργανο που είναι πιο ευαίσθητο στην έλλειψη οξυγόνου και θρεπτικών συστατικών, και οι λειτουργικές αλλαγές στον εγκέφαλο μπορεί να περιλαμβάνουν απάθεια και επιθυμία για εγκατάλειψη. Μέρα με τη μέρα, οι επιβλαβείς επιπτώσεις του υψομέτρου επηρεάζουν τους ορειβάτες, με αποτέλεσμα την αϋπνία, τον υποσιτισμό, την αφυδάτωση, την μυϊκή ατροφία, την απώλεια μνήμης και τα πεπτικά προβλήματα. Επιπλέον, το υποξικό περιβάλλον θολώνει την κρίση και εμποδίζει το κίνητρο και τη λήψη αποφάσεων. Αυτή είναι η αναπόφευκτη εκφύλιση που υφίσταται το σώμα επειδή βρίσκεται σε ένα περιβάλλον όπου μόλις και επιβιώνει».

Όταν όλες αυτές οι επιθέσεις γίνουν πολύ έντονες, το σώμα μένει ακινητοποιημένο σε ένα τρομερά αφιλόξενο περιβάλλον. Αν είστε τυχεροί και έχετε πολλά χρήματα, μια ομάδα σέρπα θα είναι εκεί για να σας μεταφέρει κάτω από το βουνό. Οι περισσότεροι απλώς πεθαίνουν ακριβώς εκεί που πέφτει το σώμα τους.

Η κόπωση εκδηλώνεται επίσης στους μύες λόγω αλλαγών στην κατανομή του αίματος σε αυτούς τους ιστούς. «Επειδή οι αναπνευστικοί μύες χρειάζονται τόσο πολλή ενέργεια για να υπεραεριστούν και επειδή το οξυγόνο είναι σπάνιο, θα γίνει πιο δύσκολο για τους μύες να λειτουργήσουν. Οι μύες ασκούνται με λιγότερο οξυγόνο, κάτι που οδηγεί πιο γρήγορα στην κόπωση. Αυτό ονομάζεται περιφερειακή κόπωση και αρχίζει να συμβαίνει ακόμη και σε μέτρια υψόμετρα», είπε η Carceller.

Ένα από τα εφιαλτικά σενάρια για έναν επίδοξο ορειβάτη στο Έβερεστ είναι να ξεμείνει από συμπληρωματικές φιάλες οξυγόνου από το ξεκίνημα. «Στη συνέχεια, το σώμα δεν μπορεί να αμυνθεί επειδή δεν έχει χρόνο αντίδρασης και η επίθεση είναι πολύ έντονη», είπε η Carceller, η οποία προτείνει μια διαφορετική στρατηγική για την αναρρίχηση σε μεγάλα υψόμετρα. «Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε τον ρόλο που παίζει η διάρκεια και η ένταση του ερεθίσματος. Αν ανεβείτε ένα βουνό σταδιακά, αφήνοντας το σώμα να αναπτύξει έναν ρυθμό και ελαχιστοποιώντας τους παράγοντες στρες όσο το δυνατόν περισσότερο, έχετε πολύ περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας από ό,τι αν προσπαθήσετε να το ανεβείτε ολόκληρο μονομιάς. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα αν είστε τόσο απροετοίμαστοι για την ανάβαση που το ίδιο επίπεδο δραστηριότητας θα σας είχε νικήσει στο επίπεδο της θάλασσας. Αν το άγχος αυξηθεί, το σώμα αναδιανέμει την ενέργεια στα συστήματα που είναι απαραίτητα για την επιβίωση. Αλλά αυτό θα έχει ένα εγγενές ενεργειακό κόστος, το οποίο θα προκαλέσει την κατάρρευση του συστήματος αν αυτό το κόστος δεν καλυφθεί. Και αυτό είναι το κατακλυσμικό φυσιολογικό συμβάν που ευθύνεται για ένα μεγάλο μέρος όλων των θανάτων στο Έβερεστ.

ΤΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΣΤΗ ΖΩΝΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Το ανθρώπινο σώμα δεν έχει σχεδιαστεί για να λειτουργεί στη Ζώνη Θανάτου, όπου τα επίπεδα οξυγόνου είναι επικίνδυνα χαμηλά. Σε τόσο ακραία υψόμετρα, ακόμη και οι βασικές σωματικές λειτουργίες αρχίζουν να διαταράσσονται. Ακολουθεί η λίστα με τα πράγματα που συμβαίνουν συνήθως στη Ζώνη Θανάτου:

  1. Έλλειψη Οξυγόνου (Υποξία): Ο αέρας πάνω από τα 8.000 μέτρα, ενώ έχει την ίδια περιεκτικότητα (21%) με τον αέρα στο επίπεδο της θάλασσας, λόγω της χαμηλής ατμοσφαιρικής πίεσης, μπορεί να προσφέρει περίπου το ένα τρίτο μόνο του οξυγόνου στον ανθρώπινο οργανισμό, γεγονός που δυσκολεύει τη σωστή λειτουργία του σώματός σας. Αυτή η κατάσταση ονομάζεται υποξία και αποτελεί τον σημαντικότερο κίνδυνο στη Ζώνη Θανάτου.
  2. Διαταραγμένη Εγκεφαλική Λειτουργία: Ο εγκέφαλος χρειάζεται οξυγόνο για να σκεφτεί καθαρά. Το χαμηλό οξυγόνο οδηγεί σε σύγχυση, κακές αποφάσεις, απώλεια μνήμης και, σε σοβαρές περιπτώσεις, σε οίδημα εγκεφάλου (HACE), το οποίο μπορεί να είναι θανατηφόρο.
  3. Ακραία Φυσική Κόπωση: Οι μύες δεν λαμβάνουν αρκετό οξυγόνο, με αποτέλεσμα να αισθάνεστε αδύναμοι και κουρασμένοι ακόμη και όταν κάνετε μικρές εργασίες όπως το περπάτημα. Η αναρρίχηση γίνεται οδυνηρά αργή και εξαντλητική.
  4. Δυσκολία στην Αναπνοή: Αναπνέετε πιο γρήγορα και πιο δυνατά για να πάρετε περισσότερο οξυγόνο, αλλά αυτό εξακολουθεί να είναι ανεπαρκές. Αυτό μπορεί να προκαλέσει δύσπνοια και μπορεί να οδηγήσει σε υγρό στους πνεύμονες (HAPE), καθιστώντας την αναπνοή ακόμη πιο δύσκολη.
  5. Καρδιακή καταπόνηση: Η καρδιά σας εργάζεται εξαιρετικά σκληρά για να προωθήσει το πηχτό από τα αυξημένα ερυθρά αιμοσφαίρια αίμα σε όλο το σώμα. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό μπορεί να προκαλέσει ακανόνιστους καρδιακούς παλμούς, πόνο στο στήθος ή καρδιακή ανεπάρκεια.
  6. Μπλε δέρμα (Κυάνωση): Όταν το αίμα σας έχει πολύ λίγο οξυγόνο, το δέρμα, τα χείλη και τα νύχια σας μπορεί να γίνουν μπλε. Αυτό είναι ένα ξεκάθαρο και ορατό σημάδι σοβαρής έλλειψης οξυγόνου.
  7. Βλάβη οργάνων: Χωρίς αρκετό οξυγόνο, ζωτικά όργανα όπως ο εγκέφαλος, τα νεφρά και η καρδιά αρχίζουν να παρουσιάζουν ανεπάρκεια. Η παρατεταμένη έκθεση μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη βλάβη.
  8. Αιφνίδια απώλεια συνείδησης: Μια απότομη πτώση του οξυγόνου μπορεί να προκαλέσει ξαφνική απώλεια συνείδησης, η οποία είναι επικίνδυνη, ειδικά εάν σκαρφαλώνετε μόνοι σας.
  9. Υποξικές κρίσεις: Σε ακραία υποξία, ορισμένοι ορειβάτες μπορεί να υποφέρουν από κρίσεις επειδή ο εγκέφαλος δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά με τόσο λίγο οξυγόνο.
  10. Κώμα ή θάνατος: Εάν ο ορειβάτης παραμείνει για πολύ ώρα στη ζώνη του θανάτου ή δεν λάβει βοήθεια, μπορεί να πέσει σε κώμα. Εάν δεν υπάρχει οξυγόνο ή δεν υπάρχει κατάβαση, ο θάνατος είναι ένα συνηθισμένο αποτέλεσμα.

 

Κατανομή θανάτων στο Έβερεστ, ανάλογα με το αίτιο (Χιονοστιβάδες, Πτώσεις, Ασθένεια Υψομέτρου, Εξάντληση, Ασθένεια, Έκθεση στο κρύο, Πτώσεις πάγου & βράχων, Εξαφάνιση). Ο χρωματικός διαχωρισμός δημιουργεί δύο κατηγορίες ορειβατών: τους Σέρπα και τις υπόλοιπες εθνικότητες. Οι Σέρπα έχουν πληρώσει το μεγαλύτερο τίμημα στο Έβερεστ!

 

ΣΥΝΗΘΗ ΣΗΜΑΔΙΑ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ ΥΨΟΜΕΤΡΟΥ

Εμφανίζονται πολλά προειδοποιητικά σημάδια όταν ο εγκέφαλος και το σώμα δεν λαμβάνουν αρκετό οξυγόνο. Οι ορειβάτες θα πρέπει να προσέχουν τα παρακάτω συμπτώματα (πνευμονικού και εγκεφαλικού οιδήματος) :

  • Πνευμονικό οίδημα (υγρό στους πνεύμονες)
  • Συμπτώματα παρόμοια με βρογχίτιδα
  • Επίμονος ξηρός βήχας
  • Πυρετός
  • Δύσπνοια ακόμη και σε ηρεμία
  • Εγκεφαλικό οίδημα (πρήξιμο του εγκεφάλου)
  • Πονοκέφαλος που δεν ανταποκρίνεται στα αναλγητικά
  • Αστάθεια στο βάδισμα
  • Σταδιακή απώλεια συνείδησης
  • Αυξημένη ναυτία και έμετος
  • Αιμορραγία αμφιβληστροειδούς
  • Κυάνωση (μπλε δέρμα ή νύχια)
  • Βραδυκαρδία (ξαφνική μέσα στην ταχυκαρδία)
  • Ταχυκαρδία (πάντα)
  • Ανησυχία και άγχος
  • Δυσκολία συγκροτημένης σκέψης

 

ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΤΗΣ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΥΨΟΜΕΤΡΟΥ

Εάν ένας ορειβάτης εμφανίσει σημάδια υποξίας, η γρήγορη δράση είναι ζωτικής σημασίας. Δείτε τι μπορεί να βοηθήσει:

• Το συμπληρωματικό οξυγόνο είναι ο πιο γρήγορος και αποτελεσματικός τρόπος αντιμετώπισης της χαμηλής περιεκτικότητας σε οξυγόνο πάνω από 8.000 μέτρα.
• Εάν τα συμπτώματα επιδεινωθούν, κατεβείτε αμέσως σε χαμηλότερο υψόμετρο.
• Εάν είναι μέτριο έως σοβαρό, σκεφτείτε να ζητήσετε αμέσως ιατρική βοήθεια.
• Ανάλογα με τη σοβαρότητα, μπορεί να χρειαστούν φάρμακα. Αυτά περιλαμβάνουν:
• Κορτικοστεροειδή για τη μείωση της φλεγμονής
• Διουρητικά για την απομάκρυνση της περίσσειας υγρού από τους πνεύμονες ή τον εγκέφαλο
• Βρογχοδιασταλτικά για το άνοιγμα των αεραγωγών
• Μεταγγίσεις αίματος σε σπάνιες, κρίσιμες περιπτώσεις
Η έγκαιρη αναγνώριση και η έγκαιρη αντίδραση μπορούν να κάνουν τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου στο Έβερεστ.

Οι Έλληνες στα μονοπάτια των Γιγάντων

Ο «Κύκλος των Γιγάντων» ήταν ο πρώτος αγώνας ultra-trail 200 μιλίων στα Ευρωπαϊκά βουνά, ξεκινώντας στο μακρινό για το άθλημα 2010. Οι πιστοί του αθλήματος στο Courmayeur, οι VDA Trailers εμπνεύσθηκαν μια πανέξυπνη ιδέα: να κάνουν έναν κύκλο στα βουνά της κοιλάδας της Αόστα (Valle d’ Aosta) με αρχή και τέλος το χωριό τους, σπρώχνοντας πολλά βήματα παραπέρα τα ultra των βουνών στις Άλπεις. Η έμπνευσή τους είχε όμως κι ένα επιστέγασμα, το όνομα του αγώνα, που κι αυτό έκρυβε μια ακόμα πρωτοτυπία, χρησιμοποιώντας ιδιωματικές λέξεις του τόπου τους. Βάφτισαν τον νέο αγώνα TOR DES GEANTS, ανακατεύοντας την ιταλική και γαλλική κουλτούρα, μίξη που χαρακτηρίζει και τις μικρές κοινότητες της πατρογονικής τους γης. Κι έτσι ήρθε στη ζωή του παγκόσμιου ultra-trail ένα νέο γεγονός, ένας νέος πόλος έλξης στην αντίπερα πλαγιά του γαλλικού Mont Blanc και του Chamonix, με το ιταλικό Courmayeur στο δικό τους Monte Bianco, το Λευκό Όρος, όπως το γνωρίζουμε στην Ελλάδα.

Το Tor des Geants (TdG) είναι μια συρραφή μονοπατιών, του αχανούς δικτύου που απλώνεται στις πλαγιές των Γιγάντων της Κοιλάδας της Αόστα στην ομώνυμη επαρχία της ΒΔ Ιταλίας. Και «Γίγαντες» είναι τα βουνά της περιοχής με υψόμετρο πάνω από 4.000 μέτρα: το Mont Blanc, το Gran Paradiso, το Monte Rosa και το Monte Cervino (Matterhorn). Ο κύκλος (Tor) έχει ανάπτυγμα 350 χιλιόμετρα και συνολική ανάβαση 25.000 μέτρων. Από αυτά τα χιλιόμετρα, τα περισσότερα απλώνονται σε καλογραμμένα κυρίως μονοπάτια αλλά και σε κάποιους δρόμους που διασχίζουν την οροσειρά, συνδέοντας μεταξύ τους πανέμορφα ορεινά χωριά, φωλιασμένα στις κοιλάδες της οροσειράς.

Ο αγώνας είναι φυσικά non-stop με χρονικό όριο τις 150 ώρες (6 ημέρες & 6 ώρες). Υπάρχουν αρκετά ενδιάμεσα cut-offs (κόφτες χρόνου), όμως και πολλοί σταθμοί υποστήριξης, για να κρατήσουν όρθιους τους αθλητές στον τιτάνιο αγώνα τους. Ο κάποτε υποχρεωτικός εξοπλισμός έχει ατονήσει χρόνια τώρα, έχει ωστόσο ένα νόημα για κάποια υλικά καθώς ο αθλητής είναι υποχρεωμένος να κινηθεί και σε σκοτάδι αλλά και πολλές φορές κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες. Στατιστικά, κάθε 4 αγώνες, ο 5ος διακόπτεται εξαιτίας του κακού καιρού, με ότι αυτό συνεπάγεται για τους τερματισμούς των αθλητών. Για παράδειγμα, το 2015 τερμάτισαν τον αγώνα μόλις 6 αθλητές, γιατί μια ξαφνική επιδείνωση ανάγκασε τους διοργανωτές να διακόψουν τον αγώνα. Ο μέσος όρος στη σχέση τερματισμών-εγκαταλείψεων φτάνει στο 60/40, όταν ο αγώνας δεν διακόπτεται.

Το TdG συγκεντρώνει κάθε Σεπτέμβρη πάνω από 1000 αθλητές από τουλάχιστον 50+ χώρες από όλο τον κόσμο και ανάμεσά τους φυσικά και αρκετούς Έλληνες! Για να πάρει κανείς μέρος στον αγώνα χρειάζεται να περάσει την κλήρωση, στην οποία υπάρχει για λόγους δικαιοσύνης μια ποσόστωση ανά χώρα, ανάλογα με τον αριθμό των αιτήσεων που υποβάλλονται.

OI ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΟ TOR DES GEANTS

2012 : Η ελληνική παρουσία στο TdG ξεκινά στην 3η του διοργάνωση, το 2012, με δύο ελληνικές συμμετοχές (Ντίνος Κοζανίτης & Μαυρίκιος Πολίτης). Κανένας όμως από τους δύο δεν κατάφερε να τερματίσει, καθώς οι διοργανωτές διέκοψαν τον αγώνα λόγω κακοκαιρίας και μόλις 79 αθλητές πρόλαβαν να περάσουν τη γραμμή του τερματισμού.

2014 : Πρώτος τερματισμός Έλληνα αθλητή ήταν εκείνος του Δημήτρη Δεσποινιάδη το 2014 (121:16). Την ίδια χρονιά τερμάτισαν τρεις ακόμα Έλληνες, οι Γιάννης Μπάγιος, Μιχάλης Παπαδόπουλος και Ηλίας Βαραδάς. Εκείνη τη χρονιά, συνολικά ήταν επτά οι Έλληνες που πήραν εκκίνηση, ένας αξιοσημείωτος αριθμός για τα δεδομένα της ελληνικής κοινότητας, με βάση πάντα την αντικειμενική δυσκολία του αγώνα.

2015 : συνεχίστηκε με την ίδια ένταση η συμμετοχή Ελλήνων αλλά χωρίς τερματισμούς, καθώς ο αγώνας διακόπηκε και πάλι, επιτρέποντας μόνο στους πρώτους 6 αθλητές να φτάσουν στον τερματισμό, στο Courmayeur.

Ασημίνα Ιγγλέζου, η καλύτερη Ελληνίδα αθλητρια στο Tor des Geants, με επίδοση 124 ώρες και 8 λεπτά (124:08), από το 2024. Εδώ, λίγο πριν την εκκίνηση του αγώνα.

2016 : Η πρώτη αξιοσημείωτη εμφάνιση Έλληνα αθλητή, ήταν εκείνη του Φάνη Αρκουμάνη το 2016, όταν τερμάτισε στην 28η θέση με επίδοση 103:38 ώρες. Εκείνη τη χρονιά πήραν εκκίνηση 9 Έλληνες αθλητές και ο Μιχάλης Παπαδόπουλος, γίνεται ο πρώτος Έλληνας που τερματίζει 2η φορά τον αγώνα!

2019 : Η χρονιά που η Ασημίνα Ιγγλέζου σημάδεψε με τον τερματισμό της την ελληνική παρουσία στο TdG, καθώς με 141:31 ώρες έγινε η πρώτη Ελληνίδα που τερμάτιζε τον αγώνα!

2020 : ο αγώνας δεν πραγματοποιήθηκε στη σκιά της Covid-19

2021 : σημαδεύτηκε θετικά για τα ελληνικά χρώματα, καθώς και οι 6 αθλητές που συμμετείχαν, κατάφεραν να τερματίσουν, με δύο μάλιστα να βρίσκονται μέσα στην 40άδα (Παναγιώτης Παναρίτης 106:02 και Νίκος Πετρόπουλος 109:02)

2022 : οι ελληνικές συμμετοχές ήταν μόλις 4, όμως ο Θωμάς Πουρλίδας, με 97:46 γίνεται ο πρώτος Έλληνας που κατέβηκε σε επίδοση κάτω από το φράγμα των 100 ωρών! Η Ασημίνα Ιγγλέζου γίνεται η πρώτη Ελληνίδα με 2ο τερματισμό και νέο ρεκόρ Ελληνίδων (130:50) και ο Λάζαρος Ρήγος, με 117:38 κερδίζει το βάθρο της κατηγορίας 60+ του αγώνα.

2023 : αυξάνεται θεαματικά ο αριθμός των Ελλήνων στον αγώνα, με 12 αθλητές στην εκκίνηση. Καταφέρνουν να τερματίσουν οι 9, με καλύτερο από όλους τον Παναγιώτη Παναρίτη στην 34η θέση, να καταρρίπτει το προηγούμενο ελληνικό ρεκόρ, με 90:57. Στις γυναίκες, η Βικτώρια Γεωργοπούλου καταρρίπτει κι εκείνη το αντίστοιχο, με 129:38, ενώ η Ασημίνα Ιγγλέζου γίνεται η πρώτη Ελληνίδα αθλήτρια με τρεις τερματισμούς.

Παναγιώτης Παναρίτης, ο καλύτερος Έλληνας αθλητής στο Tor des Geants, με επίδοση 90 ώρες 57 λεπτά (90:57) από το 2023

2024 : η ελληνική συμμετοχή σπάει κάθε προηγούμενο με 16 αθλητές (οι 4 γυναίκες), μόλις 7 όμως καταφέρνουν να τερματίσουν, με καλύτερη επίδοση εκείνη του Σπύρου Λογοθέτη (112:51). Η πιο αξιοσημείωτη εμφάνιση όμως έρχεται και πάλι από την Ασημίνα Ιγγλέζου, που τερματίζει για 4η φορά σε 4 συμμετοχές (κανείς άλλος Έλληνας ή Ελληνίδα δεν έχει τόσους τερματισμούς στο Tor des Geants), σπάζοντας και το προηγούμενο ρεκόρ Ελληνίδων για περισσότερες από 5 ώρες, με επίδοση 124:08. Αξιοσημείωτος και ο πρώτος τερματισμός Έλληνα, του Βαγγέλη Δήμζα στο εξαιρετικά σκληρό Tor des Glaciers, τον ακόμα μεγαλύτερο αγώνα της διοργάνωσης (450Κ/+32000m).

2025 : πήραν μέρος 8 Έλληνες και τερμάτισαν οι 4, με καλύτερη επίδοση τις 105:14 ώρες του Βαγγέλη Μπάκα.

Συνολικά, την καλύτερη ελληνική επίδοση στο Tor des Geants στους άνδρες κατέχει ο Παναγιώτης Παναρίτης, με 90 ώρες και 57 λεπτά (90:57:39) από το 2023 και στις γυναίκες, η Ασημίνα Ιγγλέζου, με 124 ώρες και 8 λεπτά (124:08:48) από το 2024. Στην ιστορία του TdG (2010-2025) έχουμε 47 τερματισμούς Ελλήνων, από τους οποίους οι 8 ανήκουν σε γυναίκες. Ο αριθμός των Ελλήνων αθλητών που έχουν τερματίσει, φτάνει τους 36 (32 άνδρες & 4 γυναίκες).

Το ανδρικό ρεκόρ αγώνα ανήκει από το 2025 στον Βέλγο Victor Richard (66:08:22) και το γυναικείο στην Γερμανίδα Katharina Hartmuth (79:10:40) από το 2024.

Ακολουθούν στατιστικοί πίνακες, που αφορούν τις ελληνικές συμμετοχές αλλά και γενικότερα στατιστικά του αγώνα.

 

Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Κ Ο Ι    Π Ι Ν Α Κ Ε Σ

  1. ΣΥΝΟΛΙΚΟΙ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΙ : Πρώτος πίνακας, αυτός με το σύνολο των τερματισμών στον αγώνα, ασχέτως αριθμού για τον κάθε αθλητή. Στον πίνακα περιλαμβάνονται μόνο οι τερματισμοί ολόκληρης της διαδρομής!
Συνολικοί τερματισμοί Ελλήνων αθλητών, ανδρών-γυναικών, στην περίοδο 2010-2025

 

2. ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΑΘΛΗΤΩΝ (ΑΝΔΡΕΣ+ΓΥΝΑΙΚΕΣ) : Πιο κάτω, πίνακας με όλους τους Έλληνες αθλητές, ανεξαρτήτως φύλου, που τερμάτισαν στο Tor des Geants, στην περίοδο 2010-2025. Στον καθένα αντιστοιχεί η καλύτερή του επίδοση που σημείωσε ποτέ στον αγώνα, σε περίπτωση πολλαπλών τερματισμών.

Όλοι οι Έλληνες αθλητές που τερμάτισαν στο Tor des Geants, για την περίοδο 2010-2025, ανεξαρτήτως φύλου, με την καλύτερή τους επίδοση

 

3. ΑΝΔΡΕΣ : Πιο κάτω, πίνακας με τους άνδρες Έλληνες που τερμάτισαν τον αγώνα και την καλύτερή τους επίδοση, σε περίπτωση πολλαπλών τερματισμών.

Όλοι οι Έλληνες άνδρες αθλητές που τερμάτισαν στο Tor des Geants, για την περίοδο 2010-2025, με φθίνουσα κατάταξη επίδοσης

 

4. ΓΥΝΑΙΚΕΣ : Πιο κάτω, πίνακας με τις Ελληνίδες γυναίκες που τερμάτισαν τον αγώνα και την καλύτερή τους επίδοση, σε περίπτωση πολλαπλών τερματισμών.

Όλες οι Ελληνίδες αθλήτριες που τερμάτισαν στο Tor des Geants, για την περίοδο 2010-2025, με φθίνουσα κατάταξη επίδοσης

Η τραγωδία στο μονοπάτι Ο-Circuit της Παταγωνίας

Στις 17 Νοεμβρίου 2025, μια ξαφνική χιονοθύελλα με ανέμους που έφταναν τα 193 χλμ/ώρα έπληξε το απομακρυσμένο μονοπάτι O Circuit στο Εθνικό Πάρκο Torres del Paine της Χιλής. Αρκετοί ξένοι πεζοπόροι κοντά στο διάσελο “John Garner Pass” υπέστησαν τα χειρότερα της καταιγίδας. Πέντε από αυτούς πέθαναν!

Το περιστατικό έχει προκαλέσει έντονες επικρίσεις για τη διαχείριση του Εθνικού Πάρκου, τα επίπεδα διαθέσιμου προσωπικού, την πρόγνωση καιρού και τις καθυστερήσεις στις επιχειρήσεις διάσωσης. Πιο κάτω παρουσιάζεται το χρονικό των όσων συνέβησαν και τις αντιπαραθέσεις γύρω από αυτό.

Το “Torres del Paine O Circuit” γνωστό και απλά ως “O Circuit”, είναι μια πεζοπορική διαδρομή 120 χιλιομέτρων και 5.000 μέτρων ανάβασης, με προτεινόμενη διάρκεια 7-10 ημερών. Η διαδρομή του «κύκλου», περιβάλλει ολόκληρο τον ορεινό όγκο Torres del Paine, ένα από τα πιο εμβληματικά ορεινά συγκροτήματα του πλανήτη. Είναι και η μόνη διαδρομή που περιλαμβάνει την απομακρυσμένη δυτική πίσω πλευρά του πάρκου. Από δύσκολη έως πολύ δύσκολη σαν διαδρομή, καλύπτει μεγάλες αποστάσεις μεταξύ των χώρων κατασκήνωσης, και εκτεθειμένα περάσματα, παρότι το ψηλότερο σημείο της δεν ξεπερνά τα 1250 μέτρα υψόμετρο. Σύμφωνα με τους κανονισμούς λειτουργίας, το Πάρκο ανοίγει στο κοινό για πεζοπορία την 1η Νοεμβρίου κάθε χρόνο (με το ξεκίνημα το καλοκαιριού για το νότιο ημισφαίριο).

Ένα σύνολο περίπου 40 πεζοπόρων ξεκίνησε την πεζοπορία μαζί στις 14 Νοεμβρίου και σχημάτισε μια περιστασιακή παρέα μέσω κοινών χώρων κατασκήνωσης, σύμφωνα με τη Megan Wingfield, μία από τους επιζώντες εκείνης της ημέρας. Αν και μερικοί από αυτούς συνοδεύονταν από έναν οδηγό, οι περισσότεροι βρίσκονταν στο O Circuit ανεξάρτητα (σύμφωνα με τους κανονισμούς λειτουργίας, επιτρέπεται η αυτόνομη πεζοπορία χωρίς υποστήριξη οδηγού).

Η Wingfield και η ομάδα της έστριψαν περίπου 200 μέτρα από την κορυφή του περάσματος John Gardner, του ψηλότερου στη διαδρομή συνολικά, όταν τρεις πεζοπόροι που υποχωρούσαν τους προειδοποίησαν ότι ήταν πολύ επικίνδυνο να συνεχίσουν. Καθώς αγωνίζονταν να κατέβουν μέσα σε συνθήκες μηδενικής ορατότητας (whiteout), άλλοι έχασαν τον δρόμο τους ή εγκλωβίστηκαν στην κορυφή του περάσματος κατά τη διάρκεια της ώρας που η ένταση της χιονοθύελλας έφτασε στο αποκορύφωμά της.

Η ομάδα των περίπου 30 ατόμων περιλάμβανε πέντε Βρετανούς φίλους που είχαν περάσει μήνες σχεδιάζοντας την περιπέτειά τους στην Παταγονία. Ήταν η Victoria Bond (40), σύμβουλος δημοσίων σχέσεων από τη Βρετανία, η Hayley Newnham, ο Tom Player, ο Matt Smith και ο σκηνοθέτης κινηματογράφου και τηλεόρασης Christian Aldridge.

Ένα ζευγάρι Μεξικανών – η Cristina Calvillo Tovar, 37 ετών, και ο Julian Garcia Pimentel, 36 ετών – και ένα ζευγάρι Γερμανών, η Nadine Lichey, 45 ετών, και ο Andreas von Pein, 52 ετών, ήταν ανεξάρτητα ζευγάρια που ήταν επίσης μέρος της μεγαλύτερης ομάδας κατά την τελική ανάβαση στο John Gardner Pass. Όλοι τους είχαν περάσει την προηγούμενη νύχτα στο κάμπινγκ Los Perros.

Ως αποτέλεσμα της καταιγίδας, πέντε τελικά πέθαναν. Ο Calvillo Tovar, ο Garcia Pimentel, η Nadine Lichey, ο Andreas Von Pein – το ζευγάρι Μεξικανών και Γερμανών – και η Victoria Bond, η οποία ήταν με την πενταμελή βρετανική ομάδα.

H Victoria Bond (δεξιά) ανάμεσα σε φίλους της ομάδας της, σε στιγμές χαράς

Μεταξύ 13 και 17 Νοεμβρίου, εκατοντάδες πεζοπόροι από διάφορες χώρες βρίσκονταν στο O Circuit. «Υπάρχουν 8-10 κάμπινγκ… και το καθένα φιλοξενεί περίπου 50 πεζοπόρους», δήλωσε ο Wingfield στο ExplorersWeb.

Στις 16 Νοεμβρίου, ο καιρός ήταν ήδη άσχημος, αν και ορισμένοι πεζοπόροι κατάφεραν να διασχίσουν το πέρασμα, παρά τους ανέμους των 140 χιλιομέτρων την ώρα. Μέχρι εκείνο το βράδυ, όσοι θα έμπλεκαν με τη χειρότερη καταιγίδα, την μοιραία, είχαν συγκεντρωθεί στο κάμπινγκ Los Perros, το τελευταίο προστατευμένο καταφύγιο πριν από το εκτεθειμένο πέρασμα John Gardner.

«Το πέρασμα έχει μήκος μόνο έξι χιλιόμετρα, με το εξαιρετικά εκτεθειμένο τμήμα να είναι ακόμη μικρότερο, ίσως δύο χιλιόμετρα», εξήγησε ο Wingfield.

Οι προεδρικές εκλογές της Χιλής στις 16-17 Νοεμβρίου μείωσαν το προσωπικό των δασοφυλάκων της CONAF (Εθνική Δασική Εταιρεία της Χιλής) περίπου στο μισό, επειδή η ψηφοφορία είναι υποχρεωτική για τους δημόσιους υπαλλήλους. Επομένως, δυνητικές αξιολογήσεις και προγνώσεις του καιρού εκείνο το βράδυ, ήταν ελλιπείς και ανεπαρκείς για την περιοχή.

Κανένας δασοφύλακας δεν ήταν παρών στο Los Perros ή στο ίδιο το πέρασμα (διάσελο Gardner) για να αξιολογήσει τον καιρό ή να εξετάσει το ενδεχόμενο προσωρινού κλεισίματος της διαδρομής. Το προσωπικό του κάμπινγκ (που προσλήφθηκε από ιδιώτη παραχωρησιούχο) μοιραζόταν μόνο τυπικές δημόσιες εφαρμογές καιρού, οι οποίες προέβλεπαν ελαφριά βροχή και ανέμους έως και 100 χλμ/ώρα, συνθήκες που θεωρούνται «φυσιολογικές» για το πέρασμα, σύμφωνα με τον Christian Aldridge, έναν από τους Βρετανούς πεζοπόρους. Οι ίδιοι οι πεζοπόροι ισχυρίζονται πως οι φύλακες της κατασκήνωσης τους ενθάρρυναν να βγουν και να περπατήσουν προς τον επόμενο σταθμό, μη λαβάνοντας υπόψη κάποια πιθανά σενάρια εξέλιξης του καιρού.

Στη διάρκεια της θύελλας, μια ομάδα πεζοπόρων προσπαθεί να αποφασίσει τα επόμενα βήματά της (Photo: David Zonshayn)

Στα 1.241 μέτρα υψόμετρο, το πέρασμα John Garner είναι το υψηλότερο σημείο του “O Circuit”, που βρίσκεται στη δυτική πλευρά του ορεινού όγκου Paine. Το τελευταίο τμήμα του είναι πάνω από το όριο των δέντρων (δασογραμμή). Ισχυροί άνεμοι 80-100 χλμ/ώρα πλήττουν συχνά αυτήν την περιοχή και κακές καιρικές συνθήκες μπορεί να ενσκήψουν ανά πάσα στιγμή. Το μονοπάτι ακολουθεί μια στενή κορυφογραμμή με απότομες κατηφόρες και στις δύο πλευρές.

Στις 17 Νοεμβρίου, μεταξύ 5 και 7 π.μ., περίπου 30 πεζοπόροι έφυγαν από το Los Perros για το John Garner Pass. Ο καιρός ξεκίνησε με ψιχάλα, αλλά επιδεινώθηκε ραγδαία μετά τις 10 πμ. Οι άνεμοι έφτασαν τα 190 χλμ/ώρα και η ορατότητα έπεσε σε λιγότερο από τρία μέτρα (whiteout). Η θερμοκρασία έπεσε στους -5 °C, αλλά η αισθητή θερμοκρασία (chilling) ήταν πολύ κάτω από τους -21°C.

«Όλοι μελετήσαμε την ιστοσελίδα Windguru το προηγούμενο βράδυ», θυμήθηκε η Megan Wingfield. «Με τη συμβουλή του προσωπικού του κάμπινγκ Los Perros, φύγαμε νωρίς επειδή αυτό θα ήταν το καλύτερο παράθυρο καιρού για εμάς. Ο καιρός όμως άλλαξε εξαιρετικά γρήγορα σε συνθήκες απειλητικές για τη ζωή μας».

Όσοι είχαν την άτυχη στιγμή να βρεθούν στο υψηλότερο σημείο της διαδρομής, υπέστησαν την πλήρη και θανατηφόρα δύναμη της καταιγίδας.

Η Wingfield είπε στο ExplorersWeb: «Μέχρι να γίνουν οι συνθήκες απειλητικές για τη ζωή, ήμασταν όλοι αρκετά συμπαγείς μαζί, επειδή το εκτεθειμένο τμήμα του περάσματος είναι μόνο περίπου 2 χλμ…. Κανείς από εμάς δεν θυμάται να έχει δει τα ζευγάρια Γερμανών ή Μεξικανών. Πιστεύουμε ότι ήταν μπροστά μας και επομένως ψηλότερα στο πέρασμα όταν κάναμε μεταβολή όλοι μας πίσω» (σ.σ. προς το camping).

Ομάδα πεζοπόρων ανηφορίζει προς το Garner Pass στις 17 Νοεμβρίου 2025 (Photo: Emily Dong)

Μέσα στο χιόνι που φυσούσε και την κακή ορατότητα, ήταν επίσης αδύνατο να παρακολουθήσει κανείς τους άλλους, συμπεριλαμβανομένης της πενταμελούς βρετανικής ομάδας.

Όσοι γύρισαν πίσω μόλις που κατάφεραν να κατέβουν με ασφάλεια. Η Wingfield περιέγραψε στους New York Times πώς τα σώματα γλίστρησαν προς όλες τις κατευθύνσεις και ένας πεζοπόρος κατρακύλησε αρκετά κάτω στην παγωμένη πλαγιά. Αν και μερικοί από τους επιζώντες τραυματίστηκαν, η Wingfield και οι περισσότεροι από τους άλλους κατάφεραν να υποχωρήσουν στο Los Perros μόνοι τους μέχρι το μεσημέρι. Αλλά πέντε από αυτούς όλους δεν τα κατάφεραν!

Μια προειδοποιητική ανάρτηση εμφανίστηκε στην ομάδα Torres del Paine στο Facebook γύρω στις 2 με 3 μ.μ. Η αρχική αντίδραση της CONAF ήταν αργή και ο κακός καιρός καθήλωσε τα ελικόπτερα.

Στις 18 Νοεμβρίου, εθελοντικές ομάδες διάσωσης που αποτελούνταν από τους επιζώντες, έφτασαν στην περιοχή με τα πόδια και βρήκαν μερικά από τα πτώματα διάσπαρτα σε μια περιοχή ενός έως δύο χιλιομέτρων κοντά στο πέρασμα.

Ανέλπιστα, δύο από τους πεζοπόρους ήταν ακόμα ζωντανοί… μόλις που έδειχναν σημάδια ζωής. Αλλά παρά τη βοήθεια, δεν μπόρεσαν να κρατηθούν. Η Megan Wingfield εξήγησε: Η Cristina [Tovar] βρέθηκε από την ομάδα έρευνας και διάσωσης συναδέλφων πεζοπόρων. Βρέθηκε πρώτη. Ήταν ακόμα ζωντανή… Την κατέβασαν σε ένα φορείο φτιαγμένο από μπαστούνια πεζοπορίας, σχοινί και μουσαμά. Έχασε τις αισθήσεις της κατά την κατάβαση και υπέστη καρδιακή ανακοπή. Της έκαναν πολλούς γύρους ΚΑΡΠΑ από γιατρούς, στην ομάδα των πεζοπόρων υπήρχαν πολλοί, αλλά δεν μπόρεσαν να την επαναφέρουν στη ζωή.

To διάσελο John Garner σε φωτογραφία αρχείου, με ιδανικές καιρικές συνθήκες. Στο βάθος χαμηλά, ο εντυπωσιακός παγετώνας Grey

Μετά την Κριστίνα, βρήκαν τον Τζούλιαν [Πιμεντέλ]. Ήταν νεκρός όταν τον βρήκαν και έτσι δεν τον είχαν κατεβάσει πίσω στο καμπινγκ. Στη συνέχεια, οι πεζοπόροι έρευνας και διάσωσης βρήκαν επίσης τη Ναντίν [Λίτσεϊ], ακόμα ζωντανή. Δεν μπόρεσαν να τη μετακινήσουν, οπότε έφεραν μπουκάλια με ζεστό νερό και υπνόσακους για να την τυλίξουν. Πέθανε αρκετά γρήγορα, ακόμα στο βουνό.

Την επόμενη μέρα, ο καιρός βελτιώθηκε αρκετά για περιορισμένες επιχειρήσεις με ελικόπτερο. Όσοι είχαν σοβαρά τραύματα μεταφέρθηκαν με ελικόπτερο στο νοσοκομείο στο Πουέρτο Νατάλες. Οι υπόλοιποι περπάτησαν μόνοι τους προς τη σωτηρία. Ο εισαγγελέας ανακοίνωσε την έναρξη επίσημης έρευνας.

Στις 20-22 Νοεμβρίου, ένα ελικόπτερο περισυνέλλεξε τις σορούς και ξεκίνησε η διαδικασία επαναπατρισμού, συντονισμένη από τις πρεσβείες του Ηνωμένου Βασιλείου, του Μεξικού και της Γερμανίας.

Είκοσι επτά πεζοπόροι χρειάστηκαν ιατρική φροντίδα, σύμφωνα με τον τελικό απολογισμό που δημοσίευσε η Περιφερειακή Κυβέρνηση των Μαγκαγιάνες στις 20 Νοεμβρίου.

Μετά το περιστατικό, προέκυψαν επικρίσεις, κυρίως από τους επιζώντες, οι οποίοι έχουν μοιραστεί δημόσια τις απόψεις τους μέσω συνεντεύξεων στα μέσα ενημέρωσης, αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και δηλώσεων προς τις ανακριτικές αρχές. Επικρίνουν, ειδικότερα, την απουσία των δασοφυλάκων την ημέρα των εκλογών στη χώρα (16-17 Νοεμβρίου).

Σύμφωνα με τους επιζώντες, υπήρχαν ανακριβείς μετεωρολογικές προβλέψεις και έλλειψη παρακολούθησης σε πραγματικό χρόνο. Οι δημόσιες εφαρμογές και οι ενημερώσεις για το κάμπινγκ προέβλεπαν ανέμους μέγιστης ταχύτητας 100 χλμ/ώρα, λιγότερο από το μισό των πραγματικών ριπών. Δεν υπήρχαν προγνώσεις ή επιτόπιοι μετεωρολογικοί σταθμοί για το πίσω μέρος του Πάρκου.

Κατηγορούν επίσης το Πάρκο για την καθυστερημένη αντίδραση διάσωσης. Η πρώτη κλήση κινδύνου στο Facebook αρχικά απορρίφθηκε. Τα ελικόπτερα δεν μπορούσαν να πετάξουν μέχρι τις 19 Νοεμβρίου λόγω ακραίων ανέμων και μηδενικής ορατότητας, αναγκάζοντας τους τραυματίες επιζώντες να διασωθούν με τις δικές τους δυνάμεις. Τα σώματα παρέμειναν εκτεθειμένα για σχεδόν τρεις ημέρες, σύμφωνα με το χρονολόγιο διάσωσης που δημοσίευσε η εφημερίδα La Tercera. Κατά την άποψη των επιζώντων, ένα άλλο αδύναμο σημείο είναι η προαιρετική συνοδεία-καθοδήγηση σε μια πολύ δύσκολη διαδρομή. Παρά την υψηλή βαθμολογία κινδύνου και την απομακρυσμένη θέση του “O Circuit”, οι επαγγελματίες οδηγοί δεν είναι υποχρεωτικοί, σε αντίθεση με πολλές συγκρίσιμες διαδρομές παγκοσμίως.

Αυτά έχουν τροφοδοτήσει άμεσα την συνεχιζόμενη έρευνα και την αντίδραση του κοινού κατά της CONAF (της Αρχής του Πάρκου), του φορέα διαχείρισης του κάμπινγκ Vertice, και την έλλειψη ευρύτερων πρωτοκόλλων ασφαλείας.

H καμπίνα στο camping του Los Perros, που στις 17 Νοεμβρίου 2025 μετατράπηκε σε αυτοσχέδιο ιατρείο και κέντρο επιχειρήσεων

Ο Aldridge δήλωσε στον Τύπο ότι η καταιγίδα ήταν μια «ταινία τρόμου». Επέκρινε έντονα τις ανακρίβειες στις προβλέψεις («προβλέφθηκαν 100 χλμ/ώρα και τελικά ήταν διπλάσια η ένταση») και η απουσία δασοφυλάκων λόγω έλλειψης προσωπικού στις εκλογές ήταν «κακοδιαχείριση στη χειρότερη μορφή της». Οι άλλοι επιζώντες περιέγραψαν τον τρόμο του «να φωνάζουν ονόματα στον άνεμο» και να βλέπουν φίλους να εξαφανίζονται μέτρα μακριά μέσα στο λευκό.

Η CONAF ανέστειλε προσωρινά τις νέες κρατήσεις του O Circuit κατά τη διάρκεια των επακόλουθων και διεξάγει εσωτερικό έλεγχο.

Ο εισαγγελέας Cristian Crisosto δήλωσε στο Channel T13 στις 21 Νοεμβρίου, ότι οι μαρτυρίες των επιζώντων αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ποινικής έρευνας για πιθανή αμέλεια και αδυναμία παροχής βοήθειας σε άτομα που βρίσκονται σε κίνδυνο. Δεν έχουν απαγγελθεί ακόμη κατηγορίες, αλλά η υπόθεση παραμένει ενεργή.

Όσοι είναι πιο εξοικειωμένοι με την Παταγονία και τις ορεινές περιοχές της γνωρίζουν ότι η ξαφνική κακοκαιρία μπορεί να χτυπήσει ανά πάσα στιγμή, και οι καταιγίδες είναι πολύ σκληρές. Ακόμα και οι άνεμοι με ταχύτητα 100 χιλιομέτρων την ώρα θα ήταν επικίνδυνοι σε αυτό το εκτεθειμένο πέρασμα.

Αυτό παραμένει το χειρότερο περιστατικό στο Εθνικό Πάρκο Τόρες ντελ Πάινε από την πυρκαγιά του 2011 που στοίχισε τη ζωή ενός δασοφύλακα και έκαψε σχεδόν 18.000 εκτάρια δάσους.

Η Megan Wingfield κατέληξε: «Ήταν αφάνταστα τρομερό. Και μόνο η έλλειψη ανταπόκρισης από οποιονδήποτε στο πάρκο…  Ήταν σοκαριστικό, το πώς το κάναμε όλο αυτό μόνοι μας, με τους περιορισμένους πόρους που διαθέταμε. Ευτυχώς, η μισή ομάδα των πεζοπόρων ήταν γιατροί, συμπεριλαμβανομένου του συζύγου μου και εμένα, αλλά παρόλα αυτά, δεν υπήρχαν πολλά που μπορούσαμε να κάνουμε. Ακόμα αναλογιζόμαστε τη σκληρότητα, τόσο της καταιγίδας στο διάσελο, όσο και των συνεπειών της. Το ζευγάρι των Μεξικανών ήταν και οι δύο γιατροί, όπως και η Ναντίν [Λίτσεϊ]. Και τα πέντε θύματα ήταν τόσο έξυπνοι, ικανοί, αρτιμελείς άνθρωποι… πόσο τραγικό. Προφανώς, κανένας από εμάς δεν θα είχε επιχειρήσει αυτήν την πεζοπορία αν γνώριζε…»

Η διαχείριση των γεγονότων ήταν μια τεράστια αποτυχία, μια καταστροφή από μόνη της. Δύο φίλοι κάποιων από την πολυμελή ομάδα της 17ης Νοεμβρίου, που είχαν ήδη περάσει το Διάσελο Garner, εκλιπαρούσαν τους φύλακες της κατασκήνωσης Grey, 15 χιλιόμετρα μακρύτερα, να κλείσουν το Πέρασμα, γιατί η κατάσταση εκεί πάνω εγκυμονούσε κινδύνους. Ούρλιαζαν στο προσωπικό «πρέπει να το κλείσετε, είμαστε τυχεροί που είμαστε ζωντανοί». Ο καιρός ήταν κακός για μέρες και χιόνιζε συνέχεια, μαζεύοντας χιόνι στο πέρασμα.

Οι Αυστραλοί Bildmann και Cassini (εδώ σε παλιότερη εξόρμησή τους στις Άνδεις) συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στην κοινή προσπάθεια διάσωσης των απλωμένων στο μονοπάτι πεζοπόρων στις 17 Νοεμβρίου

Ένας από τα μέλη της άτυπης ομάδας, ο Αυστραλός Sid Bildmann, μέλος και της αυθόρμητης ομάδας διάσωσης, είπε πως όταν αργότερα ανακάλεσε στην GPS συσκευή του τη διαδρομή, διαπίστωσε πως είχε φτάσει μόλις 50 μέτρα πριν από το διάσελο, όταν αποφάσισε να κάνει μεταβολή μέσα στη θύελλα και να επιστρέψει στην προηγούμενη κατασκήνωση (Los Perros). Κατηφορίζοντας για πίσω, ο Bildmann είδε μια κοπέλα να γλιστρά στην πλαγιά και να χάνεται μέσα στην ομίχλη! «Δεν ήξερα αν σταμάτησε πιο κάτω, αν χτύπησε, αν σταμάτησε κάπου, αν ήταν καλά».

Μια συλλογική δήλωση που συνέταξαν οι πεζοπόροι που επέζησαν από τη χιονοθύελλα ανέφερε ότι ήταν μια «τρομερή, αποτρέψιμη τραγωδία».

Αμφισβήτησαν την κατάληξη της κακοκαιρίας, γιατί δεν υπήρχαν δασοφύλακες για να υποστηρίξουν τους πεζοπόρους κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας ή των επακόλουθων προσπαθειών διάσωσης μέχρι να είναι πολύ αργά, αναγκάζοντάς τους να ενεργήσουν ως οι ίδιοι οι πρώτοι ανταποκριτές. Είκοσι επτά άτομα χρειάστηκαν ιατρική περίθαλψη μετά την καταστροφή.

«Σε κανέναν δεν έπρεπε να έχει επιτραπεί, πόσο μάλλον να ενθαρρυνθεί να επιχειρήσει το πέρασμα εκείνη την ημέρα», ανέφερε η δήλωση. «Υπήρξαν πολλές κατηγορίες για τα θύματα, αλλά οι πεζοπόροι ενθαρρύνθηκαν να κατευθυνθούν σε εξαιρετικά επικίνδυνες συνθήκες και τους είπαν ότι θα υπήρχαν δασοφύλακες… είναι μια τεράστια συστημική αποτυχία». Η ομάδα κάλεσε την κυβέρνηση της Χιλής, τη διοίκηση των πάρκων (Conaf) και την Vertice, τον ιδιωτικό φορέα εντός του εθνικού πάρκου, να εισαγάγουν βασικά μέτρα ασφαλείας για να αποφευχθούν μελλοντικές «άσκοπες απώλειες ζωών», συμπεριλαμβανομένου ενός αρχείου καταγραφής πεζοπόρων σε κάθε κάμπινγκ και πρόσβασης σε ιατρικό εξοπλισμό.

Ένας εκπρόσωπος της Vertice δήλωσε ότι κατανοεί την «αγωνία και τα συναισθήματα» που βίωσαν οι πεζοπόροι, αλλά δεν ήταν υπεύθυνος για την καθοδήγηση ή τη διαχείριση μονοπατιών εντός του πάρκου. «Συνεργαζόμαστε ενεργά με τις Αρχές και την έρευνα, όπως έχουμε κάνει από την αρχή», δήλωσαν. Η Conaf δήλωσε ότι διέταξε εσωτερική έρευνα «για να προσδιορίσει οποιαδήποτε πιθανή ευθύνη» και θα «εξετάσει τα πρωτόκολλα ασφάλειας και επικοινωνίας στις διαδρομές του πάρκου… με στόχο την ενίσχυση της ικανότητας πρόληψης και αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης».

 

Η μαρτυρία του πεζοπόρου και γιατρού David Zonshayn

Ο Zonshayn, ένας 32χρονος γιατρός από τη Νέα Υόρκη, από τους πεζοπόρους που ενεπλάκησαν στο ατύχημα του “O Circuit Trail” περιέθαλψε θύματα υποθερμίας και καρδιακής ανακοπής, ενώ περίμενε ώρες σε μια καλύβα για να φτάσουν οι διασώστες στο σημείο. Αυτή είναι η ιστορία του όπως την αφηγήθηκε στη Madison Dapcevich, στο περιοδικό Outside.

«Μια στιγμή συνεχίζει να γυρίζει στο μυαλό μου. Το βράδυ πριν από την τραγωδία, μια συνάδελφος πεζοπόρος από την Ελβετία μου είπε ότι είχε ένα κακό προαίσθημα για την επόμενη μέρα. Κάτι δεν πήγαινε καλά, μου είπε, οπότε σχεδίαζε να περιμένει καλύτερο καιρό πριν ξεκινήσει την πεζοπορία της. Ντρέπομαι να το παραδεχτώ, αλλά την απέρριψα ως χαζομάρα τότε.

Ξέρω τον κίνδυνο, σκέφτηκα. Έχω διασχίσει τα Ιμαλάια, τα Όρη του Άτλαντα και τις Άνδεις. Έχω περάσει από ζούγκλες και ηφαίστεια και έχω κάνει σκι στις Αυστριακές Άλπεις με φόβο χιονοστιβάδας. Αυτή θα είναι μια βόλτα στο πάρκο.

Το Εθνικό Πάρκο του Torres del Paine συγκεντρώνει κάθε χρόνο πάνω από 250.000 επισκέπτες, διατηρώντας ωστόσο ποσοτικούς περιορισμούς για το O-Circuit trail, προκειμένου να μην επιβαρύνεται το περιβάλλον

Η πεζοπορία που επρόκειτο να κάνουμε εκείνη τη μέρα ήταν κομμάτι της πολυήμερης διαδρομής μας στο O-Circuit. Αυτό το συγκεκριμένο τμήμα, το John Gardner Pass, είναι μια απαιτητική ολοήμερη πεζοπορία. Είναι γνωστό για τα απότομα τμήματα και, φυσικά, τον ακραίο, απρόβλεπτο καιρό. Συνήθως, πεζοπόροι σαν εμένα μπορούν να ολοκληρώσουν αυτό το κομμάτι σε περίπου οκτώ ώρες.

Πριν ξεκινήσω την πορεία μου, ένας ντόπιος με προειδοποίησε ότι «το μόνο προβλέψιμο πράγμα για τον καιρό εδώ είναι ότι είναι απρόβλεπτος». Οι προβλέψεις ήταν αντικρουόμενες. Παρόλα αυτά, οι οδηγοί του πάρκου μας έδωσαν το πράσινο φως για να ξεκινήσουμε.

Ξύπνησα στις 6 π.μ. στις 17 Νοεμβρίου στη σκηνή μου με τον πλέον γνώριμο ήχο από ουρλιαχτά ανέμου. Ψιχάλιζε, και παρόλο που οι συνθήκες ήταν υγρές και θυελλώδεις, δεν φαινόταν θανατηφόρες. Έφαγα μια μπάρα πρωτεΐνης και έφυγα από την κατασκήνωση. Το μονοπάτι ξεκινά με μια απότομη, εναλλασσόμενη ανάβαση μέσα από ένα πυκνό δάσος που διακοπτόταν από μικρά ρυάκια. Κάποια στιγμή, κοντά στην κορυφή της δασογραμμής, φύσηξε μια άγρια ​​ριπή ανέμου και ένας κορμός δέντρου έπεσε λίγα μέτρα μπροστά μου. Τότε άρχισα να ανησυχώ.

Πρέπει να ανέβω πάνω από τη γραμμή των δέντρων για να αποφύγω να πέσει ένα δέντρο πάνω μου, σκέφτηκα. Φαινόταν ασφαλέστερο να συνεχίσω να ανεβαίνω, παρά να ρισκάρω να περπατήσω μέσα στο δάσος ανάμεσα σε δέντρα που έπεφταν. Κοιτάζοντας πίσω, δεν ήμουν ο μόνος πεζοπόρος που θεώρησε καλύτερη ιδέα να προχωρήσει μπροστά παρά τις κακές συνθήκες. Καθώς προχωρούσα, συνάντησα ένα νεαρό ζευγάρι από το Μεξικό που ονομαζόταν Τζούλιαν και Κριστίνα. Σε λίγες ώρες, θα ήταν νεκροί.

Το προφίλ της διαδρομής του O-Circuit Trail. Ξεχωρίζει το ψηλότερο σημείο του, το Garner Pass, στα 1200 μέτρα υψόμετρο

Οι τρεις μας περπατήσαμε μαζί για περίπου 20 λεπτά. Ο άνεμος κόπασε και το έδαφος καλύφθηκε από φρέσκο χιόνι. Όταν βγήκαμε πάνω από την γραμμή των δέντρων, το μονοπάτι μας οδήγησε κοντά σε μια ανεμοδαρμένη χαράδρα. Η πλοήγηση σε αυτήν ήταν ένας ακόμη λόγος που η επιστροφή φαινόταν πιο επικίνδυνη, από το να συνεχίσουμε μπροστά.

Οι περισσότεροι από εμάς δεν είχαμε εμπειρία στην ορειβασία, αλλά αυτό που ακολούθησε γρήγορα, ήταν συνθήκες πλήρους αλπικής ορειβασίας. Το χιόνι έφτανε μέχρι τα γόνατά μας. Οι ριπές ανέμου έφταναν τα 200 χλμ/ώρα. Κάποια στιγμή, το ζευγάρι και εγώ χωριστήκαμε και ενώθηκα με μια άλλη ομάδα πεζοπόρων που κατευθυνόταν προς την κορυφή του περάσματος.

Ανηφορίσαμε κι άλλο και το μονοπάτι γινόταν όλο και πιο επικίνδυνο σε κάθε μας βήμα. Τα απότομα ζωνάρια μας δυσκόλευαν να κρατηθούμε όρθιοι. Καθώς περπατούσα, ο αδιάβροχος μουσαμάς που ήταν στερεωμένος στο σακίδιό μου έκοβε τον άνεμο σαν πανί καραβιού, και σκέφτηκα ότι μπορεί ο αέρας να με πετούσε από το βουνό. Όταν έφτασα σε μια πιο επίπεδη, βραχώδη περιοχή πιο πάνω, θυμήθηκα ότι είχα κραμπόν στην τσάντα μου. Έσκυψα και γονάτισα πίσω από έναν βράχο για να τα βγάλω, παλεύοντας με τον αδιάβροχο μουσαμά μου (σ.σ. πόντσο?).

«Έτσι ακριβώς πεθαίνουν οι άνθρωποι», σκέφτηκα.

Άνοιξα το σακίδιό μου και το μόνο επιπλέον παντελόνι που είχα, πετάχτηκε έξω από την τσάντα.

Κοντά στην απότομη πλαγιά, είδα μια γυναίκα με μπλε μπουφάν μπρούμυτα πάνω σε έναν βράχο. Εκείνη τη στιγμή, φαινόταν αλώβητη (χωρίς να έχει τραυματιστεί) και την βοηθούσαν τέσσερις άλλοι πεζοπόροι. Αργότερα θα μάθαινα ότι δεν βγήκε ζωντανή, το σώμα της βρέθηκε την επόμενη μέρα κοντά σε αυτόν τον ίδιο βράχο.

Μουσκεμένη και ελαφρά υποθερμική, η ομάδα μου συνέχισε γρήγορα προς τα πίσω, προς το camping της προηγούμενης νύχτας (Los Perros). Μόλις φτάσαμε εκεί, χωθήκαμε σε μια καλύβα στο στρατόπεδο βάσης, βγάλαμε τα μουσκεμένα ρούχα μας μας και βάλαμε να βράσουμε νερό. Σιγά σιγά, οι υπόλοιποι πεζοπόροι κατέβηκαν κι εκείνοι στην καλύβα, η οποία συνήθως χρησιμεύει ως χώρος κατάλυσης, όπου οι πεζοπόροι κοιμούνται το βράδυ πριν να διασχίσουν το διάσελο Garner. Αλλά στις 17 Νοεμβρίου, η καλύβα αυτή έγινε τμήμα επειγόντων περιστατικών. Να σημειωθεί ότι το προσωπικό του camping  “Los Perros” παρότι είδε τους πεζοπόρους ότι βρίσκονταν στα όρια ζωής και θανάτου (υποθερμία, τραύματα από πτώσεις), αρχικά τους ξαναχρέωσε για χρήση υπνόσακων που ζήτησαν.

Στην καμπίνα του Los Perros, οι πεζοπόροι φτιάχνουν αυτοσχέδιο φορείο, με χρήση μουσαμάδων, στρωμάτων κατασκήνωσης και μπατόν πεζοπορίας. Αργότερα αποδείχτηκε ότι πίσω από μια πόρτα της καμπίνας υπήρχε κανονικό φορείο, που κανένας δεν πρόσεξε!

Αν και πολλοί από εμάς εκείνη την ημέρα κάναμε πεζοπορία ανεξάρτητα και δεν γνωριζόμασταν εκ των προτέρων, προσπαθήσαμε να καταγράψουμε ποιοι αγνοούνταν εξετάζοντας τα βιβλία καταγραφής του camping. Μερικοί πεζοπόροι δεν ήταν εγγεγραμμένοι, περιπλέκοντας περαιτέρω την προσπάθειά μας να μετρήσουμε τους ανθρώπους. Δεν είχαμε κανέναν τρόπο να γνωρίζουμε με ακρίβεια πόσοι άνθρωποι είχαν κολλήσει στο βουνό. Φίλοι μιας Βρετανίδας, ανέφεραν για τη φίλη τους, Victoria Bond, δεν είχε επιστρέψει.

Κινητοποιήσαμε μια πρόχειρη ομάδα διάσωσης και φτιάξαμε αυτοσχέδια φορεία από μπατόν πεζοπορίας και σχοινιά. Μερικοί από τους πεζοπόρους επέστρεψαν πίσω στη χιονοθύελλα, κουβαλώντας το φορείο, υπνόσακους, ζεστά θερμός και έναν Αυτόματο Εξωτερικό Απινιδωτή (AED) για να διασώσουν όσους είχαν μείνει στο βουνό.

Η αυτοσχέδια μας διασωστική ομάδα επικοινωνούσε από το μονοπάτι με την καλύβα μέσω του Garmin InReach. Όσοι βρίσκονταν στο μονοπάτι επιβεβαίωσαν αναπόφευκτα τους χειρότερους φόβους μας: ο σύζυγος της Χριστίνας, ο Τζούλιαν, βρέθηκε νεκρός με τραύμα στο κεφάλι. Η Χριστίνα ήταν ζωντανή και φώναζε για βοήθεια. Μια άλλη γυναίκα βρέθηκε πιο ψηλά, ζωντανή αλλά ελάχιστα ανταποκρινόμενη. Η ομάδα διάσωσης δεν μπορούσε να πάει παραπέρα.

Πεζοπόρος στο μονοπάτι O-Circuit με τον εντυπωσιακό παγετώνα Grey να κυριαρχεί στο χώρο (αριστερά)

Ως γιατρός επειγόντων περιστατικών στην πατρίδα μου στη Νέα Υόρκη, έχω αντιμετωπίσει υποθερμία και κρυοπαγήματα σε αστικό περιβάλλον. Η βασική αρχή της θεραπείας είναι απλή: η αναθέρμανση. Αλλά εδώ δεν ήταν πόλη. Ενώ περιμέναμε την επιστροφή της ομάδας διάσωσης, ένας άλλος γιατρός και εγώ καταλάβαμε το πιο ζεστό δωμάτιο της καλύβας και μαζέψαμε μπουκάλια νερού και τα καμινέτα από τους άλλους πεζοπόρους. Βουτήξαμε τα χέρια των πεζοπόρων σε μπολ με χλιαρό νερό. Κυρίως, ετοιμαζόμασταν να φροντίσουμε την Χριστίνα, την οποία ξέραμε ότι την μετέφεραν από το βουνό με φορείο.

Ήταν επίπονη η διαδικασία μεταφοράς της Χριστίνας. Το αυτοσχέδιο φορείο* συνέχιζε να σπάει και η γέφυρα που διέσχιζαν κατέρρευσε, στέλνοντάς τους σε ένα ποτάμι. Τελικά, έτρεξα πάνω στον λόφο για να τους βοηθήσω να την κατεβάσουν. Μέχρι να φτάσω στην ομάδα, η Χριστίνα είχε υποστεί υποθερμική καρδιακή ανακοπή και της έκαναν θωρακικές συμπιέσεις και απινίδωση. Ήταν τυλιγμένη σε δύο υπνόσακους, χωρίς σφυγμό. Όταν την εξέτασα, όλα τα σημάδια έδειχναν σοβαρή υποθερμία: το δέρμα της ήταν άκαμπτο και παγωμένο, οι κόρες των ματιών της σταθερές και διασταλμένες. Χαμένες ζωές, παρά τις προσπάθειές μας.

(*) όταν όλα είχαν τελειώσει πια, διαπιστώθηκε ότι υπήρχε ένα κανονικό φορείο στην καμπίνα, πίσω από την πόρτα της αποθήκης! 

Στην επείγουσα ιατρική, μας διδάσκουν ότι κατά την ανάνηψη ασθενών με υποθερμική καρδιακή ανακοπή, υπάρχει μια κλασική παροιμία: «Δεν είσαι νεκρός μέχρι να είσαι ζεστός και νεκρός». Άτομα σε σοβαρή υποθερμία μπορεί να φαίνονται άψυχα χωρίς ανιχνεύσιμο σφυγμό, αλλά μπορούν να αναζωογονηθούν μόλις ζεσταθούν σωστά. Έτσι αποφασίσαμε να σταματήσουμε την ΚΑΡΠΑ και να την μεταφέρουμε πίσω στην καλύβα.

Μόλις επιστρέψαμε στην καλύβα, ανταλλάξαμε τα βρεγμένα ρούχα της και την τυλίξαμε σε δύο στεγνούς υπνόσακους, ενώ συνεχίζαμε τις θωρακικές συμπιέσεις. Γεμίσαμε τον υπνόσακο με μπουκάλια ζεστού νερού. Η επινεφρίνη χορηγείται μερικές φορές σε ένα υποθερμικό άτομο σε καρδιακή ανακοπή για να επανεκκινήσει την καρδιά, κάτι που κάναμε κι εμείς. Αλλά μετά από μια ώρα συνεχούς ΚΑΡΠΑ, συνειδητοποιήσαμε ότι είχαμε κάνει ό,τι μπορούσαμε. Είχε φύγει.

Ανηφορίζοντας στο John Garner Pass με ιδανικές καιρικές συνθήκες

Η Χριστίνα ήταν μόνο μία από τους πέντε άλλους που έχασαν τη ζωή τους τραγικά στο βουνό εκείνη την ημέρα. Τραγωδίες στο βουνό συμβαίνουν συχνά όταν οι ορειβάτες συνεχίζουν να προχωρούν σε κακές καιρικές συνθήκες. Το μοιραίο μας ελάττωμα, κατά τη γνώμη μου, ήταν η υπόθεση ότι η συνέχιση μετά το διάσελο ήταν ασφαλέστερη από την υποχώρηση. Υπό θανάσιμες συνθήκες, τώρα ξέρω ότι συχνά μπορεί να είναι ασφαλέστερο να οπισθοχωρούμε σε ήδη γνωστά εμπόδια (που περάσαμε), παρά να συναντάμε καινούργια.

Όταν έρχονται αντιμέτωποι με την απεραντοσύνη της φύσης, πολλοί άνθρωποι αισθάνονται μικροί. Δεν ένιωσα έτσι εγώ στις 17 Νοεμβρίου. Αντίθετα, ένιωσα το μεγαλείο του ανθρώπινου πνεύματος που μας οδήγησε να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων, να προσπαθήσουμε να βοηθήσουμε τους συνανθρώπους μας και να επιμείνουμε στην καταστροφή.

TREK, το παράδοξο ταξίδι μιας λέξης στο χρόνο

Ο όρος “trekking” είναι αναμφίβολα γνωστός και διαδομένος στον κόσμο των βουνών, χωρίς να γνωρίζει σύνορα γλώσσας ή κουλτούρας, είναι καθολικός. Και όπως αντιλαμβανόμαστε εντέλει, αμετάφραστος! Μπορεί κάποιες φορές -στη δική μας τουλάχιστον γλώσσα- να εφευρίσκουμε εναλλακτικούς όρους, μονολεκτικά ή περιγραφικά, για να κάνουμε κατανοητό αυτό που περιγράφει ο όρος trekking, χωρίς επιτυχία όμως. Το να αναφερθείς σε μια πολυήμερη και αυτόνομη ορεινή, πεζοπορική διάσχιση, χρησιμοποιώντας κάποια άλλη λέξη πέρα από το trekking, είναι καταδικασμένη εξ ορισμού να αποτύχει, γιατί απλά δεν υπάρχει!

Ποια είναι όμως η καταγωγή της λέξης trekking και πώς, πότε και από ποιον ξεκίνησε να χρησιμοποιείται, για να περιγράψει αυτό ακριβώς? Η ιστορία μας πάει πίσω στον 19ο αιώνα, όταν οι Boers (=αγρότες), απόγονοι των Ολλανδών αποίκων της Νότιας Αφρικής, οι αποκαλούμενοι και Africaners, εκούσια αλλά εξαναγκασμένοι από την επιβολή εξουσίας των Βρετανών, μετακινήθηκαν στο εσωτερικό της χώρας, για να αποφύγουν την σκληρή διακυβέρνησή τους. Οι Βρετανικές δυνάμεις με πολυετή πόλεμο (1795-1806) είχαν κατακτήσει την αποικία τους και την ενέταξαν στα εδάφη της Αυτοκρατορίας.

Αυτή ήταν η «Μεγάλη Πορεία» ή πρωτότυπα το αποκαλούμενο “Groot Trek” (Great Trek, Μεγάλη Πορεία). Ο αριθμός αυτών των προσφύγων που ονομάστηκαν στη συνέχεια Voortrekkers (=πρόωροι μετανάστες) έφτασε τις 15.000 και οι άνθρωποι αυτοί δημιούργησαν νέες αποικίες και έζησαν εκεί ανενόχλητοι πλέον αλλά όχι εφησυχασμένοι, σαν πρόσφυγες που ένιωθαν και ήταν. Είναι προφανές, ότι ο όρος trek μετασχηματίστηκε στην περίπτωσή τους, ενσωματώνοντας την έννοια της μετακίνησης, της μετανάστευσης, ακόμα και της προσφυγιάς ενδεχομένως.

Η λέξη trek είναι Ολλανδική και σημαίνει ως ρήμα (trekken) «τραβώ», «σέρνω», καθώς η μετακίνηση των Μπόερς στο διάστημα 1835-1840 έγινε με άμαξες τις οποίες έσερναν βόδια (Trekboers χαρακτηρίστηκαν)! Εξάλλου boer είδαμε ότι σημαίνει αγρότης στη γλώσσα των Afrikaners. Συνεπώς, όλοι τους είχαν τη δυνατότητα αυτού του τύπου μετακίνησης όταν το αποφάσισαν, γιατί όλοι εκείνοι που αναγκάστηκαν σε μετανάστευση ήταν αγρότες στην ουσία. Για την ιστορία, στο τέλος του 19ου αιώνα, οι Μπόερς πολέμησαν ξανά τους Βρετανούς, έχασαν όμως και αυτόν τον πόλεμο, βλέποντας τη χώρα τους στο τέλος να προσκολλάται στην επικράτεια της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Μαχητές των Μπόερς, στη διάρκεια του πολέμου με τους Βρετανούς στα τέλη του 19ου αιώνα

Η λέξη TREK ως ουσιαστικό αρχικά και ως ρήμα στη συνέχεια, ενσωματώθηκε στο Αγγλικό λεξιλόγιο λίγα χρόνια αργότερα (1850), ερμηνεύοντας πλέον εκτός από την ιστορική πλευρά της, την μετακίνηση των Boers και την έννοια μιας μεγάλης και κοπιαστικής μετακίνησης (ταξιδιού) που απαιτεί και πεζοπορία! Ωστόσο, έμεινε σε αχρηστία στο αγγλικό λεξιλόγιο για έναν αιώνα τουλάχιστον, καθώς η έννοια του μεγάλου και δύσκολου πεζοπορικού ταξιδιού, συνέχισε να εκφράζεται κυρίως με τον δόκιμο αγγλικό όρο walk ή τον αμερικάνικο hike, στο χώρο της πολικής εξερεύνησης κυρίως. Στην ορειβασία των Ιμαλαΐων, που βρισκόταν στο προσκήνιο στο διάστημα 1920-1955, χρησιμοποιήθηκε ο κλασσικός όρος climbing, καθώς τα πράγματα εκεί ήταν πολύ συγκεκριμένα, με τους ορειβάτες να προσπαθούν να κατακτήσουν τις μεγάλες κορυφές της οροσειράς.

Το 1949 το μυστηριακό βασίλειο του Νεπάλ άνοιξε τα σύνορα του στον έξω κόσμο και έτσι οι πρώτοι ορειβάτες έκαναν την εμφάνισή τους, προσπαθώντας να πατήσουν ψηλά στα Ιμαλάια, οι μεγάλες κορυφές τους περίμεναν! Μόλις ένα χρόνο μετά (1950), οι Γάλλοι πατούν την πρώτη κορυφή 8000 μέτρων, το Annapurna! Όμως εκτός από τους καθαρόαιμους ορειβάτες της εποχής, υπήρχαν κι εκείνοι οι άνθρωποι των βουνών, που μέσα τους είχαν και τον σπόρο της εξερεύνησης! Ήταν ορειβατικές προσωπικότητες έτσι κι αλλιώς, που εμπνεύσθηκαν όμως από το άγνωστο των Ιμαλαΐων, πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ακόμα. Και όταν η ανθρωπότητα ξαναβρήκε το βηματισμό της μετά το 1945, εκείνοι επέστρεψαν στο κυνήγι του ιερού τους δισκοπότηρου.

Τα μέλη της Βρετανικής αναγνωριστικής αποστολής του 1951 στο Khumbu του Νεπάλ, προκειμένου να βρεθεί διαδρομή ανάβασης από εκεί προς το Έβερεστ. Στον κύκλο αριστερά, ο αρχηγός της ομάδας, Eric Shipton, ενώ κάτω δεξιά φαίνεται ο Ed Hillary, που δύο χρόνια αργότερα έγινε ο πρώτος άνθρωπος που πάτησε την κορυφή του βουνού.

Αξίζει να αναφερθούν φυσικά, δύο Βρετανοί πρωτοπόροι που επέζησαν του Αρμαγεδδώνα του WW2, o Eric Shipton και ο Bill Tilman. Κοντά τους μια δράκα ακόμα ανθρώπων με παρόμοιες ανησυχίες, προσπάθησαν να μπουν στο περίκλειστο βασίλειο και να ανακαλύψουν τι κρυβόταν πίσω από γιγάντιες βουνοπλαγιές, τις κάτασπρες κορυφές και χαοτικές χαράδρες. Ένας από αυτούς ήταν και ο συνταγματάρχης (στον Πόλεμο) Jimmy Roberts, με πλούσιο ιστορικό στα βουνά της Ασίας, αφού όχι μόνο γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ινδία αλλά και ως στρατιωτικός υπηρέτησε εκεί και αυτό του έδινε την ευκαιρία να βρίσκεται συνέχεια κοντά στο περιβάλλον που αγαπούσε.

O συνταγματάρχης J.O.M Roberts με τον αγαπημένο του σκύλο, στην Pokhara του Νεπάλ, στη δεκαετία του 1960

Ο Roberts (1916-1997) πέρα από την προπολεμική σχέση του με τα Ιμαλάια, αναμείχθηκε στις πρώτες μεταπολεμικές απόπειρες ανίχνευσης διαδρομών στα Ιμαλάια του Νεπάλ το 1950 και το όνομά του βρισκόταν ακόμα και στη λίστα των υποψήφιων αρχηγών της πετυχημένης πρώτης αποστολής των Βρετανών στο Everest το 1953. Η τύχη δεν ευνόησε τον Roberts στο θέμα αυτό, ο ίδιος όμως αγαπούσε τα Ιμαλάια και ποτέ δεν σταμάτησε να ψάχνει τις ορειβατικές προκλήσεις αλλά και την αναζήτηση διαδρομών και την εξερεύνηση του Νεπάλ. Όταν έφτασε η ώρα της αποστράτευσής του, αποφάσισε να συνεχίσει τη ζωή του στη χώρα που αγάπησε, το Νεπάλ. Στο μεταξύ, είχε ηγηθεί αποστολών σε άλλα απάτητα βουνά της χώρας και είχε σαρώσει στην κυριολεξία την ύπαιθρο της χώρας.

Η άδεια λειτουργίας του Υπουργείου Τουρισμού για την εταιρεία του Roberts. Ήταν Ιούνιος του 1965

Ήταν 1965 και ο απόστρατος πια Roberts αποφάσισε να ιδρύσει ένα πρακτορείο εκδρομών στη χώρα, που θα έφερνε ανθρώπους από όλον τον κόσμο για να πεζοπορήσουν στα ανέγγιχτα μονοπάτια των Ιμαλαΐων, αντικρύζοντας μοναδικές εικόνες των βουνών και συναντώντας έναν εξωτικό λαό και τον πολιτισμό του. Ίδρυσε την εταιρεία με τον περιεκτικό τίτλο “Mountain Travel” και λίγο μετά πλήρωσε μια καταχώρηση σε αμερικάνικο περιοδικό, επιλέγοντας ως λέξη-κλειδί στη διαφήμιση τη λέξη TREK, για να προσελκύσει το ενδιαφέρον των υποψήφιων πελατών!

«Ήξερα πως αυτή η λέξη που σκέφτηκα να χρησιμοποιήσω θα έγραφε ιστορία στη συνέχεια» εκμυστηρεύτηκε αργότερα. Γνώριζε πως αν και ο όρος δεν χρησιμοποιούταν στην πραγματικότητα, παρότι αρκετοί κάπου τον είχαν δει, θα εξαπλωνόταν με ταχύτητα στο μέλλον, γιατί όλη αυτή η επιχειρηματική ιδέα ήταν πράγματι μια «έκρηξη».

Εξόρμηση της “Mountain Travel” στα μονοπάτια των Ιμαλαΐων

Αυτό λέγεται διορατικότητα και οξυδέρκεια και μπορεί να πιστωθεί σε πρωτοπόρους, που είχαν το χάρισμα να δουν το μέλλον πριν από τους πολλούς, γράφοντας οι ίδιοι την ιστορία του αύριο. Ο Roberts πήρε μια ξεχασμένη λέξη, από τις αραχνιασμένες σελίδες των λεξικών και την ανέστησε, με έναν ανέλπιστα πετυχημένο τρόπο αλλά και με μια προοπτική, που ούτε ο ίδιος μπορούσε τότε να φανταστεί. Σύμφωνα με τις αναζητήσεις στη διαχρονική χρήση λέξεων, ο όρος trekking πολλαπλασίασε περίπου 30 φορές την παρουσία του στη χρήση της γλώσσας παγκόσμια, από τα χρόνια που ήταν απλά μια άγνωστη λέξη.

Σε κείμενό του πολλά χρόνια αργότερα, ο Roberts γράφει σχετικά «…Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να αναφέρω ότι οι όροι «trek» και «trekking», οι οποίοι χρησιμοποιούνται πλέον ευρέως και είναι κατανοητοί, ήταν καινοφανείς για ορισμένους το 1964. Προέρχονται από μια παλιά λέξη των Μπόερς, αλλά οι όροι χρησιμοποιούνταν συχνά στη λογοτεχνία των Ιμαλαΐων σε σχέση με την ορεινή κατασκήνωση και τα ταξίδια και ούτω καθεξής, ώστε ποτέ δεν είχα καμία αμφιβολία ότι το θηρίο που σχηματιζόταν στο μυαλό μου θα ονομαζόταν «Πρακτορείο Trekking». Θα βασιζόταν σε αυτά που είχα ήδη δει στο Κασμίρ. Αλλά βελτιωμένο και τροποποιημένο από τα μαθήματα που είχα πάρει από την εκστρατευτική ορειβασία. Και καθώς οι πελάτες ή οι πεζοπόροι δεν θα είχαν εμπειρία στις νεπαλέζικες συνθήκες, θα έπρεπε να διατηρήσουμε μεγαλύτερο βαθμό ελέγχου, κάτι που θα απαιτούσε υψηλό επίπεδο προσωπικού πεζοπορίας και την εκπαίδευσή τους…»

Το λήμα “trek” από το online ετυμολογικό λεξικό “etymonline.com”

Για την ιστορία, εκείνη η πρώτη καταχώρηση του Roberts για τα πεζοπορικά ταξίδια στο Νεπάλ, έφερε το 1965 τρεις Νεοϋορκέζες ηλικιωμένες κυρίες, που έζησαν την εμπειρία του Everest Base Camp “trek”, μια ιδέα του Roberts. Οι δημοφιλέστερες trekking διαδρομές σήμερα στο Νεπάλ, φέρουν την πατρότητα του Jimmy Roberts (Round Annapurna trek, Annapurna Sanctuary trek, Langtang trek, Rolwaling trek). O Roberts είχε ήδη εξερευνήσει το Νεπάλ στα χρόνια που προηγήθηκαν (1950-1964) και είχε καταγράψει όλες τις λεπτομέρειες που θα τον βοηθούσαν στη συνέχεια να καταπιαστεί επαγγελματικά με μια τέτοια δραστηριότητα. Μέχρι το 1969 δεν υπήρχε άλλη εταιρεία στο Νεπάλ με παρόμοιο αντικείμενο, την οργανωμένη δηλαδή πεζοπορία στα βουνά της χώρας.

Στις μέρες μας, οι όροι trekking, trek, trekker, (ρήμα, ουσιαστικό, επίθετο) έχουν κυριαρχήσει παγκόσμια και έχουν δημιουργήσει ένα ξεχωριστό σύμπαν τρόπου ζωής. Μόνο στο Νεπάλ, υπάρχουν σήμερα πάνω από 3.000 εταιρείες trekking, ενώ ο παγκόσμιος τζίρος του οργανωμένου trekking ξεπερνά τα $25 εκατομμύρια!

Η έμπνευση ενός ανθρώπου, του «συνταγματάρχη» Jimmy Roberts, θα αποτελεί για μια ακόμα φορά, απόδειξη του πόσο μακριά μπορεί να φτάσει μια πρωτότυπη ιδέα.

Grossglockner, πεθαίνοντας από αγάπη στα χιόνια

Στις 18 Ιανουαρίου 2025, ο 36χρονος Thomas Plamberger και η 33χρονη κοπέλα του, Kerstin Gurtner, επιχειρούσαν μια τεχνική, νυχτερινή χειμερινή ανάβαση στο Grossglockner (3.798μ), το ψηλότερο βουνό της Αυστρίας. Το επόμενο πρωί, ο Plamberger είχε φύγει με ασφάλεια από το βουνό, αλλά η Gurtner βρισκόταν ακόμα περίπου 30 μέτρα από την κορυφή. Όταν εξαντλήθηκε πολύ για να κατέβει με ασφάλεια, ο Plamberger φέρεται να την άφησε για να ζητήσει βοήθεια. Μέχρι να φτάσουν οι διασώστες την επόμενη μέρα, εκείνη είχε παγώσει μέχρι θανάτου.

Την περασμένη εβδομάδα, η Εισαγγελία του Ίνσμπρουκ ολοκλήρωσε την έρευνά της και απήγγειλε κατηγορίες στον Plamberger για ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Εάν καταδικαστεί, αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως και τριών ετών.

To ζευγάρι Gurtner-Plamberger σε στιγμές ευτυχίας

Τι πραγματικά συνέβη λοιπόν στο Grossglockner; Μελέτησα* λεπτομερώς τις αστυνομικές αναφορές, την εκδοχή της υπεράσπισης και την αυστριακή νομοθεσία και στη συνέχεια μίλησα με βετεράνους οδηγούς ορειβασίας για να προσπαθήσω να αποκαλύψω ποιος έφταιγε πραγματικά στις 18 Ιανουαρίου. Η ανάλυσή μου έδωσε επίσης ορισμένα μαθήματα που μπορούν να πάρουν όλοι οι ορειβάτες από αυτό το περιστατικό.

(*) το άρθρο υπογράφεται από τον Owen Clarke και δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό Outside

Μια ολονύκτια ανάβαση, μέσα στον χειμώνα, κάτω από άθλιες συνθήκες

Υπάρχουν δύο ελαφρώς διαφορετικές αφηγήσεις σχετικά με το τι συνέβη στο βουνό το βράδυ της 18ης Ιανουαρίου. Η μία προέρχεται από την αστυνομία και η άλλη από τον Plamberger και την υπεράσπισή του. Η υπόθεση δεν θα δικαστεί πριν από τις 19 Φεβρουαρίου 2026, επομένως πολλά από αυτά που συνέβησαν στο βουνό παραμένουν εικασίες για την ώρα.

Η επίσημη κατάθεση του Plamberger στην Αστυνομία δεν έχει δημοσιοποιηθεί στο σύνολό της. Ωστόσο, σύμφωνα με μια αφήγηση που δημοσίευσε ο δικηγόρος υπεράσπισής του, Kurt Jelinek, πέντε μήνες μετά το περιστατικό, οι δύο ορειβάτες ήταν εξίσου ικανοί και σχεδίασαν την ανάβασή τους μαζί. Ο Jelinek είπε ότι κατά την άποψη του πελάτη του, τόσο αυτός όσο και η Gurtner θεωρούσαν τους εαυτούς τους «επαρκώς έμπειρους, επαρκώς προετοιμασμένους και καλά εξοπλισμένους».

Ξεκίνησαν την ανάβασή τους στις 6:45 π.μ., προσπαθώντας να φτάσουν στην κορυφή μέσω της νοτιοδυτικής κορυφογραμμής της, γνωστής ως Stüdlgrat, η οποία περίπου φτάνει σε βαθμό δυσκολίας UIAA στο III-IV (5.4). Σχεδίαζαν να επιστρέψουν μέσω της ελαφρώς ευκολότερης κανονικής διαδρομής (normal), η οποία κατεβαίνει νοτιοανατολικά πάνω από την 3η ψηλότερη κορυφή της Αυστρίας, το Kleinglockner (3.770 μ.). Περνάει από ένα ορεινό καταφύγιο γνωστό ως Erzherzog Johann, στα 3.450 μ.

Το ζευγάρι ανέβαινε από τη διαδρομή 4 στη διάρκεια της νύχτας

Μέχρι τη 1:30 μ.μ., ο Plamberger και η Gurtner είχαν φτάσει σε αυτό που είναι γνωστό ως Frühstücksplatzerl («Σημείο Πρωινού») στα 3.550 μέτρα, στο Stüdlgrat. Αυτό το δημοφιλές σημείο ξεκούρασης, στην κορυφογραμμή περίπου 300 μέτρα υψομετρικής πριν από την κορυφή, σηματοδοτεί την έναρξη της πιο δύσκολης ανάβασης στη διαδρομή συνολικά. Σηματοδοτεί επίσης ένα κρίσιμο σημείο καμπής, το οποίο αναγνωρίζει η εκδοχή της υπεράσπισης. «Εφόσον ούτε η γυναίκα ούτε ο Plamberger ήταν εξαντλημένοι ή καταβεβλημένοι, συνέχισαν», αναφέρει η εκδοχή.

Σε αυτό το σημείο, η εκδοχή της υπεράσπισης προχωρά περίπου εννέα ώρες μπροστά, στις 10:30 μ.μ., όταν οι δύο ορειβάτες εξακολουθούν να σκαρφαλώνουν προς την κορυφή. Είναι πιθανό η ομάδα να πίστευε ότι θα ήταν πιο γρήγορο ή ασφαλέστερο να ανέβει και να περάσει το βουνό μέχρι την καλύβα, παρά να κατέβει επιστρέφοντας την τεχνική κορυφογραμμή μέσα στο σκοτάδι. Σε κάθε περίπτωση, οι διασώστες στην κοιλάδα από κάτω, μπορούσαν να δουν τους φακούς τους ψηλά στο βουνό. Τράβηξαν μια σειρά από φωτογραφίες που έχουν γίνει viral. Ο καιρός μέχρι τότε, είχε επιδεινωθεί δραματικά. Η ταχύτητα του ανέμου έφτασε τα 72 χιλιόμετρα την ώρα και η θερμοκρασία έπεσε στους -20 βαθμούς (αισθητή θερμοκρασία).

Κάποια στιγμή μεταξύ 10:30 μ.μ. και 10:50 μ.μ. (οι δύο εκδοχές διαφέρουν), η αλπική αστυνομία (sic) έστειλε ένα ελικόπτερο για να βοηθήσει το ζευγάρι. Όταν το ελικόπτερο πέταξε από πάνω και έστρεψε τα φώτα του πάνω τους, ο Plamberger δεν έκανε σημάδια κινδύνου και έτσι το ζευγάρι συνέχισε την ανάβαση. Η υπεράσπιση του Plamberger το αναγνωρίζει επίσης. «Καθώς και οι δύο αισθάνονταν καλά και δεν ήταν μακριά από την κορυφή, δεν υπήρχε έκτακτη ανάγκη και επομένως δεν δόθηκε τέτοιο σήμα», λέει ο δικηγόρος του.

Απόσπασμα στιγμής (screenshot) από την κάμερα ασφαλείας που παρακολουθεί το Grossglockner σε 24ωρη βάση για λόγους ασφάλειας. Είναι 19:30 της 18ης Ιανουαρίου του 2025 και στον κόκκινο κύκλο διακρίνονται τα δύο φώτα από τους φακούς των Gurtner και Plamberger

Ωστόσο, η εκδοχή της υπεράσπισης ισχυρίζεται ότι μόλις το ελικόπτερο έφυγε, η υγεία της Gurtner επιδεινώθηκε. «Έδειξε ξαφνικά αυξανόμενα σημάδια εξάντλησης». Ο Plamberger αποκαλεί αυτή την εξέλιξη «εντελώς απροσδόκητη και αντικειμενικά απρόβλεπτη».

Η εισαγγελία σημειώνει ότι οι υπηρεσίες διάσωσης των Άλπεων έκαναν «αρκετές προσπάθειες» να επικοινωνήσουν με τον Plamberger, αφότου το ελικόπτερο της αστυνομίας πέταξε από πάνω του, στις οποίες όμως δεν απάντησε, παρότι είχε λήψη σήματος και έλαβε τις κλήσεις. (Ο δικηγόρος του Plamberger λέει ότι ο πελάτης του «δεν είχε παρατηρήσει [τις κλήσεις], επειδή το κινητό του τηλέφωνο «δονούταν μόνο ελαφρώς για εισερχόμενες κλήσεις και μηνύματα».

Τέλος, περίπου δύο ώρες μετά την πτήση του ελικοπτέρου, στις 12:35 π.μ., οι διασώστες έλαβαν μια κλήση απόκρισης από τον Plamberger. Οι εκδοχές για το τι συνέβη σε αυτήν την κλήση διαφέρουν. Σύμφωνα με την αστυνομία, η συζήτηση ήταν «ασαφής» και ο Plamberger έβαλε στη συνέχεια το τηλέφωνό του πίσω στην τσέπη του σε αθόρυβη λειτουργία. Ο Plamberger, εν τω μεταξύ, υποστηρίζει ότι μετά από αυτό το τηλεφώνημα, «ήταν πεπεισμένος ότι ο αστυνομικός του βουνού γνώριζε τη σοβαρότητα της κατάστασης και ότι χρειαζόταν επειγόντως διάσωση».

Το ζευγάρι, που συνέχιζε να σκαρφαλώνει «για να παραμείνει ζεστό», βρισκόταν σε αυτό το σημείο σε μια χιονισμένη ράμπα (πλατό) περίπου 30 μέτρα κάτω από την κορυφή του Grossglockner, η οποία σηματοδοτείται από έναν μεγάλο μεταλλικό σταυρό. Η υπεράσπιση του Plamberger λέει ότι αφού πέρασε την επόμενη μιάμιση ώρα προστατευμένος κάτω από την κορυφή, ο ίδιος και η Gurtner αποφάσισαν ότι η καλύτερη επιλογή τους ήταν ο Plamberger να κατέβει μόνος του, στην καλύβα Erzherzog Johann, για να βρει άλλους ορειβάτες και να ζητήσει βοήθεια. Την άφησε περίπου στις 2:00 π.μ. και δεν έκανε δεύτερη κλήση στις υπηρεσίες διάσωσης μέχρι τις 3:30 π.μ.

Ο σταυρός στην κορυφή του Grossglockner (3.798m)

Σε αυτό το τηλεφώνημα, τους ενημέρωσε ότι έπρεπε να αφήσει πίσω την Gurtner. «Πρότεινε να σταλεί (ξανά) ένα άλλο ελικόπτερο» για να την παραλάβει. Αλλά πλέον, οι άνεμοι ήταν τόσο σφοδροί που η διάσωση με ελικόπτερο ήταν αδύνατη. Όταν οι διασώστες έφτασαν με τα πόδια στο σημείο της Gurtner το επόμενο πρωί, τη βρήκαν νεκρή από την παγωνιά.

Τι είναι η «ανθρωποκτονία εξ αμελείας»; Θα πάει ο Thomas Plamberger στη φυλακή;

Στο πλαίσιο της έρευνας της εισαγγελίας, κατάσχεσαν τα κινητά τηλέφωνα και τα αθλητικά ρολόγια των δύο ορειβατών, ανέκριναν μάρτυρες και αξιολόγησαν φωτογραφίες και βίντεο από το περιστατικό. Η κατηγορία που τελικά απαγγέλθηκε εναντίον του, είναι “grossly negligent homicide” «ανθρωποκτονία εξ αμελείας» (Αυστριακός Ποινικός Κώδικας §81), είναι πιο σοβαρή από την απλή ανθρωποκτονία εξ αμελείας (σ.σ. αμετάφραστο από το άρθρο: manslaughter or negligent homicide). Είναι από τις πιο σοβαρές κατηγορίες που μπορεί να δεχτεί κανείς σχετικά με τον θάνατο ενός άλλου ατόμου.

Το γραφείο του αυστριακού εισαγγελέα Harlander & Partner εξηγεί ότι οι κατηγορίες για ανθρωποκτονία εξ αμελείας (grossly negligent homicide) δικαιολογούνται μόνο όταν ένα άτομο προκαλεί τον θάνατο ενός άλλου «μέσω εξαιρετικά και εμφανώς αμελούς συμπεριφοράς». Πρέπει να υπάρχει μια «σχεδόν αδιάφορη» περιφρόνηση των βασικών, στοιχειωδών κανόνων ασφαλείας, και ο κίνδυνος πρέπει να ήταν «προφανής και προβλέψιμος». (Ένα άλλο παράδειγμα ανθρωποκτονίας εξ αμελείας είναι η οδήγηση αυτοκινήτου υπό την επήρεια αλκοόλ και ο θάνατος κάποιου άλλου εξαιτίας αυτού του γεγονότος).

Διασώστες στη διαδρομή τους για το σημείο όπου αφέθηκε η κοπέλα να περιμένει τη σωστηρία της

Η εισαγγελία υποστηρίζει ότι ο Plamberger έκανε εννέα (9) ξεχωριστά λάθη που συνολικά συνιστούν ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Το πρώτο ήταν ότι έφερε εξαρχής την Gurtner στο ταξίδι τους, «παρά την απειρία της γυναίκας, και το γεγονός ότι δεν είχε πραγματοποιήσει ποτέ μια αλπική περιήγηση σε μεγάλο υψόμετρο αυτού του μεγέθους, δυσκολίας και υψομέτρου, και παρά τις δύσκολες χειμερινές συνθήκες».
Μια βασική απόκλιση μεταξύ των θέσεων της υπεράσπισης και της εισαγγελίας είναι η αναλογία εμπειρίας μεταξύ των δύο ορειβατών. Η υπεράσπιση του Plamberger υποστηρίζει ότι ήταν ισότιμοι εταίροι, παρόμοιας φυσικής κατάστασης και αλπικής εμπειρίας. Η εισαγγελία λέει ότι αυτό δεν ίσχυε. Λόγω της διαφοράς στην εμπειρία, η εισαγγελία υποστηρίζει ότι ο Plamberger ενήργησε ως ο «υπεύθυνος ηγέτης» (verantwortlicher Führer) του ταξιδιού.

Ισχυρίζονται επίσης (από την εισαγγελία), ότι το ζευγάρι ξεκίνησε τουλάχιστον δύο ώρες αργότερα, δεν διέθετε επαρκή εξοπλισμό έκτακτης ανάγκης και δεν επέστρεψε εγκαίρως όταν ο καιρός επιδεινώθηκε. Η εισαγγελία επισημαίνει επίσης, ότι όχι μόνο ο Plamberger δεν πραγματοποίησε κλήση έκτακτης ανάγκης πριν νυχτώσει, αλλά τηλεφώνησε στις 12:35 π.μ. (μεσάνυχτα). Προσθέτουν ότι η Plamberger έβαλε την Gurtner να σκαρφαλώνει φορώντας μαλακές μπότες snowboard (η κοπέλα κουβαλούσε κι ένα splitboard για την κατάβαση!), ακατάλληλες για μικτή αναρρίχηση σε χειμερινές συνθήκες.

Άλλη απόδειξη βαριάς αμέλειας, σύμφωνα με την εισαγγελία, είναι το γεγονός ότι δεν έδωσε σήμα κινδύνου όταν το ελικόπτερο πέταξε από πάνω και ότι στη συνέχεια κράτησε το τηλέφωνό του σε αθόρυβη λειτουργία και αγνόησε τις κλήσεις από τις υπηρεσίες διάσωσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι η διάσωση με ελικόπτερο στην Αυστρία δεν καλύπτεται από την δημόσια ασφάλιση της χώρας. Χωρίς ασφάλιση διάσωσης ή συμμετοχή ως μέλος σε κάποιον αλπικό σύλλογο, μπορεί να κοστίσει χιλιάδες δολάρια. Σε περιπτώσεις βαριάς αμέλειας, οι διασωθέντες πρέπει να πληρώσουν το πλήρες κόστος της διάσωσής τους.

Η αναλυτική διαδρομή που ακολούθησε προς την κορυφή του Grossglockner το ζευγάρι των ορειβατών

Τέλος, πριν την αφήσει στην κορυφή στις 2:00 π.μ., ο Plamberger «δεν κατάφερε να μεταφέρει την κοπέλα του σε καλυμμένο σημείο για να την προστατεύσει από την απώλεια θερμότητας (υποθερμία)». «Ούτε χρησιμοποίησε τον σάκο της μπιβουάκ ούτε τις διαθέσιμες κουβέρτες έκτακτης ανάγκης για να την προστατεύσει από περαιτέρω ψύξη, ούτε αφαίρεσε το βαρύ σακίδιο πλάτης και το splitboard της».

Τι μπορούμε να μάθουμε; Τι έχουν να πουν οι οδηγοί βουνού;

Ο Plamberger παραμένει αθώος μέχρι να αποδειχθεί ένοχος. Παρόλο που έχουν απαγγελθεί κατηγορίες, είναι δύσκολο να πούμε ακριβώς τι πραγματικά συνέβη στο Γκροσγκλόκνερ μέχρι να δικαστεί η υπόθεση τον Φεβρουάριο. Ο δικηγόρος του δεν απάντησε σε αιτήματα μου για σχόλια, αλλά το Σαββατοκύριακο, τηλεφώνησα σε μερικούς έμπειρους οδηγούς βουνών για να ακούσω την άποψή τους για την τραγωδία.

Οι δίδυμοι από την Αργεντινή και οδηγοί της IFGMA, Willie και Damian Benegas, έχουν ηγηθεί αποστολών σε όλο τον κόσμο για περισσότερα από 30 χρόνια και έχουν συμμετάσχει σε μια σειρά από επιχειρήσεις διάσωσης υψηλού προφίλ. Επεσήμαναν ότι δεν είναι ασυνήθιστο για έμπειρους ορειβάτες να κατεβαίνουν μόνοι τους για να ανακτήσουν βοήθεια. Είναι επίσης δύσκολο για ένα άτομο να κατεβαίνει ορεινό έδαφος κουβαλώντας όλο το επιπλέον βάρος ενός άλλου, εξήγησαν τα αδέρφια. «Τα πραγματικά λάθη ξεκίνησαν την προηγούμενη μέρα», είπε ο Damian. «Τα λάθη ξεκίνησαν όταν αποφάσισε να την πάει να ανέβει αυτό το βουνό, τον χειμώνα, σε αυτή την τεχνική διαδρομή. Όταν αποφάσισαν να φύγουν αργά, γνωρίζοντας ότι ο καιρός ήταν άσχημος, όταν δεν γύρισαν πίσω νωρίτερα, και ούτω καθεξής».

Διασώστες μεταφέρουν το άψυχο σώμα της Gurtner προς στην κορυφή του βουνού

Ο Willie και ο Damian είπαν ότι η πιο επικριτική πτυχή της αφήγησης του Plamberger είναι ότι δεν περιγράφει τι συνέβη στο κενό μετά τις 1:30 μ.μ. Τότε ήταν που ο ίδιος και η Gurtner αποφάσισαν να συνεχίσουν από το σημείο καμπής στα 3.550 μέτρα. Εννέα ώρες αργότερα—και πέντε ώρες μετά τη δύση του ηλίου—στις 10:30 μ.μ., εξακολουθούσαν να σκαρφαλώνουν και αγνόησαν το ελικόπτερο που στάλθηκε για να τους βοηθήσει. Το ότι ο Plamberger αγνόησε το ελικόπτερο (κάτι που δεν αμφισβητεί ότι έκανε), σε αυτό το σημείο, είναι σχεδόν αδύνατο να δικαιολογηθεί. «Ήταν ξεκάθαρα σε πρόβλημα», είπε ο Γουίλι.

Ο Plamberger υποστηρίζει ότι όλα ήταν καλά μέχρι αμέσως μετά την αναχώρηση του ελικοπτέρου, όταν η σύντροφός του «έξαφνα έδειξε αυξανόμενα σημάδια εξάντλησης», κάτι που του φάνηκε «εντελώς απροσδόκητο» και «αντικειμενικά απρόβλεπτο». «Αυτός ο ισχυρισμός είναι μάλλον γελοίος» είπε ο Willie. «Και το γεγονός ότι δεν τηλεφώνησε μέχρι τις 00:30;» είπε ο Γουίλι. «Αν αποδείξουν ότι είχε σήμα, τότε ποια είναι η υπεράσπισή του; Δεν το βλέπω».

Benegas brothers

Και οι δύο οδηγοί είπαν ότι το περιστατικό φαινόταν μια χαρακτηριστική περίπτωση πυρετού κορυφής. «Μερικοί άνθρωποι, όταν τα πράγματα αρχίζουν να πηγαίνουν στραβά, η πρώτη τους αντίδραση είναι: “Είμαστε εντάξει! Μπορούμε να τα καταφέρουμε!”», είπε ο Γουίλι. Ο Ντέμιαν θυμήθηκε ένα περιστατικό στο Lhotse (8.516 μ.) το 2012. Ενώ κατέβαινε από την κορυφή αργά την ίδια μέρα, συνάντησε έναν Τσέχο ορειβάτη που ανέβαινε στα φιξαρισμένα σχοινιά χωρίς πιολέ (ice axe ή ice tool). Ο Damian, ο οποίος είχε φιξάρει τα σχοινιά στο βουνό, είπε στον ορειβάτη: «Ε, δεν φτιάξαμε όλη τη διαδρομή μέχρι την κορυφή, έχεις ακόμα 150 μέτρα που θα πρέπει να ανέβεις χωρίς σταθερά σχοινιά και είναι αργά, πρέπει να κατέβεις». Αν και δεν είχε πιολέ για τον πάγο, ο άντρας τον απέρριψε. Θα πήγαινε στην κορυφή ό,τι και να γινόταν. Ο Damian είπε ότι προσπάθησε να λογικέψει τον ορειβάτη, αλλά τελικά, «είπα, “Γαμώτο” και του έδωσα το πιολέ μου για τον πάγο, επειδή δεν ήθελα να πέσει. Ο τύπος πήρε το πιολέ και ανέβηκε μόνος του. Δεν επέστρεψε ποτέ». (Ο ορειβάτης σε αυτό το περιστατικό ήταν o Milan Sedlacek και το σώμα του ανασύρθηκε από την κορυφή του Lhotse το 2024).

Ο Frédéric Degoulet, Γάλλος οδηγός της IFMGA και βραβευμένος με το βραβείο Piolet d’Or αλπινιστής, μου είπε ότι οποιαδήποτε από τις αποφάσεις που πήρε ο Plamberger στο Grossglockner μπορεί να μην ήταν μοιραία από μόνη της. Αλλά, συνδυάζοντας τα πάντα, αυτές οι κακές αποφάσεις οδήγησαν σε ένα οδυνηρό σενάριο. «Είναι ένα λάθος, ακολουθούμενο από ένα άλλο, και ένα άλλο, και ένα ακόμα», είπε ο Degoulet. Πρόσθεσε ότι «ο εγωισμός, η απροθυμία να παραδεχτείς μια κακή απόφαση και αντ’ αυτού να προχωρήσεις μπροστά με μια δεύτερη κακή, πιθανότατα έπαιξε ρόλο».

«Είναι πολύ εύκολο να υποσκάψεις τον ίδιο σου τον εαυτό με κακές αποφάσεις στα βουνά», εξήγησε ο Degoulet. «Σκάβεις, σκάβεις, σκάβεις, ντρέπεσαι να παραδεχτείς ότι κάνεις λάθος και μετά βρίσκεσαι σε μια θέση όπου είναι πολύ αργά». Το περιστατικό θύμισε στον Degoulet την καταστροφή στο Haute Route των Άλπεων το 2018, όταν μια ομάδα εννέα σκιέρ ακολούθησε τον οδηγό τους σε μια σφοδρή χιονοθύελλα. Επτά, συμπεριλαμβανομένου του οδηγού, πέθαναν από υποθερμία».

Haute Route 2018 disaster : Ο έμπειρος οδηγός ενός γκρουπ 9 σκιέρ στις 29 Απριλίου του 2018, τους πρότεινε να κατηφορίσουν με κραμπόν αντί με τα σκι τους από μία κορυφή στις Ελβετικές Άλπεις, καθώς ο καιρός έδειχνε επιδείνωση και συνθήκες μηδενικής ορατότητας. Αυτό προκάλεσε μεγάλη καθυστέρηση στην κίνησή της ομάδας, η οποία νυχτώθηκε στο πουθενά, παρότι κοντά στον προορισμό τους, ένα καταφύγιο ανάγκης. Επιπλέον, η αχρήστευση του δορυφορικού τηλεφώνου του οδηγού λόγω μπαταρίας, τους εμπόδισε να καλέσουν σε βοήθεια. Έσκαψαν στο χιόνι για να περάσουν τη νύχτα, δεν είχαν όμως ούτε κατασκηνωτικό εξοπλισμό, ούτε τροφή και μέχρι το πρωί είχαν πεθάνει 7 από τους 15 της ομάδας από εξάντληση και υποθερμία, ανάμεσά τους και ο ίδιος ο οδηγός. Συνολικά 16 άνθρωποι χάθηκαν εκείνο το Σ/Κ του Απριλίου του 2018 στις Άλπεις, σε διάφορα συμβάντα εξαιτίας της ξαφνικής κακοκαιρίας).

 

Οι αδελφοί Benegas εξήγησαν ότι μια ομάδα αναρρίχησης -είτε οδηγός και πελάτης, σύζυγος και σύζυγος, φίλος και φίλος, είτε τυχαίοι σύντροφοι που γνωρίστηκαν στο γυμναστήριο- είναι τόσο δυνατή όσο το πιο αδύναμο μέλος της! Επομένως, το βάρος πέφτει στο πιο έμπειρο μέλος να το αναγνωρίσει αυτό. «Αν έχεις περισσότερη εμπειρία και φυσική κατάσταση, η δουλειά σου δεν είναι να φέρεις τον σύντροφό σου στο επίπεδό σου», είπε ο Damian. «Η δουλειά σου είναι να κατέβεις στο επίπεδό του».

Πρόσθεσε ότι η αναρρίχηση με έναν «ρομαντικό» σύντροφο μπορεί να οδηγήσει σε μια εγγενώς ταραγμένη, πολύπλοκη δυναμική. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα αν ο ένας ορειβάτης έχει σημαντικά περισσότερη ή λιγότερη εμπειρία από τον άλλον. «Δεν ξέρω πώς ήταν η σχέση τους, έξω από αυτήν την ανάβαση», είπε, «αλλά όταν έχεις σχέσεις άνδρα-γυναίκας που σκαρφαλώνουν μαζί, βλέπουμε πολλά πράγματα να πηγαίνουν στραβά. Η μία πλευρά μπορεί να είναι πρόθυμη να ευχαριστήσει, η άλλη πρόθυμη να εντυπωσιάσει, και στο τέλος της ημέρας, κανείς δεν σκέφτεται λογικά».

O Plamberger ενθουσιασμένος σε κάποια κορυφή των Άλπεων

Αν και φαίνεται πιθανό η Gurtner να ήταν η λιγότερο έμπειρη από τις δύο, ο Degoulet πρόσθεσε ότι μπορεί να είχε καταφέρει να σώσει τον εαυτό της αν είχε πατήσει το πόδι της κάτω. Προφανώς, θα μπορούσε να είχε σταματήσει η ίδια το ελικόπτερο της αστυνομίας όταν ήρθε να τους βοηθήσει. Ή θα μπορούσε να είχε καλέσει για βοήθεια χρησιμοποιώντας το δικό της τηλέφωνο. Αλλά αντ’ αυτού, φαινόταν να εμπιστεύεται τον Plamberger να πάρει έξυπνες αποφάσεις μέχρι να είναι πολύ αργά. «Πρέπει πάντα να ακούς τη φωνή που έχεις στο κεφάλι σου», είπε ο Degoulet. «Μόλις έχεις αμφιβολίες, εξέφρασέ τες. Τα βουνά θα είναι πάντα εκεί».

Και θα έπρεπε ο Plamberger να έμενε με τον Gurtner μετά τις 2:00 π.μ., αφού η σειρά των κακών αποφάσεών του τους είχε οδηγήσει σε μια μοιραία κατάσταση; Δύσκολο να το πει κανείς.

«Αυτό είναι ένα ηθικό ερώτημα», είπε ο Damian Benegas. «Είναι το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου δολαρίων στην ορειβασία και δεν υπάρχει εύκολη απάντηση».

«Ο μόνος τρόπος για να μην χρειαστεί να απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα είναι να αποφύγεις να βάλεις τον εαυτό σου εκεί εξαρχής», πρόσθεσε ο Willie.

 


(*) το άρθρο προέρχεται από το περιοδικό Outside και υπογράφεται από τον Owen Clarke

Εγκλιματισμός (στο μεγάλο υψόμετρο)

Το παρακάτω κείμενο, αποτελεί αυτούσιο κεφάλαιο από το βιβλίο “Doctor on Everest”, του γιατρού και ορειβάτη Peter Steele, ο οποίος συμμετείχε ως ιατρός στη διεθνή αποστολή στο Everest, το 1971. Δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση “Himalayan Journal” (ed.1971). Να σημειωθεί πως εκείνη την εποχή, πολλά από τα σημερινά δεδομένα της ορειβασίας και των αναβάσεων στο Everest, δεν υφίσταντο (μόλις 26 άνθρωποι είχαν ανέβει μέχρι τότε στην κορυφή). Το σημαντικότερο ίσως, καθώς συνδέεται και με το περιεχόμενο του άρθρου, είναι οι αναβάσεις στην κορυφή χωρίς συμπληρωματικό οξυγόνο, με αρχή την ανάβαση Messner-Habeler το 1978. Η επιστημονική σημασία όμως του κειμένου είναι σημαντική σε κάθε περίπτωση, γιατί γίνεται μια διεξοδική ανάλυση της ανθρώπινης φυσιολογίας σε σχέση με τις προσαρμογές του ανθρώπινου οργανισμού στα μεγάλα υψόμετρα. O Steele κάνει στο κείμενό του πολλές φορές αναφορά στην αποστολή του 1971, καθώς και στις παλιότερες αποστολές, που είχαν πραγματοποιηθεί από το 1921 και μετά.

 

ACCLIMATIZATION

«Η βλάβη προέρχεται από την ποιότητα του αέρα που εισπνέει και εκπνέει κανείς, καθώς είναι τόσο εξαιρετικά λεπτός και ευαίσθητος», έγραψε ο Fra Josef da Costa το 1608 για τα ψηλά βουνά των Άνδεων της Νότιας Αμερικής. Η λεπτότητα του αέρα που περιέγραψε επηρεάζει τους ορειβάτες σε υψόμετρο σε όλα τα μέρη του κόσμου. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω πώς επηρεάζεται ο ορειβάτης σε γλώσσα που μπορεί να κατανοήσει κάποιος που δεν είναι ειδικός και έτσι ελπίζω να του δώσω τη δυνατότητα να κατανοήσει ορισμένα από τα προβλήματα που συναντήσαμε στο Έβερεστ.

Εικόνα των ημερών μας στο Έβερεστ, με ουρές τουριστών που περιμένουν τη σειρά τους να φτάσουν στην κορυφή για μια φωτογραφία

Ο αέρας που αναπνέουμε στο επίπεδο της θάλασσας αποτελείται από τέσσερα μέρη αζώτου και ένα μέρος οξυγόνου και παρόλο που αυτή η αναλογία δεν αλλάζει με την αύξηση του υψομέτρου, η πυκνότητα ή η ποσότητα αυτών των αερίων μειώνεται. Καθώς η ατμοσφαιρική πίεση μειώνεται με την αύξηση του υψομέτρου, μειώνεται επίσης και η πίεση που ασκείται από τα συστατικά της αέρια, το οξυγόνο και το άζωτο. Έτσι, στα 18.000 πόδια (Βάση) η πίεση του οξυγόνου είναι η μισή από αυτήν στο επίπεδο της θάλασσας και στην κορυφή του Έβερεστ στα 29.028 πόδια είναι λιγότερο από το ένα τρίτο. Ένα συνηθισμένο μετεωρολογικό βαρόμετρο μπορεί, για αυτόν τον λόγο να χρησιμοποιηθεί ως αλτίμετρο. Όσο πιο ψηλά ανεβαίνει κανείς, τόσο πιο αραιός γίνεται ο αέρας, και η ζωή δεν θα ήταν δυνατή, αν το σώμα δεν έκανε προσαρμογές για να αντισταθμίσει την έλλειψη πίεσης για να πιέσει το οξυγόνο στους ιστούς, ειδικά σε αυτούς του εγκεφάλου. Απαιτείται πίεση για να σπρώξει το οξυγόνο μέσω των ευαίσθητων μεμβρανών στους πνεύμονες στο αίμα, όπου τα ερυθρά αιμοσφαίρια το μεταφέρουν σε απομακρυσμένα μέρη του σώματος, με τον ίδιο τρόπο που ένας πυροσβέστης χρειάζεται όχι μόνο μεγάλες ποσότητες νερού αλλά και μια αντλία για να το χορηγήσει σε υψηλή πίεση. Το οξυγόνο απελευθερώνεται στους ιστούς και γίνεται το απαραίτητο καύσιμο για την κανονική λειτουργία κάθε τύπου κυττάρου. Όταν καίγεται από τον κυτταρικό μεταβολισμό, σχηματίζει ένα απόβλητο προϊόν, το διοξείδιο του άνθρακα, το οποίο εκπνέεται στον εξωτερικό αέρα.

Τα μέλη της Βρετανικής εξερευνητικής αποστολής του 1921 στο Έβερεστ

Καθώς ο ορειβάτης ανεβαίνει όλο και ψηλότερα, έτσι και ο αέρας που αναπνέει περιέχει οξυγόνο, σε όλο και χαμηλότερη πίεση και θα έρθει η ώρα που αυτή η πίεση δεν θα είναι πλέον επαρκής για να σπρώξει το οξυγόνο στους ιστούς σε επαρκείς ποσότητες. Εάν ο εγκέφαλος το στερηθεί εντελώς για περισσότερο από λίγα λεπτά, το άτομο πολύ σύντομα πεθαίνει.

Οι άνθρωποι που έχουν έλλειψη οξυγόνου για μεγάλα χρονικά διαστήματα θα μπορούσαν θεωρητικά να υποστούν εγκεφαλική βλάβη. Αλλά και οι τέσσερις άνδρες που ανέβηκαν στα 28.000 πόδια (8.500μ) στο Έβερεστ το 1933 είχαν στη συνέχεια διακεκριμένες καριέρες. Μια πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξη με τους τρεις αυτούς ογδοντάχρονους λάτρεις του Έβερεστ, τον Odell, τον Somervel και τον John Noel, χρησιμεύει για να διαφημίσει μόνο την υγιεινή ζωή (healthy life) στον κρύο, αραιό αέρα στα ύψη.

Η έλλειψη οξυγόνου παρατηρείται αρχικά σε υψόμετρο περίπου 5.000 ποδιών (1.500μ) και με την αύξηση του υψομέτρου η αραίωση του αέρα προκαλεί ενοχλητικούς πονοκεφάλους, δυσκολία στον ύπνο και ρινική χροιά στην ομιλία. Λόγω της μειωμένης αντίστασης του αέρα, δίνει κάποιο πλεονέκτημα στους δρομείς ταχύτητας και στους δρομείς μικρών αποστάσεων, όπως αποδείχθηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες που πραγματοποιήθηκαν στην Πόλη του Μεξικού (2.254 μ.) το 1968. Εάν το σώμα δεν έκανε προσαρμογές, η ζωή θα ήταν αφόρητη πάνω από τα 7.000 πόδια (2.100μ). Ο εγκλιματισμός είναι η διαδικασία με την οποία το σώμα μαθαίνει να αντιμετωπίζει την κατάσταση της ζωής υπό μειωμένη πίεση οξυγόνου.

O Peter Steele, γιατρός, ορειβάτης και συγγραφέας, γύρισε τα βουνά του κόσμου και γνώρισε ιστορικές φυσιογνωμίες των βουνών. Εδώ εν δράσει, στην διεθνή αποστολή του Έβερεστ το 1971

Τα πρώτα γνωστά στοιχεία για τον εγκλιματισμό έγιναν γνωστά στις Άνδεις της Νότιας Αμερικής. Οι Ίνκας του Περού τον δέκατο έκτο αιώνα είχαν νόμους που εμπόδιζαν τη μετακίνηση σκλάβων από την ακτή της θάλασσας σε ορυχεία θείου στα βουνά και την εργασία μαζί με άνδρες που είχαν ζήσει όλη τους τη ζωή σε αυτά τα υψόμετρα και είχαν εγκλιματιστεί φυσικά.

Το Auconquilcha, το ψηλότερο ορυχείο θείου στη Χιλή, βρίσκεται στα 19.000 πόδια και οι σημερινοί Ινδιάνοι που εργάζονται εκεί προτιμούν να ζουν σε καταλύματα στα 17.500 πόδια και να ανεβοκατεβαίνουν καθημερινά, γεγονός που υποδηλώνει ότι το κρίσιμο ύψος για μόνιμο εγκλιματισμό είναι περίπου τα 18.000 πόδια (5.500μ). Η ταχύτητα εγκλιματισμού ποικίλλει μεταξύ των ορειβατών και μπορεί να εξηγήσει γιατί ορισμένοι είναι σε θέση να ανεχθούν πολύ μεγάλα υψόμετρα. Τον δέκατο όγδοο αιώνα οι επιστήμονες δεν πίστευαν ότι ο άνθρωπος θα μπορούσε να παραμείνει ζωντανός στις ψηλές κορυφές των Άλπεων, ωστόσο το 1786 ο γιατρός του χωριού από το Σαμονί, ο Michael Gabriel Paccard, ως αποτέλεσμα μιας πρόκλησης που τέθηκε από τον κύριο H. B. de Saussure, ανέβηκε στην κορυφή του Mont Blanc και επέστρεψε μια χαρά (για να διηγηθεί την ιστορία).

Στο Έβερεστ το 1924, ο Noel Odell πέρασε έντεκα συνεχόμενες νύχτες σε υψόμετρο πάνω από 23.000 πόδια (7.000μ) χωρίς οξυγόνο, ενώ έψαχνε για τους αγνοούμενους ορειβάτες Mallory και Irvine. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ανέβηκε έξι φορές πάνω-κάτω μεταξύ του Camp III (21.000 πόδια) και του Camp IV (23.000 πόδια), μία φορά από το βόρειο διάσελο στο Camp V (25.000 πόδια) και δύο φορές μέσα σε τέσσερις ημέρες στα 27.000 πόδια.(8.100μ) Για αυτό το πρωτοφανές κατόρθωμα, ο Odell είπε: «Τα στοιχεία μας έχουν δείξει με έμφαση ότι κάποιος μπορεί να ζήσει και να αισθάνεται σε φόρμα για αόριστο χρονικό διάστημα στα 23.000 πόδια… Δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας λόγος εντέλει για να υποθέσουμε ότι αυτή η σημαντική φυσιολογική ικανότητα, εκτός από άλλους παράγοντες, δεν θα έπρεπε να είναι δυνατό ως υψόμετρο ισοδύναμο με αυτό της κορυφής του Έβερεστ. Αλλά ο Odell είχε εξαιρετική σωματική διάπλαση και περιγράφηκε από τον Norton, υπαρχηγό της αποστολής, ως «ορειβάτης απαράμιλλης αντοχής και σκληρότητας». Το 1933 ο Frank Smythe πέρασε τρεις νύχτες στα 27.400 πόδια (8.200μ) χωρίς οξυγόνο. Πάνω από είκοσι αναβάσεις στα 28.000 πόδια χωρίς τη χρήση πρόσθετου οξυγόνου έχουν πλέον καταγραφεί (σ.σ. ο συγγραφέας αναφέρεται φυσικά σε στοιχεία μέχρι το 1971).

Το 1875, ο Tissandier και δύο συνάδελφοί του ανέβηκαν στα 29.000 πόδια (8.800μ) με αερόστατο και δύο από αυτούς πέθαναν! Μέρος της εξήγησης αυτών των αντικρουόμενων εμπειριών έγκειται στην ταχύτητα ανόδου σε υψόμετρο. Στις πρώτες αποστολές στο Έβερεστ, η διαδρομή μέσω του Θιβέτ ήταν μεγάλη και περιλάμβανε τη διέλευση αρκετών ψηλών περασμάτων, επομένως ο εγκλιματισμός είχε ξεκινήσει σε μεγάλο βαθμό όταν οι ορειβάτες κινδύνευαν. Επειδή οι αεροπόροι και οι πιλότοι αεροσκαφών φτάνουν σε μεγάλο υψόμετρο πριν ξεκινήσει ο εγκλιματισμός, πρέπει να χρησιμοποιούν οξυγόνο πάνω από τα 10.000 πόδια, όχι μόνο για να επιβιώσουν αλλά και για να μπορούν να πετούν με ασφάλεια τις μηχανές τους.

Η φυσιολογική διαδικασία του εγκλιματισμού είναι κεντρική σε ολόκληρο το ζήτημα της ορειβασίας σε μεγάλο υψόμετρο. Το οξυγόνο είναι απαραίτητο για τη ζωή και τη λειτουργία όλων των κυττάρων του σώματος και όσο πιο ευαίσθητο είναι το κύτταρο, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη του για οξυγόνο. Εάν στερηθούν οξυγόνο, τα εγκεφαλικά κύτταρα θα πεθάνουν σε λιγότερο από τέσσερα λεπτά, ενώ η καρδιά, τα κύτταρα της οποίας δεν είναι τόσο ευαίσθητα, μπορεί να συνεχίσει να χτυπά για πολύ περισσότερο χρόνο. Όλες οι φυσιολογικές διεργασίες κατά τον εγκλιματισμό κατευθύνονται τελικά σε ένα άκρο: να διατηρείται το σώμα επαρκώς εφοδιασμένο με οξυγόνο. Η πρώτη και ταχεία φάση του εγκλιματισμού ξεκινά περίπου στα 5.000 πόδια (1.500μ), η μείωση της πίεσης του οξυγόνου στην ατμόσφαιρα, στους πνεύμονες και στο αίμα ανιχνεύεται πρώτα από μικρά όργανα-υποδοχείς που βρίσκονται στις κύριες αρτηρίες του εγκεφάλου.

Αυτοί οι υποδοχείς προκαλούν τη διέγερση των αναπνευστικών κέντρων στον εγκέφαλο και ως αποτέλεσμα αυξάνεται το βάθος και η συχνότητα της αναπνοής, κάτι που μπορεί να είναι το πρώτο πράγμα που παρατηρεί ο ορειβάτης. Με βαθύτερη αναπνοή, το διοξείδιο του άνθρακα, το οποίο αραιώνει το οξυγόνο στους πνεύμονες, απομακρύνεται πιο γρήγορα και η συγκέντρωσή του στο αίμα μειώνεται. Αν και η πίεση του οξυγόνου στην ατμόσφαιρα μειώνεται, το αποτέλεσμα μετριάζεται από τη μείωση του διοξειδίου του άνθρακα, έτσι ώστε η πίεση του οξυγόνου στο αίμα και τους ιστούς να μην μειώνεται σημαντικά.

Το σύνδρομο Cheyne-Stokes, είναι ή κυκλική, περιοδική αναπνοή, που είναι κοινή σε κάθε άτομο κατά την άφιξη σε υψόμετρο και είναι ιδιαίτερα αισθητή και ανησυχητική τη νύχτα. Δημιουργείται ένα μοτίβο σταδιακής αύξησης του βάθους της αναπνοής που ανεβαίνει σε μια κορύφωση, στη συνέχεια μειώνεται αργά και τελικά σταματά για αρκετά δευτερόλεπτα. Αυτή η περίοδος ηρεμίας μπορεί ωστόσο να είναι πολύ ανησυχητική. Ο λόγος για την αναπνοή Cheyne-Stokes δεν είναι κατανοητός. Το διοξείδιο του άνθρακα στο αίμα, συσσωρεύεται καθώς δεν αποβάλλεται με τον συνήθη τρόπο και όταν φτάσει σε επαρκή συγκέντρωση διεγείρει το αναπνευστικό κέντρο και η αναπνοή επανεκκινεί. Στη συνέχεια, το διοξείδιο του άνθρακα αποβάλλεται, το ερέθισμα μειώνεται και η αναπνοή σταματά. Με τον εγκλιματισμό, αυτή η ανώμαλη συμπεριφορά του αναπνευστικού κέντρου σταματά και η διέγερση καταλήγει σε ένα νέο επίπεδο.

George Mallory και Andrew Irvine, (δεξιά με την πλάτη στο φακό), φωτογραφημένοι από τον Noel Odell στην τελευταία κατασκήνωση, ξεκινώντας για την κορυφή, με συσκευές οξυγόνου. Η τελευταία τους φωτογραφία εν ζωή. Μία ημέρα μετά (8 Ιουνίου του 1924) οι δυο τους θα χάνονταν στα ύψη του Έβερεστ, δημιουργώντας το μεγαλύτερο μυστήριο της ορειβασίας, άλυτο μέχρι και σήμερα

Η διέγερση των υποδοχέων οξυγόνου προκαλεί επίσης δύο άλλα σημαντικά αποτελέσματα. Στα περίπου 18.000 πόδια (5.400μ) υπάρχει μια σαφής αύξηση στην ταχύτητα και τη δύναμη της συστολής της καρδιάς, την οποία ο ορειβάτης αντιλαμβάνεται ως αίσθημα παλμών. Κατά συνέπεια, ο όγκος του αίματος που κυκλοφορεί κάθε λεπτό αυξάνεται και καθώς δεν εξάγεται επιπλέον οξυγόνο με κάθε κυκλοφορία, η πίεση του οξυγόνου στους ιστούς είναι υψηλότερη από ό,τι θα ήταν. Επιπλέον, το χαμηλό οξυγόνο προκαλεί αύξηση του ρυθμού παραγωγής ερυθρών αιμοσφαιρίων, η οποία μπορεί να διαρκέσει τέσσερις έως έξι εβδομάδες για να ολοκληρωθεί. Σε υψόμετρο, το αίμα μπορεί να μεταφέρει έως και το ένα τρίτο περισσότερο οξυγόνο από ό,τι στο επίπεδο της θάλασσας, αλλά δυστυχώς ταυτόχρονα, το αίμα γίνεται πιο παχύρρευστο και πιο ιξώδες.

Το αίμα γίνεται ακόμη πιο παχύρρευστο επειδή ο όγκος του πλάσματος, όπου αιωρούνται τα ερυθρά αιμοσφαίρια, μειώνεται λόγω της έλλειψης οξυγόνου, διεγείροντας τα συμπαθητικά νεύρα να συστέλλουν τα τοιχώματα των φλεβών και έτσι να μειώνουν την κανονική συγκέντρωση αίματος στην περιφέρεια του σώματος.

Η συνέπεια αυτής της ανώμαλης κολλώδους υφής του αίματος είναι διπλή. Η καρδιά υφίσταται μεγαλύτερη πίεση από την αυξημένη εργασία που απαιτείται για την άντληση του παχύρρευστου αίματος μέσα από αυτήν και υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος τα μικρά αγγεία να σχηματίζουν θρόμβους που προκαλούν μπλοκαρίσματα ή θρόμβωση. Το 1933 στο Έβερεστ, ο Eric Shipton έχασε την ομιλία του για μικρό χρονικό διάστημα, πιθανώς λόγω μικρού εγκεφαλικού επεισοδίου που επηρέασε το κέντρο ομιλίας στον εγκέφαλό του. Ο Edmund Hillary υπέστη ένα πιο σοβαρό αλλά προσωρινό εγκεφαλικό επεισόδιο κατά την ανάβαση στο Makalu (8.463μ) το 1960.

Η πυκνότητα του αίματος μπορεί να επιδεινωθεί περαιτέρω από την απώλεια σωματικού νερού με αφυδάτωση. Η βαριά αναπνοή στην κρύα και ξηρή ατμόσφαιρα στο ψηλό βουνό, μαζί με την εφίδρωση λόγω βαρέως έργου, το οποίο συνοδεύεται από βαριά, μονωτικά ρούχα, προκαλεί απώλεια πολλών σωματικών υγρών. Περίπου 5-7 λίτρα υγρών ημερήσια, πρέπει να πίνει κανείς σε υψόμετρα πάνω από τα 6.000 μέτρα.

Frank Smythe

Όλα αυτά τα σημεία δείχνουν ότι τα διάφορα μέρη της διαδικασίας εγκλιματισμού ξεκινούν σε διαφορετικά επίπεδα υψομέτρου και προχωρούν με διαφορετικούς ρυθμούς. Μερικοί άνθρωποι δεν ενοχλούνται ποτέ από το υψόμετρο, εφόσον ανεβαίνουν αρκετά αργά, ενώ άλλοι χωρίς προφανή φυσικό λόγο δεν μπορούν ποτέ να εγκλιματιστούν σωστά, όσο καιρό κι αν παραμείνουν ψηλά. Αυτό το χαρακτηριστικό του υψομέτρου είναι πολύ ατομικό και ιδιοσυγκρασιακό. Φυσικά, ο εγκλιματισμός δεν είναι μια αδιάκοπη διαδικασία. Η επιδείνωση ξεκινά μετά από περίπου ένα μήνα σε μεγάλο υψόμετρο, αλλά αυτός ο χρόνος ποικίλλει σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Η ικανότητα παραγωγής έργου του ορειβάτη μειώνεται και αυτός υποφέρει από κακή όρεξη, απώλεια βάρους και δεν μπορεί να κοιμηθεί σωστά. Μπορεί επίσης να βιώσει παραισθήσεις όπως ο Frank Smythe το 1933, όταν κατέβαινε μόνος του στο Camp VI του Everest. Ήταν τόσο πεπεισμένος ότι ήταν δεμένος με κάποιον αόρατο σύντροφο που γύρισε και πρόσφερε στη φανταστική φιγούρα τη μισή του σοκολάτα μέντας. Είδε επίσης δύο παλλόμενα αερόστατα να αιωρούνται στον ουρανό. Αν ο ορειβάτης πρόκειται να είναι σε θέση να φτάσει σε υψόμετρο άνω των 6.000 μέτρων και επίσης να εκτελέσει το απαιτούμενο έργο της αναρρίχησης και της μεταφοράς φορτίων, το χαμηλότερο (σ.σ. υψομετρικά) μέρος της ανάβασης θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο χαλαρό. Είναι επίσης πιθανό ότι ο εγκλιματισμός από μόνος του δεν μπορεί να στηρίξει τη ζωή και το βαρύ έργο (φυσική προσπάθεια) σε μεγάλο υψόμετρο και μπορεί να χρειαστεί να προστεθεί οξυγόνο από φιάλες που μεταφέρονται στην πλάτη. Αυτό είναι ένα πρόβλημα που έχει συζητηθεί με ένταση από τις πρώτες προσπάθειες ανάβασης στο Έβερεστ.

Από την αποστολή των Βρετανών στο Έβερστ το 1922

Το 1922, όταν οι φιάλες οξυγόνου ήταν βαριές, ογκώδεις και δυσκίνητες, ο Mallory έγραψε: «Από την πλευρά μου, δεν νομίζω ότι είναι αδύνατο να σκαρφαλώσει κανείς χωρίς οξυγόνο… τίποτα από την εμπειρία της πρώτης προσπάθειας δεν με οδήγησε να υποθέσω ότι αυτά τα τελευταία 2.000 πόδια δεν μπορούν να σκαρφαλωθούν σε μια μέρα».

Ο Δρ. T. Howard Somervell έγραψε για την αποστολή του 1922: «… φαίνεται ότι οι πιθανότητες ανάβασης στο βουνό είναι πιθανώς μεγαλύτερες εάν δεν χρησιμοποιηθεί οξυγόνο. Γιατί… σε μια προσπάθεια χωρίς οξυγόνο απαιτούνται μόνο τρεις ή τέσσερις βαστάζοι για τον εξοπλισμό κατασκήνωσης και την τροφή στην ψηλότερη κατασκήνωση. Ήταν καλύτερο να προετοιμαστεί κανείς για έναν αριθμό προσπαθειών, καθεμία από μια μικρή αλλά εγκλιματισμένη ομάδα, παρά να ποντάρει τα πάντα σε μία ή δύο άκρως οργανωμένες προσπάθειες, στις οποίες χρησιμοποιείται οξυγόνο και ένας μεγάλος αριθμός βαστάζων».

Ο Norton το 1924 λέει: «Εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν υπάρχει τίποτα στις ατμοσφαιρικές συνθήκες, ακόμη και μεταξύ 28.000 και 29.000 ποδιών (8.500μ – 8.800μ) που να εμποδίζει μια φρέσκια και γυμνασμένη ομάδα να φτάσει στην κορυφή χωρίς οξυγόνο». Ο Odell αναφέρει τη δική του εμπειρία περίπου στα 26.000 πόδια ως εξής: «… το οξυγόνο είχε τόσο μικρή επίδραση και η συσκευή αποδείχθηκε τόσο κουραστική που χάρηκα που την παρέδωσα σε έναν αχθοφόρο για να την κουβαλήσει…», και αλλού, «…στη δεύτερη ανάβασή μου σε αυτό το υψόμετρο (27.000 πόδια) χρησιμοποίησα οξυγόνο από την Κατασκήνωση V στα 25.000 πόδια, αλλά σε υψόμετρο αρκετά πάνω από 26.000 πόδια ένιωσα ότι αποκόμιζα τόσο μικρό όφελος από αυτό, που το απενεργοποίησα τελικά και δεν χρησιμοποίησα ξανά το αέριο… Ένιωσα ότι μπορούσα να προχωρήσω συνολικά, καλύτερα από ό,τι όταν ανέπνεα οξυγόνο… χωρίς τον όγκο και την αδεξιότητα της συσκευής».

Ο Ruttlege συνοψίζει τις εμπειρίες της αποστολής του 1933 στο Everest ως εξής: «… ένας ορειβάτης θα λάβει ελάχιστο ή καθόλου όφελος από τη χρήση οξυγόνου σε υψόμετρο στο οποίο έχει εγκλιματιστεί με φυσικό τρόπο». Και ο Raymond Greene, ο γιατρός της ομάδας, είπε: «Η κατάσταση των ορειβατών στα 28.000 πόδια (8.500μ) ήταν τόσο καλή που δεν υπάρχει αμφιβολία για την ικανότητά τους, σε καλή κατάσταση, να ανέβουν στο Έβερεστ χωρίς οξυγόνο».

O George Finch με τη συσκευή που ο ίδιος εφύηρε

Αλλά ο George Finch, ο σχεδιαστής του συστήματος οξυγόνου το 1922 και ο μεγαλύτερος υποστηρικτής του, παρέμεινε ανένδοτος πολλά χρόνια αργότερα. «Η ανάβαση στο Έβερεστ είναι… πολύ κοντά στο όριο της ανθρώπινης προσπάθειας. Ως εκ τούτου, απαιτεί την αποκόμιση κάθε πλεονεκτήματος που μπορεί να επινοήσει η ανθρώπινη ευφυΐα. Ο Tillman το 1938 επιστρέφει στην κοινή άποψη: «Δεν είμαι πεπεισμένος ότι η φετινή χρονιά δείχνει ότι τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η χρήση οξυγόνου υπερτερούν των ηθικών αντιρρήσεων για τη χρήση του».

Κανείς δεν έχει ανέβει ακόμα στο Έβερεστ χωρίς οξυγόνο (σ.σ. το παρόν άρθρο γράφτηκε το 1971, επτά χρόνια πριν την πρώτη ανάβαση χωρίς οξυγόνο, από τους Messner & Habeler). Ωστόσο, ο Edmund Hillary κατάφερε να κάνει αρκετές νοερές αριθμητικές πράξεις στο τελευταίο μέρος της ανάβασης για να υπολογίσει πόσο οξυγόνο είχε απομείνει στις μπουκάλες του και όταν έφτασε στην κορυφή έβγαλε τη μάσκα του για δέκα λεπτά και τράβηξε πολλές εξαιρετικές φωτογραφίες. Το 1963 (σ.σ. Αμερικάνικη αποστολή στη δυτική κόψη), τέσσερις άνδρες (Willi Unsoeld, Tom Hornbein, Barry Bishop & Lute Jerstad) αναγκάστηκαν να κάνουν μπιβουάκ (διανυκτέρευση χωρίς κατασκηνωτικό εξοπλισμό) σε ανοιχτό χώρο πάνω από τα 28.000 πόδια κατά την κατάβαση από την κορυφή του Everest. Το οξυγόνο τους είχε εξαντληθεί και, παρόλο που είχαν παγώσει, επέζησαν τη νύχτα, στην οποία ως εκ θαύματος υπήρχε άπνοια. Ο Don Whillans και ο Dougal Haston, κατά την ανάβασή τους στη νότια πλευρά του Annapurna (1970), έκαναν δύσκολη αλπική αναρρίχηση μέχρι τα 26.000 πόδια (7.900μ) χρησιμοποιώντας οξυγόνο μόνο στον ύπνο.

Oxygen sets which belonged to George Finch, Two cylinder oxygen set (open circuit) from the 1953 ascent of Mount Everest and the four cylinder oxygen set used on the 1922 expedition to Mount Everest, which belonged to George Finch, circa 1990. RGS Artefact Collection. (Photo by Royal Geographical Society via Getty Images)

Οι προηγούμενες παράγραφοι δίνουν τις απόψεις και τις εμπειρίες μερικών σπουδαίων ανδρών για το Έβερεστ. Στην αποστολή μας (σ.σ. 1971), 300 μπουκάλες οξυγόνου μεταφέρθηκαν στο βουνό υπό την επίβλεψη του Δρ. Duane Blume, ενός φυσιολόγου μεγάλου υψομέτρου, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για το σχεδιασμό του συστήματος οξυγόνου, το οποίο ήταν μια βελτίωση στο σύστημα Hornbein που χρησιμοποιήθηκε με επιτυχία από τους Αμερικανούς το 1963.

Από την Αμερικανική αποστολή του 1963, Tom Hornbein & Willie Unsoeld, στη δυτική κόψη του Έβερεστ

Η περιεκτικότητα σε οξυγόνο θα πρέπει να είναι η ίδια για κάθε αναπνοή, ανεξάρτητα από τον ρυθμό αναπνοής. Έτσι, όταν έκαναν μια σύντομη περίοδο σκληρής δουλειάς, όταν θα μπορούσαν να διπλασιάσουν τον κανονικό αριθμό αναπνοών ανά λεπτό, η παροχή θα προσαρμόζονταν για να συμβαδίζει με τη ζήτηση. Οι φιάλες χωρούσαν 1.180 λίτρα οξυγόνου σε πίεση 3.000 λιβρών ανά τετραγωνική ίντσα και όταν ήταν γεμάτες ζύγιζαν λίγο πάνω από δεκαέξι λίβρες (7 κιλά). Στον κύλινδρο ήταν προσαρτημένη μια βαλβίδα on/off που μείωνε την πίεση στη δεξαμενή στα 60 psi πριν εισέλθει στους σωλήνες. Χωρίς αυτή τη βαλβίδα μείωσης, η πίεση που ερχόταν απευθείας από τη δεξαμενή θα ήταν πολύ υψηλή.
Ένα καινοτόμο χαρακτηριστικό – ο πραγματικός μηχανισμός του συστήματος – ήταν μια κομψή μικρή μονάδα ρυθμιστή αραιωτή ζήτησης στο μέγεθος μιας γροθιάς, η οποία ήταν προσαρτημένη στη φιάλη οξυγόνου με σωλήνα πολυουρεθάνης και φοριόταν γύρω από το λαιμό. Ένας επιλογέας με τέσσερις ρυθμίσεις που μπορούσαν εύκολα να αλλάξουν με το χέρι, ρύθμιζε την ανάμειξη του εξωτερικού ατμοσφαιρικού αέρα με οξυγόνο από τη δεξαμενή, για να αραιώσει τη συγκέντρωση οξυγόνου στον εισπνεόμενο αέρα σε ισοδύναμο ύψος 17.500 ποδιών. Ο επιλογέας με αριθμό 1 χρησιμοποιήθηκε από τα 23.000 έως τα 25.000 πόδια, ο επιλογέας από τα 2 έως τα 27.000 πόδια, ο επιλογέας 3 έως την κορυφή και ο επιλογέας 4 εάν απαιτούνταν υψηλή συγκέντρωση οξυγόνου για μια συγκεκριμένη προσπάθεια εργασίας. Το σύστημα, όπως όλες οι έξυπνες εφευρέσεις, ήταν απλό στο σχεδιασμό και εύκολο στην κατανόηση.

Κυματοειδής σωλήνας από καουτσούκ συνέδεε τη βαλβίδα ζήτησης του αραιωτή με μια απλή εφαρμογή στην λαστιχένια μάσκα προσώπου τυπικού σχεδιασμού της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ. Κατασκευασμένη από καουτσούκ, μπορούσε εύκολα να τσαλακωθεί στο χέρι για να σπάσει τυχόν πάγος που σχηματιζόταν από την υγρασία που παγώνει στη βαλβίδα εξόδου. Η μάσκα στερεωνόταν σε ένα υφασμάτινο κράνος με δύο απλές συρμάτινες λαβές που βρίσκονταν πάνω από τα μάγουλα.

Ένα πνευμόνι που κοντανασαίνει

Ο Τένζινγκ Νόργκεϊ δεν το πίστευε. Ούτε οι άλλοι πέντε Σέρπα που είχαν ανέβει στην κορυφή του Έβερεστ από το 1953, όταν ο Τένζινγκ και ο Έντμουντ Χίλαρι χτύπησαν για πρώτη φορά τον «κάθαρμα». Οι Ευρωπαίοι ήταν πολύ γρήγοροι -πολύ γρήγοροι για να ανέβουν το βουνό με φιάλες οξυγόνου, πόσο μάλλον χωρίς αυτές. Αλλά αυτός ήταν ο ισχυρισμός που έκαναν ο Ιταλός Reinhold Messner, τότε 33 ετών, και ο Αυστριακός Peter Habeler, 35 ετών, για την κορυφή του Έβερεστ στις 8 Μαΐου 1978. Είπαν ότι είχαν φτάσει στην κορυφή των 8.849 μέτρων από το Camp IV, το οποίο βρίσκεται στα 7.950 μέτρα στο South Col, τη διάσελο μεταξύ του Everest και του γειτονικού Lhotse- σε λίγο λιγότερο από οκτώ ώρες. Είχαν περάσει 15 λεπτά στην κορυφή και μετά επέστρεψαν ο καθένας ξεχωριστά, o Habeler σε μία ώρα και ο Messner σε μία ώρα και 45 λεπτά.

Αν ήταν αλήθεια, όχι μόνο αψήφησαν τους αμφισβητίες, αλλά είχαν επίσης καταφέρει κάτι ισοδύναμο του να σπάσουν το φράγμα των τεσσάρων λεπτών στο μίλι. Οι ορειβάτες που χρησιμοποιούν φιάλες οξυγόνου συνήθως χρειάζονταν – και εξακολουθούν να χρειάζονται για την κορυφή 12-14 ώρες μετ’ επιστροφής από το Camp IV. Σε αυτό το υψόμετρο, στη λεγόμενη Ζώνη Θανάτου πάνω από τα 26.200 πόδια (8000 μέτρα), το συμπληρωματικό οξυγόνο καθαρίζει το μυαλό, ζεσταίνει το σώμα και τροφοδοτεί τα πόδια. Όμως ο Messner και ο Habeler το είχαν καταφέρει σε λιγότερο από δέκα ώρες!

Όταν το δίδυμο επέστρεψε στο Camp IV, ο Βρετανός εικονολήπτης Eric Jones, που τους περίμενε εκεί, ειδοποίησε μέσω ασυρμάτου το Base Camp για να επικοινωνήσει με τον Leo Dickinson, τον σκηνοθέτη του “Everest Unmasked”, ενός ντοκιμαντέρ για την αποστολή που θα κυκλοφορούσε την επόμενη χρονιά. «Κάτι δεν πάει καλά εδώ», είπε ο Jones. «Επέστρεψαν πολύ νωρίς». Σε ένα ρεπορτάζ του Reuters στις 17 Ιουνίου εκείνης της χρονιάς, ο Tenzing και άλλοι είπαν σε έναν δημοσιογράφο ότι είχαν σοβαρές αμφιβολίες για το επίτευγμα.

O Messner στην κορυφή! Ήταν 8 Μαΐου 1978 και μαζί με τον Peter Habeler έγιναν οι πρώτοι ορειβάτες που πάτησαν στην κορυφή του Έβερεστ χωρίς τη χρήση συμπληρωματικού οξυγόνου!

Δεν μπορείτε να τους κατηγορήσετε ότι στάθηκαν με σκεπτικισμό απέναντι στον ισχυρισμό αυτόν. Όταν παρουσίασα σε αρκετούς σύγχρονους ορειβάτες τους αριθμούς, αποκρύπτοντας τα ονόματα των θρυλικών ανδρών που τους είχαν καταφέρει, ήταν κι αυτοί αμφίβολοι. «Θα έλεγα ότι αυτές οι εποχές ήταν απίστευτα απίθανες», έγραψε ο οδηγός βουνού Adrian Ballinger, ο οποίος ανέβηκε στην κορυφή του Έβερεστ χωρίς οξυγόνο από το Βόρειο Διάσελο (North Col) το 2017. Στην πραγματικότητα, αν ένας ορειβάτης έχει κάνει ποτέ τη διαδρομή αυτή χωρίς οξυγόνο τόσο γρήγορα όσο οι Messner και Habeler, δεν μπόρεσα να βρω καμία καταγραφή για αυτό.

Οι άνθρωποι αυτοί περίμεναν ότι ο κόσμος θα αμφισβητούσε την ανάβασή τους. Στην κορυφή, ο Messner έδεσε μία από τις εξαντλημένες μπαταρίες της κάμεράς του και ο Habeler ένα κομμάτι σχοινιού στο γνωστό εκείνη την εποχή ανοξείδωτο τρίποδο που είχαν εγκαταστήσει οι Κινέζοι το 1975, ώστε κανείς να μην μπορεί να αμφισβητήσει ότι είχαν πάει εκεί. Αλλά η απόδειξη του αντίθετου -ότι δεν είχαν χρησιμοποιήσει δηλαδή οξυγόνο- ήταν πιο δύσκολη να στηριχτεί. «Μερικοί ειδικοί», έγραψε ο Habeler στο βιβλίο του το 1978, “The Lonely Victory”, ισχυρίστηκαν ότι «είχαμε επιτρέψει να το μυρίσουμε, τουλάχιστον για λίγο και σε διαλείμματα». Ο Messner επιτέθηκε στον Tenzing και σε άλλους που αμφισβήτησαν όταν επέστρεψε στο σπίτι του στο Funès της Ιταλίας. «Είναι καθαρός φθόνος εκ μέρους τους», είπε στο Reuters. «Δεν μπορούν να καταλάβουν ότι κάποιος έχει κάνει αυτό που δεν έχουν κάνει εκείνοι».

Ένα άτομο που κατάλαβε αμέσως τη σημασία της ανάβασης, ήταν ο John Roskelley, ο οποίος σχεδίαζε να κάνει την τρίτη ανάβαση στο K2 εκείνο το καλοκαίρι με μια αμερικανική ομάδα. Ο Roskelley, τώρα 68 ετών, λέει ότι εκείνη η χωρίς οξυγόνο ανάβαση του Έβερεστ, «ήταν ο λόγος που ήμουν αποφασισμένος να ανέβω στο K2 χωρίς φιάλες οξυγόνου. Η ανάβασή τους απέδειξε ότι το υψόμετρο μπορούσε να ξεπεραστεί από τις φυσικές δυνάμεις, από αθλητές που μπορούσαν να προσαρμοστούν στην έλλειψη οξυγόνου μέσω ενός προγράμματος εγκλιματισμού».

Rick Ridgeway and John Roskelley en route to K2 basecamp, August 1978

Αυτό που πολλοί άνθρωποι δεν γνώριζαν εκείνη την εποχή ήταν ότι, παρά το ιστορικό τους επίτευγμα, η σχέση του Messner και του Habeler βρισκόταν σε πορεία διάλυσης και η πρώτη ανάβαση στο Έβερεστ με «δίκαια μέσα» θα ήταν η σφήνα που θα διέκοπτε τη συνεργασία τους. Ο Maurice Isserman, ιστορικός στο Hamilton College και συγγραφέας του Fallen Giants: A History of Himalayan Mountaineering, επισημαίνει ότι αυτή η ομάδα ήταν πάντα λίγο εύθραυστη. «Σκεφτείτε τους Hillary και Tenzing, τον Tom Hornbein και τον Willi Unsoeld», λέει. «Σκέφτεσαι αυτή την κατεξοχήν πράξη του να είσαι δεμένος με έναν άλλο άνθρωπο. Ο Messner και ο Habeler είχαν ένα σχοινί, αλλά ήταν δεμένοι μόνο για μικρό χρονικό διάστημα. Στην πραγματικότητα έκαναν δύο σόλο αναβάσεις χωρίς οξυγόνο». Παρ’ όλα αυτά, για μια σύντομη στιγμή την άνοιξη του 1978, το ζευγάρι στάθηκε μαζί, μόνο του στην κορυφή της ανθρώπινης απόδοσης.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, οι ορειβάτες είχαν αρχίσει να κρίνουν τα επιτεύγματά τους λιγότερο από τις κορυφές που σκαρφάλωναν και περισσότερο από τις διαδρομές και το στυλ που χρησιμοποιούσαν για να τις σκαρφαλώσουν. Το 1963, οι Hornbein και Unsoeld ολοκλήρωσαν μια πρώτη ανάβαση στη Δυτική Κορυφογραμμή του Έβερεστ. Αν και χρησιμοποίησαν οξυγόνο, η γρήγορη και ελαφριά προσέγγισή τους αντιπροσώπευε μια σοβαρή αναβάθμιση σε δυσκολία και έκθεση. Στη δεκαετία που ακολούθησε, το άθλημα εξελίχθηκε ραγδαία καθώς οι σύγχρονοι ορειβάτες μείωσαν το μέγεθος και τη χρονοβόρα στρατηγική των μαζικών αποστολών, οι οποίες καθόρισαν την ορειβασία κατά το πρώτο μισό του αιώνα. Αλλά το οξυγόνο εξακολουθούσε να θεωρείται ζωτικής σημασίας, ειδικά στο Έβερεστ.

«Το 1975 ή το 1976, αν ρωτούσατε οποιονδήποτε είχε ασχοληθεί με την αναρρίχηση στα Ιμαλάια ποιο θα ήταν το επόμενο μεγάλο πράγμα», μου είπε ο Habeler τον Ιούνιο, «κάθε δεύτερος άνθρωπος θα σας έλεγε: Είναι το Έβερεστ χωρίς οξυγόνο».

Ο Habeler και ο Messner ήταν οι τέλειοι άνθρωποι για να το δοκιμάσουν. Και οι δύο από τους «τρομερούς διδύμους», όπως ήταν γνωστοί στην Ευρώπη, ξεκίνησαν την καριέρα τους στις Άλπεις. Ο Μέσνερ, με την κορδέλα του, την γενειάδα και τα ατίθασα καστανά μαλλιά του, έμοιαζε με έναν άγριο Μπιορν Μποργκ (διάσημος Σουηδός τενίστας στα ‘70s). Ο Χάμπελερ, συνήθως καθαρός, είχε ψηλά ζυγωματικά, λαμπερά λευκά δόντια και εμφάνιση πρωταγωνιστή. Ο Μέσνερ είχε πρόσφατα πάρει διαζύγιο. Ο Χάμπελερ σκαρφάλωνε με μια φωτογραφία της γυναίκας του και του μικρού γιου του.

Ο Habeler μεγάλωσε στο Mayrhofen της Αυστρίας, ενώ ο Messner ζούσε μόλις 50 μίλια νοτιότερα, στο Funes της Ιταλίας. Και οι δύο έκαναν τις μαθητείες τους με πιο αδύναμους συντρόφους (μερικές φορές μέλη της οικογένειας – ο Μέσνερ είχε οκτώ αδέλφια) και έχτισαν το όνομά τους ως σολίστες. Φαινόταν αναπόφευκτο ότι θα συνεργαστούν, έστω και μόνο επειδή δεν υπήρχε κανείς άλλος στο επίπεδο τους.

Ο Habeler, είναι εσωστρεφής σε σύγκριση με τον Messner, ο οποίος είναι διάσημος για την τολμηρή και υπερβολική προσωπικότητά του. «Το ζώδιό του είναι η Παρθένος, του αρέσει να λάμπει. Είμαι Καρκίνος που σέρνεται πίσω στο καβούκι του», έγραψε ο Χάμπελερ στο Lonely Victory. «Δεν είμαστε φίλοι με τη συνήθη έννοια της λέξης», συνέχισε. «Δεν είμαστε «φίλοι» που μένουν μαζί στα καλά και στα άσχημα. Σπάνια μιλάμε ο ένας στον άλλον για την προσωπική μας ζωή».

Ξεκινώντας το 1965 με την Tofana di Rozes, στους Δολομίτες κοντά στην Κορτίνα της Ιταλίας, οι άνδρες, τότε 22 και 20 ετών, σφυρηλάτησαν έναν δεσμό αναρρίχησης που θα διαρκούσε 13 χρόνια. Ήταν κυρίως αναρριχητές, λάτρεις της γυμναστικής με ατσάλινα νεύρα. Αλλά στις αρχές του 1969, τόσο ο Messner όσο και ο Habeler, συμμετείχαν σε μια αποστολή στις Άνδεις και έκαναν την πρώτη ανάβαση στην ανατολική πλευρά της Yerupaja, μιας Περουβιανής κορυφής 6.635 μέτρων, με μια λεπίδα τσεκουριού για κορυφή. Ήταν η πρώτη τους επαφή με το μεγάλο υψόμετρο.

Ο Messner ήθελε αμέσως περισσότερα και το 1970 υπέγραψε με μια γερμανική αποστολή στην πλευρά Rupal του Nanga Parbat στο Πακιστάν, ύψους 8.126 μέτρων. Ο Habeler δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει, οπότε ο μικρότερος αδελφός του Messner, ο Günther, πήγε στη θέση του. Ο θάνατος του Günther στο βουνό εκείνη τη χρονιά, καθώς τα αδέρφια κατέβαιναν από την κορυφή, έγινε η καθοριστική στιγμή της ζωής και της καριέρας του Messner. Εξαντλημένοι και με λίγες επιλογές, οι δυο τους κατέβηκαν από την αντίθετη πλευρά του βουνού, όπου ο Günther εξαφανίστηκε, πιθανότατα παρασυρμένος από μια χιονοστιβάδα. (Το σώμα του δεν ανακαλύφθηκε παρά μόλις το 2005). Ακόμα και σήμερα, ο Messner αποκαλεί αυτή την ανάβαση την πιο σημαντική του, λόγω της εξαιρετικής δυσκολίας της. Αλλά η τραγωδία, όπως και οι κατηγορίες ότι είχε θέσει σε κίνδυνο τον αδελφό του, τον ακολουθούσαν για δεκαετίες.

Τα αδέρφια Messner στην αποστολή στο Nanga Parbat το 1970. Δεξιά ο Gunter, αριστερά ο Reinhold

Ο Messner επέζησε, αφού κατάφερε να φτάσει κουτσαίνοντας σε ένα χωριό στην άλλη πλευρά του βουνού, αλλά είχε χάσει επτά δάχτυλα των ποδιών του στην πρώτη του κιόλας κορυφή των 8.000 μέτρων. Το 1974, οι Messner και Habeler ανέβηκαν τη βόρεια πλευρά του Eiger της Ελβετίας σε μόλις δέκα ώρες, περίπου το μισό χρόνο από το προηγούμενο ρεκόρ. Την επόμενη χρονιά (1975), έγιναν οι πρώτοι που ανέβηκαν σε μια κορυφή 8.000 μέτρων – το Gasherbrum του Πακιστάν, ύψους 8.080 μέτρων, χωρίς να χρησιμοποιήσουν συμπληρωματικό οξυγόνο, βαστάζους ή την παραδοσιακή τακτική πολιορκίας, με τη δημιουργία και εφοδιασμό μιας σειράς κατασκηνώσεων.

Αυτή η νέα τεχνική προήλθε από τις Άλπεις και έτσι ονομάστηκε «αλπικό στυλ», ένα όνομα που έκτοτε έχει γίνει η επιθυμητή ηθική στον κόσμο της ορειβασίας στα Ιμαλάια. Το να σκαρφαλώνεις στα βουνά είναι ένα πράγμα, αλλά το να διεκδικείς για τον εαυτό σου τον τίτλο του αλπινιστή, είναι σαν να διεκδικείς ψηλότερο επίπεδο. Ο Messner δεν εφηύρε τη φράση, αλλά την κωδικοποίησε στο μανιφέστο του περιοδικού Mountain του 1971 με τίτλο «Η Δολοφονία του Αδύνατου» (Murder of the Impossible).

«Φόρεσε τις μπότες σου και ξεκίνα», προέτρεπε εκεί «Αν έχεις σύντροφο, πάρε μαζί σου ένα σχοινί και μερικά καρφιά για τις ασφάλειές σου, αλλά τίποτα άλλο».

Μετά την ανάβαση στο Gasherbrum-Ι το 1975, στην πτήση της επιστροφής, ο Messner και ο Habeler γιόρτασαν την επιτυχία τους με τζιν τόνικ. Στο βιβλίο του, ο Habeler αφηγήθηκε μια συγκεκριμένη συζήτηση, η οποία του ακουγόταν σαν να μιλούσαν ομόφωνα. «Στο Έβερεστ», είπε ο Χάμπελερ. «Χωρίς οξυγόνο!». «Χωρίς οξυγόνο!», απάντησε ο Messner.

1975 – Habeler και Messne στο Broad Peak

Με τα χρόνια, πολλά έχουν ειπωθεί για την ιδέα ότι η ανάβαση στο Έβερεστ με αυτόν τον τρόπο θεωρούνταν φυσιολογικά αδιανόητη. Όπως δήλωσε ο Messner στο National Geographic το 2006, «Ήταν σαν να πηγαίνεις στο φεγγάρι χωρίς οξυγόνο, πώς είναι δυνατόν; … Και στη Γερμανία, τουλάχιστον πέντε γιατροί είχαν εμφανιστεί στην τηλεόραση πιο πριν, πηγαίνοντας και λέγοντας σε όλους ότι μπορούν να αποδείξουν ότι δεν είναι δυνατόν».

Αυτό είναι πιθανά υπερβολικό: οι πιο ένθερμες πηγές για την ιδέα ότι κανείς δεν θα μπορούσε να επιβιώσει από μια «καθαρή» ανάβαση στο Έβερεστ, ήταν οι ίδιοι οι ορειβάτες. Λίγοι γιατροί ή επιστήμονες είχαν εκφέρει μια επαγγελματική γνώμη για ένα κατόρθωμα που ούτως ή άλλως δεν ήταν στο πρόγραμμα κανενός. Και η έρευνα για το υψόμετρο που ήταν διαθέσιμη το 1978, φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με την έννοια του αδύνατου.
Κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 1960-61, ο Edmund Hillary οδήγησε μια ομάδα επιστημόνων στο Νεπάλ σε μια πολύπλευρη αποστολή για να μελετήσει την ανθρώπινη φυσιολογία σε υψόμετρο. Δέκα επιστήμονες πέρασαν περισσότερες από έξι εβδομάδες μετρώντας τις σωματικές τους λειτουργίες μέσα σε ένα εργαστήριο κόντρα πλακέ που έμοιαζε με σωλήνα, στα 5.700 μέτρα. Η ομάδα ανακάλυψε ότι η βαρομετρική πίεση στα Ιμαλάια είναι υψηλότερη από ό,τι θα περίμενε κανείς, πράγμα που σημαίνει ότι το Έβερεστ, των 8849 μέτρων, έχει ένα αποτελεσματικό υψόμετρο πιο κοντά στα 8.400 μέτρα.

Το 1920, τέσσερα χρόνια πριν ο George Mallory και η Sandy Irvine εξαφανιστούν με έναν αθόρυβο αλλά διάσημο τρόπο στο Έβερεστ, ο Σκωτσέζος χημικός και ορειβάτης Alexander Kellas είχε κάνει μια πρόβλεψη για την επίδραση του βουνού στην ανθρώπινη φυσιολογία. Χρησιμοποιώντας στοιχειώδη δεδομένα για την αναπνευστική ανταλλαγή του σώματος, μπόρεσε να υπολογίσει, όπως έγραψε σε μια εργασία που θα παρέμενε αδημοσίευτη μέχρι το 2001, ότι «στα 29.000 πόδια, σε μέτρια εύκολο έδαφος, ένας άνθρωπος με καλή εκπαίδευση θα μπορούσε να περιμένει να σκαρφαλώσει από 300 έως 350 πόδια την ώρα χωρίς συμπληρωματικό οξυγόνο». Αυτό το νούμερο αποδείχθηκε λογικό, όπως και ο προφητικός ισχυρισμός του ότι «η ανάβαση με χρήση οξυγόνου θα πρέπει να είναι σχετικά εύκολη. Ίσως στο μακρινό μέλλον, νέοι άνδρες… να δοκιμάσουν το θάρρος τους στην ψηλότερη κορυφή του κόσμου».

Mallory και Norton, στα 8100 μέτρα στο Έβερεστ το 1922, χωρίς συσκευές οξυγόνου!

Αναμφισβήτητα, το πιο πειστικό στοιχείο ήταν το γεγονός ότι ο Βρετανός αντισυνταγματάρχης E. F. Norton είχε φτάσει σε απόσταση 300 μέτρων υψομετρικά κάτω από την κορυφή του Έβερεστ χωρίς οξυγόνο το 1924, στο δύσκολο Grand Couloir στη Βόρεια Πλευρά, πριν γυρίσει πίσω λόγω του διαφαινόμενου σκοταδιού. Οι Messner και Habeler είχαν επίσης σκαρφαλώσει ψηλά σε πολλά βουνά και γνώριζαν πώς αντιδρούσε το σώμα τους. Μέχρι το 1978, ο Messner είχε ήδη κατακτήσει δύο άλλες κορυφές 8.000 μέτρων χωρίς οξυγόνο – το Nanga Parbat και το Manaslu, πριν ο ίδιος και ο Habeler φτάσουν στο Gasherbrum.

Την προηγούμενη άνοιξη (1977), ο Leo Dickinson και ο Messner βρίσκονταν στο Κατμαντού, όπου νοίκιασαν ένα μονοκινητήριο αεροπλάνο με έλικα για να πετάξουν γύρω από την κορυφή του Έβερεστ στα 9.000 μέτρα. Ο Ντίκινσον και ο πιλότος χρησιμοποίησαν οξυγόνο, αλλά ο Μέσνερ καθόταν στο πίσω μέρος χωρίς μάσκα. «Τα χείλη του έγιναν γαλάζια», θυμάται ο Ντίκινσον, «και τα μάτια του στένεψαν. Το αστείο όμως ήταν ότι δεν μπορούσες να τον σταματήσεις από το να μιλάει».

O Messner ρητορεύει στην καμπίνα του ελικοπτέρου, στη διάρκεια της περιήγησης γύρω από το Έβερεστ (απόσπασμα από το ντοκιμαντέρ “Everest unmasked”

Στο βίντεο, ο Μέσνερ κάθεται εκεί και κουβεντιάζει. «Πετώντας περίπου 30.000 πόδια χωρίς οξυγόνο, δεν αποτελεί απόδειξη ότι μπορούμε να πάμε με τις δικές μας δυνάμεις πάνω από την κορυφή του Έβερεστ χωρίς οξυγόνο», λέει στο ντοκιμαντέρ του Ντίκινσον. «Ήταν απλώς απόδειξη ότι μπορούμε να μείνουμε εκεί χωρίς να πεθάνουμε».

Όταν ο Χάμπελερ και ο Μέσνερ έφτασαν στο βουνό το 1978, αυτό είχε πατηθεί μόλις 59 φορές, (1953-1978) κάτι που φαινόταν πολύ για εκείνη την εποχή. (Μόνο το 2019, σχεδόν 900 άνθρωποι έφτασαν στην κορυφή). Κατά κάποιο τρόπο, το Έβερεστ ήταν εντελώς διαφορετικό από το βουνό που σκεφτόμαστε σήμερα, μια ουδέτερη ζώνη χωρίς κάλυψη κινητής τηλεφωνίας. Αλλά το «Big E» διαμορφωνόταν ήδη από brands, εγωισμούς και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η εποχή των κόλπων στο Έβερεστ ξεκίνησε αφότου ένας Ιάπωνας, ο Yuichiro Miura, κατάφερε σχεδόν να σκιάρει στην παγωμένη πλαγιά Λότσε του βουνού το 1970, χρησιμοποιώντας ένα μικρό αλεξίπτωτο για να επιβραδύνει τον εαυτό του πριν συντριβεί. Επέζησε και τώρα (ακόμα και το 2025) κατέχει το ρεκόρ του γηραιότερου άνδρα που ανέβηκε ποτέ στην κορυφή του Έβερεστ, το οποίο κατέρριψε το 2013 σε ηλικία 80 ετών (και το προηγούμενο δικό του από το 2008 ως 75ετής).

Τότε όπως και τώρα, το Έβερεστ θεωρούνταν μια πολυσύχναστη κορυφή. Αλλά ο πολυσύχναστος χαρακτήρας εκείνη την εποχή, ερμηνευόταν από το ότι η κυβέρνηση του Νεπάλ, επέτρεπε μόνο μία αποστολή να κατασκηνώνει στο Base Camp κάθε φορά, η οποία αποστολή έπρεπε να έχει κάνει κράτηση χρόνια νωρίτερα! Έτσι, οι Messner και Habeler συμμετείχαν σε μια αποστολή του 1978, με επικεφαλής τον Αυστριακό οδηγό βουνού και επιχειρηματία Wolfgang Nairz με έδρα το Innsbruck, η οποία προσπαθούσε να ανεβάσει τους πρώτους Αυστριακούς στην κορυφή. Ως καταξιωμένος αιωροπτεριστής, ο Nairz ήλπιζε επίσης να πετάξει από το South Col. Έφερε δύο ανεμόπτερα στο Base Camp, σχεδιάζοντας να τα τραβήξουν οι Σέρπα, γρήγορα όμως συνειδητοποίησαν ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν.

Το κύριο γεγονός της αποστολής, ωστόσο, θα ήταν πάντα ο Messner και ο Habeler. Οι δυο τους είχαν κανονίσει πρόσθετη χρηματοδότηση από το γερμανικό περιοδικό Geo και είχαν φέρει τον Dickinson και τον εικονολήπτη Eric Jones. Η ανάβαση ήταν μεγάλη υπόθεση στην ορειβατική κοινότητα και στην Αυστρία, αλλά δεν ήταν καθόλου ένα παγκόσμιο γεγονός των μέσων ενημέρωσης. Λόγω της σχετικής ανωνυμίας του Messner και του Habeler στη Βρετανία, ο Dickinson δυσκολεύτηκε να πείσει τους Βρετανούς παραγωγούς του να υπογράψουν. Στις ΗΠΑ, ήταν σχεδόν άγνωστοι.

Το δίδυμο έφτασε στο Νεπάλ τον Μάρτιο του ’78 και όταν έφτασαν στο Base Camp, η πρώτη δουλειά ήταν να βρουν μια διαδρομή μέσα από τον παγετώνα Khumbu. Είχαν συμφωνήσει να εγκαταλείψουν τις αλπικές μεθόδους σε αυτό το εξαιρετικά επικίνδυνο μέρος του βουνού, επιλέγοντας αντ’ αυτού να ακολουθήσουν την παραδοσιακή προσέγγιση των Αυστριακών. Ο Messner και ο Habeler οδήγησαν προσωπικά τον δρόμο προς τον παγετώνα, με τους Σέρπα να κουβαλούν αλουμινένιες σκάλες για να δημιουργήσουν γέφυρες πάνω από τα χάσματα (crevasses) του παγετώνα.

1953, o Edmund Hillary ελέγχει τη συσκευή οξυγόνου του Tenzing Norgay, λίγο πριν ξεκινήσουν για την τελική ανάβαση στην κορυφή του Έβερεστ

Ο καιρός, που ήταν χιονιάς και με δυνατούς ανέμους, τελικά άνοιξε στις 20 Απριλίου. Ο Μέσνερ και ο Habeler ήξεραν ότι θα είχαν την πρώτη προσπάθεια για την κορυφή, αν την ήθελαν. Ενώ η υπόλοιπη αυστριακή αποστολή περίμενε, έφυγαν από την κατασκήνωση βάσης για μια εξόρμηση που είχαν σχεδιάσει να κάνουν την επόμενη μέρα. Έφτασαν στο Camp-III στις 23, πεινασμένοι. Ο Habeler έφαγε ένα κουτί σαρδέλες και αμέσως άρχισε να αισθάνεται ναυτία.

«Με έλουσε κρύος ιδρώτας και μαζεύτηκαν σάλια κάτω από τη γλώσσα μου», θυμάται ο Habeler. «Έκανα εμετό και ο λαιμός μου έκαιγε σαν φωτιά». Τον βασάνιζε η διάρροια και ο εμετός για το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας. «Δεν είναι καλό, Ράινχολντ», είπε ο Habeler στον σύντροφό του. «Απλώς δεν μπορώ να συνεχίσω. Πρέπει να γυρίσεις πίσω κι εσύ. Ο καιρός χαλάει. Θα ξεσπάσει καταιγίδα. Είναι πολύ επικίνδυνα».

Μέχρι το πρωί, ο Habeler είχε αναρρώσει αρκετά για να υποχωρήσει, αλλά του χρειάστηκαν μέρες για να ανακτήσει τις δυνάμεις του. (Ο Habeler εξακολουθεί να δυσκολεύεται να φάει σαρδέλες σε κονσέρβα. Ο Ντίκινσον τις μισεί επίσης: «Εννοώ, γιατί στο καλό οι άνθρωποι τρώνε σαρδέλες στο Έβερεστ, δεν ξέρω», λέει. «Τι συμβαίνει με τη σούπα λαχανικών;») Με τον σύντροφό του άρρωστο, ο Messner πήρε δύο Σέρπα, τον Mingma και τον Ang Dorje και συνέχισε μέσα στην θύελλα για μια σόλο προσπάθεια προς την κορυφή. Αλλά στο Νότιο Διάσελο, όπου οι τρεις σχεδίαζαν να στήσουν το Camp-IV, έπεσαν σε μια δυνατή χιονοθύελλα, με ανέμους 80 μιλίων την ώρα που διέσχισαν τη σκηνή καθώς ήταν κουλουριασμένοι μέσα. Ο Messner δημοσίευσε τις ραδιοεπικοινωνίες που ακολούθησαν στο βιβλίο του του 1979 για την ανάβαση, «Έβερεστ: Αποστολή προς το Απόλυτο» (Everest, expedition to the ultimate).

To Expedition to the Ultimate.

«Αυτή η σκηνή σχεδόν απογειώνεται όταν φυσάει ο άνεμος», είπε. «Πρέπει να έχει ταχύτητα μεταξύ 150 και 250 χιλιομέτρων. Και είναι μείον 50 βαθμούς. Η σκηνή χτυπάει με τόσο θόρυβο, που δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλον». Ο Mingma δυσκολευόταν επίσης. «Τι πρέπει να κάνω αν ένας από τους Σέρπα γίνει αστείος;» ρώτησε ο Μέσνερ τον Nairz. «Μπορείς να ρωτήσεις τον Bulle (γιατρός της αποστολής) στο Base Camp «τι πρέπει να κάνω αν ένας από αυτούς τρελαθεί;» «Ο Bulle λέει, σε καμία περίπτωση να μην δώσεις φάρμακα», ήρθε η απάντηση. «Καλύτερα να του φωνάξεις ή αν χρειαστεί να του δώσεις καμιά (μπουνιά), ώστε το σοκ να τον ηρεμήσει».

Τελικά, το απόγευμα της δεύτερης ημέρας, ο καιρός άνοιξε. Ο Μίνγκμα πετάχτηκε έξω από τον υπνόσακό του για να τρέξει πίσω στο Camp II. Ο Messner και ο Ang Dorji ακολούθησαν. Στο Base Camp, ο Habeler ακόμα ανάρρωνε και είχε σοβαρές αμφιβολίες για τις πιθανότητές τους. Ο σύντροφός του άλλωστε, o Messner, είχε αποτύχει στην ατομική του προσπάθεια και μόλις που επέζησε από την καταιγίδα.

Εν τω μεταξύ, ο Messner είχε σχεδόν εγκαταλείψει τον Habeler. Σε μια συνέντευξη για το “Everest Unmasked”, ο Ντίκινσον τον ρώτησε αν πιστεύει ακόμα ότι είχε πιθανότητες επιτυχίας. «Ναι, αλλά πρέπει να βρω έναν νέο σύντροφο», είπε ο Μέσνερ, κοιτάζοντας την κάμερα και ακουγόταν εξοργισμένος. Υπαινίχθηκε ότι ο Habeler αμφιταλαντευόταν, ακόμα και πριν φάει τις χαλασμένες σαρδέλες. «Ίσως ο Peter να ανέβει ξανά. Είναι ο πιο δυνατός ορειβάτης που ξέρω», συνέχισε ο Messner. «Αλλά αλλάζει συνεχώς. Πηγαίνει 100 μέτρα και λέει ότι έρχονται σύννεφα, ας γυρίσουμε πίσω».

«Έκανε την ταινία πολύ καλή», θυμάται ο Dickinson για τη σύγκρουση. «Ο Ράινχολντ είχε την ικανότητα να βγάζει τον καλύτερο εαυτό των ανθρώπων, αλλά και να τους ντροπιάζει. Νομίζω ότι θα μπορούσε να ήταν αρχηγός αίρεσης αν ήθελε. Δεν ξέρω ποια είναι η θρησκεία του. Υποθέτω ότι είναι άθεος, εκτός από το ότι πιστεύει στον εαυτό του».

«Ήμουν, απλά φοβισμένος», λέει σήμερα ο Habeler. «Ήμουν ενθουσιασμένος. Έτσι, μόνο όταν ο Messner με κλώτσησε στον πισινό και είπε: “Έλα, Πίτερ, κάναμε μαζί εκείνο και το άλλο. Ας το κάνουμε κι αυτό”. Τότε έγινα η παλιά μου δύναμη πάλι».

Καθώς οι δυο τους ανασυντάχθηκαν, ο Nairz, μαζί με δύο Αυστριακούς και τον επικεφαλής Σέρπα του, Ang Phu, χρησιμοποίησαν το μεγαλύτερο μέρος των εναπομεινάντων πόρων της ομάδας – 12 Σέρπα και 16 φιάλες οξυγόνου – για να κάνουν τη δική τους προσπάθεια στις 3 Μαΐου, ανεβάζοντας τελικά τέσσερις άνδρες στην κορυφή. Ο Messner και ο Habeler βρίσκονταν στο Camp II όταν έμαθαν για την επιτυχία της ομάδας. Αφού ο Νάιρζ και ο ορειβάτης Ρόμπερτ Schauer κατέβηκαν, ο Schauer είπε στον Habeler ότι είχε προσπαθήσει να βγάλει τη μάσκα του μερικές φορές και διαπίστωσε ότι η αναρρίχηση χωρίς αυτήν ήταν αδιανόητη. Αυτό ήταν αρκετό για να αναζωπυρώσει την αμφιβολία του Habeler. Είπε στην ομάδα της κινηματογράφησης ότι ήταν σχεδόν έτοιμος να χρησιμοποιήσει οξυγόνο «για να ανέβει και να περάσει καλά. Απλώς να ανέβει και να βγάλει μερικές φωτογραφίες».

Οι Αυστριακοί νόμιζαν ότι ο Habeler ήταν αδύναμος και του το είπαν, προσθέτοντας ότι αν ήθελε να χρησιμοποιήσει το οξυγόνο τους, θα έπρεπε να μπει στην ουρά πίσω από τους άλλους ορειβάτες που ήθελαν ακόμα να ανέβουν στην κορυφή. Η δυσαρέσκεια του Habeler για αυτό, τον βοήθησε να δεσμευτεί ξανά. «Με κυβερνούσε μόνο ένας τυφλός θυμός που με ώθησε», θυμήθηκε αργότερα.

«Ο καλύτερος τρόπος για να περιγράψει κανείς τον Peter Habeler είναι ότι είναι φυσιολογικός», λέει ο Dickinson. «Ο Messner είναι ο πιο δραστήριος άνθρωπος που έχω δει ποτέ στον πλανήτη».

Ο Dickinson θυμάται ότι ο Messner σκέφτηκε το τέλειο κίνητρο. «Είπε στον Habeler, “Αν μπορώ να το κάνω εγώ, μπορείς να το κάνεις κι εσύ”» – ένα κλισέ, αλλά σε αυτή την περίπτωση χρήσιμο. Ο Χάμπελερ πίστευε ότι ήταν ο άνθρωπος με την καλύτερη φυσική κατάσταση. «Είμαι σε καλύτερη φυσική κατάσταση από τον Reinhold», είχε γράψει σε μια επιστολή από το Base Camp προς τον πεθερό του. Δεν διέθετε όμως την απόλυτη θέληση του Messner.

«Ήμουν αποφασισμένος να απαρνηθώ την κορυφή αν δεν μπορούσα να την φτάσω χωρίς βοήθεια από αναπνευστικό εξοπλισμό», έγραψε ο Messner στην «Εκστρατεία προς τον Απόλυτο», εκθέτοντας τη φιλοδοξία με εκτεταμένη πρόζα. «Μόνο τότε θα ξέρω πώς νιώθει ένας άνθρωπος που βρίσκεται εκεί, ποιες νέες διαστάσεις ανοίγονται για αυτόν και αν μπορεί έτσι να μάθει κάτι νέο όσον αφορά τη σχέση του με τον Κόσμο».

Ο Dickinson είχε δώσει στον Messner φιλμ για την οκτώ χιλιοστών κινηματογραφική του κάμερα. Οι δύο ορειβάτες συνοδεύονταν επίσης από τον εικονολήπτη Eric Jones. Είχαν πείσει τρεις Σέρπα να τους βοηθήσουν να μεταφέρουν εξοπλισμό και δύο φιάλες οξυγόνου έκτακτης ανάγκης στο Camp IV, στο South Col, πριν αφήσουν τα φορτία τους και γυρίσουν πίσω.

Ο Habeler λίγο πριν βγει στην κορυφή, σέρνεται στα τέσσερα αποκαμωμένος

Οι ορειβάτες κατευθύνθηκαν προς το Camp III στις 6 Μαΐου. Ο Habeler θυμάται ότι χρησιμοποίησαν ηρεμιστικά για να ξεκουραστούν εκεί, με τον Habeler να παίρνει Valium και Messner, Mogadon. Στις 7 Μαΐου, ανέβηκαν στο Camp IV, με τον Jones να καθυστερεί κάτω από το βάρος της δικής του κινηματογραφικής κάμερας. Κοιμήθηκαν στη σκηνή τους, και ο Messner χρησιμοποίησε ένα μικρό κασετόφωνο, για να καταγράψει ηχητικά τις άσκοπες εικασίες σχετικά με την επερχόμενη προσπάθεια.

«Όλο αυτό θα ήταν απλό, αν χρησιμοποιούσαμε οξυγόνο», είπε ο Habeler.
«Αλλά συμφωνούμε να συνεχίσουμε εκτός αν τα πράγματα χειροτερέψουν πολύ», απάντησε ο Messner.
«Λοιπόν, θα σου πω τα εξής: Κάνω πίσω πριν αρχίσω να τρελαίνομαι!» έκλεισε ο Habeler

Αυτό που είναι αξιοσημείωτο σε άλλα σημεία της απομαγνητοφώνησης είναι η ζαλισμένη προσμονή δύο ορειβατών που πρόκειται να γράψουν ιστορία στην ορειβασία. Το εγώ, η στάση και η αμφιβολία, είχαν όλα εξαφανιστεί από το μέγεθος αυτού που σχεδίαζαν να επιχειρήσουν. «Δεν έχουμε κάνει πολλά μαζί, αλλά όλα όσα έχουμε κάνει ήταν «μεγάλα πράγματα», είπε ο Messner.

«Έχουμε κάνει μερικά πολύ ωραία πράγματα μαζί», απάντησε ο Habeler. «Πολύ καλά».
Στις 3 π.μ., άνοιξαν το φερμουάρ των υπνόσακων τους και άρχισαν να λιώνουν νερό. Ο Messner έβαλε τα παγωμένα σαν ξύλα πόδια του στις αρβύλες. Στις 5:30 ξεκίνησαν, αφήνοντας τον Jones να κοιμάται ακόμα στη σκηνή. Δεν κουβαλούσαν τίποτα εκτός από τα πιολέ, επιπλέον ρούχα, ένα σχοινί και κάμερα για κινηματογράφηση, όχι περισσότερο από 4 κιλά ο καθένας. Άφησαν το οξυγόνο έκτακτης ανάγκης στον Jones. Ο Habeler αμφέβαλλε ότι θα τα κατάφερναν. «Ήμουν ληθαργικός, τα πόδια μου ήταν σαν μολύβι και δεν είχα καθόλου κίνηση», είπε αργότερα.

Η πρώτη υπόνοια της ημέρας αποκάλυψε συννεφιασμένο ουρανό και χιονόνερο. Ο Messner τρομοκρατήθηκε. «Φαίνεται σαν να έχουμε νικηθεί», θυμήθηκε να σκέφτεται. Αλλά συνέχισαν, μιλώντας μόλις και μετά βίας για να εξοικονομήσουν ενέργεια.

«Ήμασταν τότε όσο πιο κοντά μπορούσαν να είναι δύο άνθρωποι», έγραψε ο Habeler για αυτή την περίοδο. Ο καθένας τους περιέγραψε ένα είδος πνευματικού δεσμού στον οποίο μπορούσαν να διαβάσουν ο ένας το μυαλό του άλλου τόσο καθαρά, σαν να είχαν μια συζήτηση. Έφτασαν στο τελευταίο camp των Αυστριακών, στα 8.500 μέτρα, στις 9:30 π.μ. Συνέχιζαν να σκαρφαλώνουν μέσα από whiteout (έλλειψη ορατότητας σε απόλυτη ομίχλη), σταματώντας κάθε 10 ή 20 βήματα για να διπλωθούν και να πάρουν μια ανάσα.

Σε αυτό το σημείο, ο Messner σταμάτησε και πέρασε μισή ώρα φτιάχνοντας τσάι, κάτι που φαίνεται εξωφρενικό στο πλαίσιο του εκπληκτικά γρήγορου συνολικού τους χρόνου. Όπως το θυμάται ο Messner, ο ίδιος και ο Habeler χρησιμοποίησαν το διάλειμμα για να συζητήσουν τον άσχημο καιρό και τις ελάχιστες πιθανότητές τους. Ο Habeler πιστεύει ότι η συζήτηση έγινε σχεδόν τηλεπαθητικά, χωρίς πραγματικά λόγια.

Ότι και να συνέβη, συνέχισαν, με τον Habeler να μπαίνει μπροστά. Γύρω στο μεσημέρι, βγήκαν μέσα από τα σύννεφα στη Νότια Κορυφή, 100 μέτρα πριν από την κορυφή. Το Έβερεστ «έμοιαζε με ένα υπερυψωμένο νησί περιτριγυρισμένο από μια θάλασσα από σύννεφα», είπε ο Habeler στον αρχηγό της αποστολής Nairz σε μια συνέντευξη λίγο μετά την προσπάθειά τους. «Ήταν μια απίστευτα συγκινητική στιγμή. Το Θιβέτ καλυμμένο εντελώς από σύννεφα. Οι κορυφές των Makalu, Lhotse και Kangchenjunga μόλις που διακρίνονταν».

Στη Νότια Κορυφή, δέθηκαν με ένα σχοινί 15 μέτρων, δένοντας το γύρω από την μέση τους. Ο Messner οδήγησε το Hillary Step για να μπορέσει να βιντεοσκοπήσει τον Habeler να ανεβαίνει (σ.σ. ο Messner φορούσε κόκκινο μπουφάν και ο Habeler γαλάζιο). Ο Habeler λέει πως είχε μια εξωσωματική εμπειρία σε αυτό το σημείο, πιστεύοντας ότι ήταν μόνος με έναν σωσία του. Τελικά, μόλις 30 μέτρα πέρα από το Hillary Step, με τον Messner δεμένο μπροστά του, σύρθηκε στους αγκώνες του μέχρι την κορυφή και στάθηκε. Ήταν 1:15 μ.μ. Ο Messner και ο Habeler είχαν έναν μέσο όρο ταχύτητας σχεδόν 120 μέτρα την ώρα.
«Πήγα προς το μέρος του και το μόνο που θυμάμαι είναι ότι άρχισα να κλαίω, σαν μικρό παιδί», είπε ο Habeler στο Everest Unmasked. Αλλά η πιο συχνά αναφερόμενη ανάμνηση της κορυφής προέρχεται από το βιβλίο του συνεργάτη του. «Στην κατάσταση πνευματικής αφαίρεσης», έγραψε ο Messner, «δεν ανήκω πλέον στον εαυτό μου και στην όρασή μου. Δεν είμαι τίποτα περισσότερο από ένα στενό λαχανιασμένο πνευμόνι, που αιωρείται πάνω από τις ομίχλες και τις κορυφές».

Αυτή η φράση γράφτηκε στην Ιταλία, αργότερα. Αυτό που κατέγραψε στην πραγματικότητα ο Messner στην κορυφή ήταν μόνο το: «Τώρα βρισκόμαστε στην κορυφή του Έβερεστ». Οι εξαντλημένοι ορειβάτες ξαπλώνουν δίπλα-δίπλα στην κορυφή του κόσμου, προσπαθώντας να αναπνεύσουν. Μετά από 15 λεπτά, ο Habeler άρχισε να ανησυχεί για το μούδιασμα στο χέρι του και τη γενική νωθρότητα. Είπε στον Messner ότι σκόπευε να ξεκινήσει την κατάβαση. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που είδαν ο ένας τον άλλον, πριν ξανασμίξουν στο Camp IV.

Ο Peter Habeler στην κορυφή του Έβερεστ, στις 8 Μαΐου του 1978, φωτογραφημένος από τον Messner. Σαν τεκμήριο απόδειξης ότι έφτασαν εκεί, ο Habeler άφησε δεμένο στο χαρακτηριστικό μεταλλικό “τρίποδο” που τοποθέτησε στην κορυφή Κινέζικη αποστολή το 1975.

Όταν ο Habeler έφτασε στη Νότια Κορυφή, το σημείο όπου μπορούσε να αρχίσει να κατεβαίνει γρήγορα προς το διάσελο, κάθισε και γλίστρησε, κάτι που του επέτρεπε να κινείται γρήγορα και με μικρή προσπάθεια. Ήταν ένα απίστευτα επικίνδυνο μέρος όμως για να γλιστράει κανείς. Αν είχε επιταχύνει, δεν θα μπορούσε να ελέγξει τη τσουλήθρα του. Καθώς πλησίαζε στο διάσελο, μια τούφα χιονιού ξεκολλούσε από κάτω του και άρχισε να τρέχει. «Κάλυπτα το στόμα μου και περίμενα να σταματήσει το χιόνι», είπε ο Habeler στο Everest Unmasked. Δεν κουνήθηκε για πέντε λεπτά. Από την κατασκήνωση, ο Eric Jones είδε τον Habeler να παρασύρεται και νόμιζε ότι είχε πεθάνει. Αλλά λίγα λεπτά αργότερα, ο Χάμπελερ μπήκε κουτσαίνοντας στην κατασκήνωση, αιμορραγώντας από το μέτωπό του και δήλωσε ότι αυτός και ο Messner τα είχαν καταφέρει. Ήταν 2:30 μ.μ.

Ο Messner ακολούθησε το ίχνος του Habeler περπατώντας όμως, θαυμάζοντας τα ρίσκα που είχε πάρει ο φίλος του στην κατάβαση. Όταν οι δυο τους ξανασυναντήθηκαν στο Camp-IV, χρησιμοποίησαν τον ασύρματο για να μοιραστούν την επιτυχία τους. Η ομάδα στο Base Camp άρχισε αμέσως να πίνει για να το γιορτάσει, με μια μακρά σειρά από προπόσεις.
Αλλά ο Messner είχε κάνει ένα βασικό λάθος στην ανάβαση! Είχε βγάλει τα γυαλιά του πάρα πολλές φορές, για να κινηματογραφήσει τον Habeler. Με αυτόν τον τρόπο, είχε επιτρέψει στον ήλιο και τον άνεμο να κάψουν τους κερατοειδείς των ματιών του. Καθώς η νύχτα προχωρούσε, αυτοί άρχισαν να φλεγμαίνουν. Όταν η όρασή του εξασθένισε και ο πόνος έγινε αφόρητος, ο Messner ήταν πεπεισμένος ότι κάτι είχε πάει στραβά στον εγκέφαλό του από έλλειψη οξυγόνου. «Ορισμένα μέρη στο σώμα μου πρέπει να είχαν δυσλειτουργήσει, με αποτέλεσμα να μείνω τυφλός για πάντα», είπε αργότερα ο Messner στον Nairz. «Σε αυτή την περίπτωση, δεν θα είχα φύγει ποτέ από το βουνό και σίγουρα δεν θα είχα αυτοκτονήσει εκεί». Πιστώνει πάντως στον Habeler τη φροντίδα του και των «δύο ανοιχτών κογχών (ματιών) σαν να ήμουν μικρό παιδί».

«Ένιωθα πιο δεμένος μαζί του από ποτέ», έγραψε ο Habeler. Αφού έμεινε ξύπνιος όλη νύχτα φτιάχνοντας τσάι, ο Habeler το πρωί οδήγησε τον Jones και τον Messner έξω από την κατασκήνωση, κατά μήκος του διάσελου, προς στα σταθερά σχοινιά που κατεβαίνουν την πλευρά του Lhotse. Ο Jones κούτσαινε από τα κρυοπαγήματα, και ο Messner λίγο πολύ υπνοβατούσε -ήταν εξαντλημένος και σχεδόν τυφλός- ενώ έβρισκε τον δρόμο του χάρη στα σχοινιά.

Έφτασαν γρήγορα στο Camp-III και μετά κοιμήθηκαν μέχρι που ο ήλιος χτύπησε στις σκηνές τους γύρω στις 9 το πρωί. Ταυτόχρονα, οι Αυστριακοί Oswald Oelz, τον οποίο οι άνδρες αποκαλούσαν Bulle, και Reinhard Karl έφτασαν στο Camp-III καθ’ οδόν προς τα πάνω, κατά τη διάρκεια μιας απόπειρας για την κορυφή, με οξυγόνο. Όταν το ζευγάρι έφτασε πάνω, στο Camp-IV, βρήκε τις δύο φιάλες οξυγόνου έκτακτης ανάγκης, ακόμα γεμάτες.

Στην Κατασκήνωση Βάσης, δημοσιογράφοι και τηλεοπτικά συνεργεία ειδήσεων από τη Γερμανία και την Αγγλία είχαν φτάσει μετά την είδηση της επιτυχίας της πρώτης ομάδας κορυφής στις 3 Μαΐου. Στην Ευρώπη, ο Τύπος διατυμπάνισε το επίτευγμα των Messner και Habeler. Αλλά στις ΗΠΑ, το κατόρθωμα πήρε μόνο ασήμαντη κάλυψη. Αυτό συμβαίνει επειδή οι δύο ορειβάτες ήταν ακόμα άγνωστοι στην Αμερική, αλλά και επειδή τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης δεν καταλάβαιναν την ακραία διαφορά μεταξύ της ορειβασίας, με και χωρίς οξυγόνο. Για τους περισσότερους αρθρογράφους, το βουνό είχε αναρριχηθεί το 1953 από τον Edmund Hillary, τελεία και παύλα. Αλλά όταν το Everest Unmasked προβλήθηκε στο βρετανικό δίκτυο ITV το 1979, θυμάται ο Dickinson, το ντοκιμαντέρ το είδαν περίπου το ένα τρίτο των νοικοκυριών της Βρετανίας, περίπου 16 εκατομμύρια άνθρωποι.

Το δίδυμο στην Κατασκήνωση Βάσης, μετά την πετυχημένη ανάβαση στην κορυφή

Μέχρι τότε, η συζήτηση για το αν ο Messner και ο Habeler χρησιμοποίησαν οξυγόνο είχε ήδη καταλαγιάσει. Το γεγονός ότι οι φιάλες έκτακτης ανάγκης του ζευγαριού βρέθηκαν γεμάτες, βοήθησε στην ενίσχυση του ισχυρισμού τους. Το ίδιο έκαναν και οι δηλώσεις υποστήριξης των υπόλοιπων μελών της αποστολής. Το να πουν ψέματα για την χρήση πρόσθετου οξυγόνου θα απαιτούσε τη συνενοχή όλων των άλλων μελών της αποστολής, μια δύσκολη υπόθεση δεδομένης της ανταγωνιστικής φύσης του αθλήματος. Το πιο σημαντικό, ο Messner μόλις ξεκινούσε το 1978.

Οι επόμενες αναβάσεις του χωρίς οξυγόνο δεν άφησαν καμία αμφιβολία ότι ήταν ένας ορειβάτης διαφορετικός από οποιονδήποτε είχε να κάνει πριν από αυτόν. Αυτές οι αποστολές δεν περιλάμβαναν όμως τον Habeler. Σχεδόν αμέσως, το ζευγάρι έπεσε σε μια πικρή διαμάχη, με πηγή της διαμάχης τους την έκδοση του βιβλίου του Habeler “Lonely Victory”. Ο Messner υποτίθεται ότι ήταν έξαλλος που ο Habeler, ο επί χρόνια όμορφος, καλοπροαίρετος βοηθός του, όχι μόνο είχε γράψει ένα βιβλίο, αλλά τον είχε προλάβει να το τυπώσει το 1978. «Η πίτα μπορούσε να κοπεί με τόσους πολλούς τρόπους», λέει ο Dickinson. «Και παρόλο που ο Habeler ήθελε ίσως λιγότερο από το μισό, ο Messner ήθελε περισσότερο».

Ο Messner μου είπε ότι δεν θύμωσε ποτέ που ο Habeler είχε εκδώσει βιβλίο, μόνο ότι είχε χρησιμοποιήσει έναν ghostwriter (=άλλον συγγραφέα για λογαριασμό του), τον Eberhard Fuchs, ο οποίος, κατά τα λεγόμενά του, «δεν καταλάβαινε τίποτα για την αναρρίχηση και έγραφε πολλές ανοησίες που συχνά έρχονταν πίσω, σε μένα». Προφανώς αναφερόμενος στο βιβλίο του Habeler, κατά την κυκλοφορία του “Expedition to the Ultimate” το 1979, ο Messner συμπεριέλαβε ένα αντισυμβατικό επίγραμμα: «H αφήγηση μιας αποστολής δεν είναι μυθιστόρημα. Επομένως, μια αυθεντική αφήγηση δεν μπορεί ποτέ να δοθεί, πόσο μάλλον να γραφτεί, από κάποιον που δεν ήταν παρών».

Σε ένα άρθρο του Outside το 1982 για τη διαμάχη αυτή, ο David Roberts επεσήμανε ένα βασικό απόσπασμα στο “Lonely Victory”. Ο Habeler σημείωσε ότι μια φωτογραφία του που φτάνει πρώτος στην κορυφή του Gasherbrum, την οποία ο Messner είχε τραβήξει από κάτω, δημοσιεύτηκε ευρέως με τη λεζάντα «Ο Reinhold Messner κατέκτησε τo Hidden Peak». Ο Habeler (ή ο Fuchs?) έγραψε για τη λεζάντα αυτή: «Φίλοι και γνωστοί με ρωτούν συχνά: “Γιατί το ανέχεσαι αυτό; Όλες οι κοινές σας αποστολές απλώς γίνονται μια παράσταση ενός ατόμου για τον Messner!”».

Το αποτέλεσμα της διαφωνίας ήταν το ξαφνικό και ολοκληρωτικό τέλος μιας από τις μεγάλες ορειβατικές συνεργασίες. Για δύο δεκαετίες, μόλις που μιλούσαν μεταξύ τους. Ο Messner επέστρεψε για να ανέβει και πάλι στο Έβερεστ χωρίς οξυγόνο το 1980, αυτή τη φορά μόνος και χωρίς βοήθεια, από μια νέα και δύσκολη διαδρομή, στη βόρεια πλευρά του βουνού. Στη συνέχεια, ανέβηκε με σταθερό ρυθμό χρονικά και τις δέκα υπόλοιπες κορυφές των 8.000 μέτρων χωρίς οξυγόνο – άλλη μια πρωτιά. Ο Habeler επέστρεψε στο σπίτι του στο Mayrhofen για να ξεκινήσει τη “Σχολή Σκι και Ορειβασίας Peter Habeler”, όπου εξακολουθεί να διδάσκει. Ανάμεσα στους νεαρούς ορειβάτες που έχει καθοδηγήσει είναι ο Αυστριακός συνάδελφός του, David Lama, ένας από τους πιο ταλαντούχους αλπινιστές σήμερα (σ.σ. ο Lama σκοτώθηκε ορειβατώντας το 2019 στα Καναδικά Rockies) -το ζευγάρι ανέβηκε στη βόρεια πλευρά του Eiger τον Απρίλιο του 2017. Και ενώ ο Habeler δεν προσπάθησε ποτέ να ξεπεράσει τις κορυφές που είχε με τον Messner, ανέβηκε κι άλλες κορυφές 8.000 μέτρων, όπως το Cho Oyu, το Nanga Parbat και το Kangchenjunga, χωρίς οξυγόνο.

Οι δυο τους έκτοτε έχουν λύσει τις διαφορές τους. Και ενώ μπορεί να μην σκαρφαλώνουν πλέον μαζί, τουλάχιστον έχουν επαναφέρει τη φιλία τους. Όταν ανέφερα την διαμάχη και με τον καθένα από αυτούς τον Ιούνιο, και οι δύο χλεύασαν. «Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι οι παρεξηγήσεις ανάμεσα σε μένα και στον Messner ήταν μια μικρή ανοησία», λέει ο Habeler.
«Στην αρχή ήμουν δυστυχισμένος», τόνισε ο Messner. «Τώρα έχουμε μια τέλεια σχέση».
Σήμερα (2017 το άρθρο), ο Messner θεωρεί το Έβερεστ ως τουριστικό βουνό και έχει δεσμευτεί, μέσω της κατασκευής μουσείων ορειβασίας και της παραγωγής ταινιών, να διατηρήσει κάποιο ίχνος της αλπικής παράδοσης που ο ίδιος βοήθησε να καθοριστεί. «Αυτό που συμβαίνει σήμερα στο Έβερεστ στις δύο βασικές διαδρομές είναι ο τουρισμός», λέει ο Messner. «Ένας αλπινιστής κάνει ακριβώς το αντίθετο, πηγαίνει εκεί που δεν υπάρχουν υποδομές».

Ο Habeler είναι επίσης κατηγορηματικός για την τρέχουσα κατάσταση του Έβερεστ. «Αυτή τη στιγμή είναι πιο σημαντικό να στέλνεις το καθημερινό σου μήνυμα στο Facebook ή οπουδήποτε αλλού, ώστε οι άνθρωποι να γνωρίζουν πού βρίσκεσαι, τι τρως, πόσες φορές πας στην τουαλέτα».

Ο Messner ελπίζει ότι «η επόμενη γενιά τουλάχιστον θα έχει την ευκαιρία να μάθει τι είναι ο παραδοσιακός αλπινισμός». Κατορθώματα όπως οι πρόσφατες αναβάσεις ταχύτητας του Ισπανού υπερδρομέα Kilian Jornet στη βόρεια πλευρά του Έβερεστ — ανέβηκε το βουνό από το Base Camp σε 26 ώρες χωρίς οξυγόνο και το έκανε ξανά μια εβδομάδα αργότερα από το προηγμένο base camp σε 17 — δεν τον ενθουσιάζουν ιδιαίτερα. «Θα είχα δεκαπλάσιο σεβασμό αν μπορούσε να κάνει μια νέα γραμμή στο Έβερεστ, έστω και σε δύο μήνες», λέει ο Messner για τον Jornet. «Και ο Hans Kammerlander ήταν πιο γρήγορος (στη βόρεια πλευρά) τη δεκαετία του 1990 και χωρίς οξυγόνο, οπότε τι νέο προκύπτει;»

Και παρόλο που θεωρεί την τραγική του ανάβαση το 1970 στην κορυφή του Nanga Parbat ως τη μεγαλύτερη ανάβασή του, η πρώτη ανάβαση χωρίς υποστήριξη στο ψηλότερο βουνό του κόσμου εξακολουθεί να κατέχει μια ξεχωριστή θέση στο μυαλό του. «Στις αναμνήσεις μου, το Έβερεστ είναι μαζί με τον Πέτερ για πάντα», είπε ο Messner το 1978. «Και τίποτα δεν πρόκειται να το αλλάξει αυτό». Τώρα, όταν οι δύο άντρες συναντιούνται, «Πίνουμε ένα μπουκάλι κρασί και μιλάμε για τις παλιές μέρες. Και νομίζω ότι αυτό είναι καλό», δήλωσε στο περιοδικό ο Habeler.


(*) Το άρθρο με τον πρωτότυπο τίτλο “A single narrow gasping lung” δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 2017 στο περιοδικό Outside (link) και υπογράφεται από τον Graysson Schaffer. O τίτλος που επέλεξε o Schaffer για το άρθρο του, πιστώνεται σε φράση που χρησιμοποίησε χρόνια νωρίτερα ο ίδιος ο Reinhold Messner, περιγράφοντας την εμπειρία του εκείνη.

Tor des Glaciers 2025 “fun-hike”, ένας απολογισμός

Οι πρωτότυπες ιδέες προκύπτουν κάποιες φορές από συμπτώσεις ή από αστοχίες αλλά και ατυχείς αποστολές (misadventures). Η περίπτωση του “Glaciers Fun-Hike” είναι μια τέτοια και εμφανίστηκε μπροστά μου λίγες εβδομάδες πριν την υλοποίησή της, σαν μοναδική λύση σε ένα αδιέξοδο που ορθωνόταν μπροστά μου σαν τοίχος. Ο αγώνας “Tor des Glaciers” γίνεται κάθε Σεπτέμβριο στην Κοιλάδα της Αόστα, στην ομώνυμη επαρχία της Ιταλίας και είναι το plus στη διοργάνωση του TorX, όπου κυριαρχεί ο δημοφιλής Tor des Geants. Τον τελευταίο αυτόν αγώνα των 350 χιλιομέτρων, τον τερμάτισα τρεις φορές τα τρία τελευταία χρόνια. Το “Glaciers” είχε μπει στον φετινό μου σχεδιασμό, όμως οι αλλαγές σχεδίων μήνες τώρα, με μια μεγάλη διάσχιση στα Ιμαλάια στο ίδιο χρονικό διάστημα να ξεπροβάλει ως το σχέδιο της χρονιάς, εκτόπισε το Glaciers και έτσι οι εγγραφές του έκλεισαν χωρίς τη δική μου αίτηση συμμετοχής!

Κοιτώντας δυτικά, προς το Mont Blanc massif, από το καταφύγιο Deffeyes στο ξημέρωμα της πρώτης ημέρας.

Όμως τα σχέδια και οι σχεδιασμοί συχνά ανατρέπονται για πολλούς και διάφορους λόγους. Κάπως έτσι συνέβη και στην περίπτωσή μας και το project των Ιμαλαΐων μετατέθηκε για την επόμενη χρονιά, αφήνοντας κενό το διάστημα που είχε αρχικά καταλάβει, εκτοπίζοντας το Glaciers από εκεί. Με λίγα λόγια, η ανατροπή της ανατροπής!

Μελετώντας τον χάρτη του Tor des Glaciers νωρίτερα τον Αύγουστο, με αφορμή τις αναγνωριστικές εξορμήσεις της Ασημίνας Ιγγλέζου εκεί προκειμένου να συμμετάσχει στον φετινό αγώνα, μπήκα στο πετσί της διαδρομής και άρχισα να παρατηρώ λεπτομέρειες, να φαντάζομαι αλλά και να βλέπω εικόνες και οπτικό υλικό γενικά, από τα μέρη του αγώνα. Τότε σκέφτηκα αμυδρά πως θα μπορούσα να βρεθώ κι εγώ εκεί, έστω για μια μοναχική εξόρμηση, όπου θα είχα την ευκαιρία να δω από κοντά καινούργια μέρη. Έτσι κι αλλιώς είχα πληρωμένα τα αεροπορικά μου εισιτήρια αλλά και τη διαμονή, πριν καν ανοίξουν οι εγγραφές, θεωρώντας δεδομένη τη συμμετοχή μου τότε! Ο χρόνος υπήρχε, το μόνο που έλειπε ήταν η απόφαση.

Χάρτης της διοργάνωσης από το 2024. Προτίμησα τον συγκεκριμένο, γιατί παρουσιάζει κατά κάποιο τρόπο το ανάγλυφο της κοιλάδας της Αόστα και το πώς απλώνεται η διαδρομή του Tor des Glaciers στην περιφέρεια αυτής της έκτασης. Στο κέντρο του κύκλου η πόλη της Αόστα, στην κοιλάδα του ποταμού, όπου βρίσκονται και τα περισσότερα χωριά της επαρχίας αυτής.

Το σχέδιο σχηματοποιήθηκε οριστικά και πήρα τη μεγάλη απόφαση, όταν είδα εκείνες τις μέρες του Αυγούστου την εφταήμερη hut-to-hut προπονητική εξόρμηση ενός παλιού γνωστού από τον Mythical, του Γάλλου Martin Perrier, ο οποίος έκανε περίπου όλη τη διαδρομή του Glaciers δίκην προετοιμασίας του για τον επερχόμενο αδελφό αγώνα Tor des Geants, στον οποίο πρωταγωνιστεί τα τελευταία χρόνια. Ήταν για εκείνον μια ιδανική back-to-back εβδομαδιαία σκληρή προπόνηση, για να του δώσει τον όγκο που είχε προγραμματίσει στο καλεντάρι του. Η όμορφη διάσχιση του Martin ήταν ο καταλύτης για τα μπερδεμένα σχέδια που τριγύριζαν στο μυαλό μου, ήταν το κλειδί που μου άνοιξε την πόρτα!

Από τον λογαριασμό του Martin Perrier στο Strava, όπου και ανέβαζε καθημερινά τον Αύγουστο, τα ίχνη από την καθημερινή του πορεία πάνω στη διαδρομή. Από απίθανη σύμπτωση, στη συγκεκριμένη ημέρα του την 3η (J3 όπως γράφει), έκανε ακριβώς την ίδια διαδρομή με εκείνη που έκανα κι εγώ, την Chabod-Miserin. Για να είμαι ακριβής και δίκαιος βέβαια, εγώ έκανα την ίδια διαδρομή με εκείνον ένα μήνα αργότερα, χωρίς βέβαια να το γνωρίζω.

Εκεί ήταν που σκέφτηκα ότι όλο αυτό θα μπορούσε να δουλέψει τριπλά στην υλοποίησή του:

  1. Θα έκανα τον αγώνα, χωρίς το άγχος και την πίεση του αγώνα!
  2. Θα δοκίμαζα την τεχνική του «κινούμαι τη μέρα, κοιμάμαι τη νύχτα»
  3. Θα έκανα ένα γερό τεστ εν όψει της επερχόμενης διάσχισης των Ιμαλαΐων

Ήταν αναμφισβήτητα πολλά τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας προσπάθειας, χωρίς να χρειαστεί να έχω απώλειες από τυχόν ανατροπές στην εξέλιξη του αγώνα, ενδεχομένως από μια αναπάντεχη επιδείνωση του καιρού, που στο παρελθόν έχει επανειλημμένα ανατρέψει την εξέλιξή του.

Το δικό μου σχέδιο ήταν το απλούστερο δυνατό: μια πολυήμερη διάσχιση, αυτοϋποστηριζόμενη (self-supported) από καταφύγιο σε καταφύγιο (hut-to-hut). Ένας απόλυτα συνηθισμένος τρόπος πεζοπορικών διασχίσεων στις μεγάλες οροσειρές του κόσμου, με προϋπόθεση την ύπαρξη σημείων ανεφοδιασμού τροφής ή/και τροφοδοσίας και διανυκτέρευσης. Για καλή μου τύχη, τα ορειβατικά καταφύγια πάνω στη διαδρομή του Tor des Glaciers θα παρέμεναν ανοιχτά για την υποστήριξη των αθλητών του αγώνα, πριν κλείσουν οριστικά για την χειμερινή περίοδο.

Το ξημέρωμα από το καταφύγιο Dondena. Ημέρα 3η για μένα.

Αυτό ακριβώς θα εκμεταλλευόμουν κι εγώ, αξιοποιώντας το γεγονός ότι ως ένας πεζοπόρος των μονοπατιών, μπορούσα να διανυκτερεύσω εκεί αλλά και να έχω τη δυνατότητα γευμάτων. Παράλληλα, τα όποια χωριά συναντά η διαδρομή στο δρόμο της, μπορούν σε κάποιο βαθμό να σου εξασφαλίσουν τροφή ή και γεύματα, όπως ακριβώς τα καταφύγια. Τα υπόλοιπα αφορούσαν εμένα αποκλειστικά και τις όποιες οργανωτικές μου πρόνοιες και ικανότητες, μια και για εμένα δεν μπορούσε να υπάρχει «σάκος ανεφοδιασμού» (resupply bag) όπως θα υπήρχε για τους αθλητές του αγώνα σε τρία σημεία κατά μήκος, όμως αυτό δεν μπορούσε να αποτελέσει αποτρεπτικό παράγοντα, σε καμία περίπτωση.

Από τα χαρακτηριστικά που ο ίδιος προσέδωσα στο εγχείρημα, που σκωπτικά αποκάλεσα “fun-hike” περισσότερο για να ξορκίσω τις δυσκολίες θα αντιμετώπιζα, ήταν και μια πειραματική προσπάθεια να συγκρίνω δύο διαφορετικούς τρόπους κίνησης στη διάρκεια ενός πολυήμερου αγώνα αντοχής (5-8 ημέρες) σε ορεινό περιβάλλον. Εκεί, η περιβόητη έλλειψη ύπνου (sleep deprivation) ανάγεται σε ρυθμιστικό παράγοντα για την απόδοση των αθλητών και σε αρκετές περιπτώσεις επηρεάζει και το τελικό τους αποτέλεσμα, λόγω της διαφορετικής ικανότητας των αθλητών να αντέχουν στην έλλειψη του ύπνου.

Θα δοκίμαζα λοιπόν το σενάριο του να κοιμάται κάποιος με επάρκεια τη νύχτα και να κινείται αποτελεσματικά τη μέρα, αντί να έχει λίγο, ακατάστατο και περιστασιακό ύπνο, ανεξαρτήτως του αν είναι ημέρα ή νύχτα. Θα ήταν η απώλεια χρόνου για περισσότερο ύπνο, ικανή να τραβήξει πίσω κάποιον ή η αποκατάσταση πνεύματος και σώματος σε ένα επαρκές χρονικό διάστημα 4-6 συνεχόμενων ωρών θα ισοστάθμιζε αυτήν την απώλεια? Και πόσο χρόνο τελικά ξοδεύει κάποιος αθροιστικά, που μετά την 2η-3η μέρα αναγκάζεται να λαγοκοιμάται μισάωρα και μονόωρα κάθε 8 ώρες κατά μέσο όρο? Και τέλος, τέσσερις μονόωροι ύπνοι μέσα στο 24ωρο ισοδυναμούν όντως με έναν τετράωρο συνεχόμενο? Έχουν το ίδιο ευεργετικό αποτέλεσμα ως προς την αποκατάσταση των δυνάμεών του ή η καμπύλη της επιδεινούμενης φθοράς τέμνει πλέον την καμπύλη του άλλου σεναρίου, αυτού του συνεχόμενου ύπνου τις νύχτες?

Η κοιλάδα του ποταμού Dora Baltea ή “Valle d’ Aosta” όπως είναι γνωστή περισσότερο, με τα σύννεφα που φέρνει η υγρασία των νερών του. Μια εικόνα πανοραμική που χαρίζει το ανάγλυφο των βουνών κάπου στο Κ-215 της διαδρομής, ψηλά πάνω από το Donnas

Σύμφωνα με τον δικό μου σχεδιασμό, θα χρειαζόμουν περίπου τον μέγιστο προβλεπόμενο από τη διοργάνωση χρόνο των 8 ημερών (190 ώρες) ή και κάτι παραπάνω (8+1 ημέρες στη χειρότερη) για να το καταφέρω, βάσει: α) της δυναμικότητάς μου, β) του «χαμένου» χρόνου τις νύχτες αλλά και γ) του βάρους που θα μετέφερα στην πλάτη και που κατά μέσο όρο θα ήταν 2-3 φορές μεγαλύτερο από εκείνο των αθλητών, όπως και των παπουτσιών μου (παρόμοια βαριά). Όντας ο ίδιος ένας αθλητής στη μέση περίπου της δυναμικότητας όσων συμμετέχουν σε τέτοιους αγώνες, είχα ένα θεωρητικό προβάδισμα 30% περίπου από τους αθλητές που θα αγωνίζονταν για τον οριακό τερματισμό των 8 ημερών, όμως εξαιτίας του συνολικού μου φόρτου αφενός (8-9 κιλά μονίμως) αλλά και της νυχτερινής διακοπής αφετέρου (7-8 ώρες συνολικά), αυτό το πλεονέκτημα όχι μόνο θα εκμηδενιζόταν αλλά και θα γύριζε σε μειονέκτημα -ξεκάθαρα- και ένα περίπου μάταιο κυνηγητό του 8ήμερου ορίου.

Εν τέλει, βασίστηκα σε δύο πυλώνες για να ξεκινήσω το εγχείρημα του “Glaciers fun-hike” : στην «τρέλα» του αυθόρμητου και αυθαίρετου, που μου επέτρεπε η μέχρι σήμερα πορεία μου στο χώρο της ορεινής υπεραντοχής και φυσικά στην χαλαρότητα ενός εγχειρήματος, που κανένας δεν μπορούσε να μου καθορίσει τα χρονικά όρια ολοκλήρωσης, ήμουν απόλυτα ελεύθερος να το ολοκληρώσω όποτε μπορούσα και ήθελα!

Πιο κάτω και μέσα από μια αδρή και περιληπτική εξιστόρηση αυτών των επτά ημερών, θα προσπαθήσω να δώσω και γενικά συμπεράσματα που βγήκαν από την εμπειρία μου, η οποία ξεκίνησε το βράδυ της 11ης Σεπτεμβρίου και έκλεισε λίγα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα της 19ης Σεπτεμβρίου, δηλαδή 7 ημέρες και 4 ώρες, διανύοντας σε αυτές τις 172 ώρες 388 χιλιόμετρα και 27.300 μέτρα ανάβασης (μαζί με τα χασίματά μου).

Κατηφορίζοντας από το Col Fricola (2540m). Εκείνο που αξίζει να αναδειχτεί σε αυτήν την μέτριας αισθητικής αξίας φωτογραφία, είναι το πετρώδες πεδίο του πρώτου πλάνου, ένας τύπος πεδίου που πολύ συχνά συναντά κάποιος στη διαδρομή του Tor des Glaciers. Αυτό το πεδίο, εδώ στο Κ-201, προκαλεί σοβαρή καθυστέρηση στην κίνηση ενός πεζοπόρου, για ευνόητους λόγους εφόσον πρέπει να το διασχίσεις κάθε φορά, δεδομένου ότι αυτά τα εδάφη κυκλώνουν πάντα τα αλπικά τμήματα και η διάσχισή τους από τα μονοπάτια είναι αυτονόητη

Επί του πρακτέου, όσον αφορά την επίσημη διαδρομή, κατάφερα να φτάσω μέχρι το K-368 καλύπτοντας 27.000 μέτρα ανάβασης (επίσημο ίχνος διοργάνωσης στην ITRA). Αναφορικά με τη διαφορά στα χιλιόμετρα, τα επιπλέον 28 που έγραψα, οφείλονται εν μέρει σε χασίματα, εν μέρει σε «θόρυβο» του σήματος σε σημεία που έκανα ολιγόωρα διαλείμματα χωρίς να απενεργοποιήσω το ρολόι μου και εν μέρει στην έτσι κι αλλιώς διαφορετική καταγραφή που κάνουν τα ρολόγια μεταξύ τους.

Όσο για τα λιγότερα 1700 μέτρα υψομετρικής που κατέγραψα σε σχέση με τους αριθμούς της διοργάνωσης, διαπίστωσα ότι το επίσημο ίχνος που κατέθεσε στην ITRA συμφωνεί μάλλον με το δικό μου αριθμό (27.000 αντί των 27.300 δικών μου) παρά με τα στοιχεία που παραθέτει η διοργάνωση σε πίνακα-πρόγραμμα, με όλους τους σταθμούς και τα waypoints για τους αθλητές. Είναι σαφώς μια ανακολουθία από πλευράς της, το να διαφωνούν τα δεδομένα της διαδρομής ανάμεσα σε δύο διαφορετικά σημεία πληροφόρησης, επίσημα και τα δύο!

Η συνολική διαδρομή του Glaciers, στον επίσημο πίνακα της διοργάνωσης φαίνεται να αριθμεί 440 χιλιόμετρα με 35.000 μέτρα ανάβασης, ενώ στο ίχνος που υπέβαλε στην ITRA, οι αντίστοιχοι αριθμοί είναι 448 / 32600. Δεν έχω να σχολιάσω κάτι περαιτέρω επ’ αυτού, θα πω μόνο ότι από ένα σύνολο 13 καταγραφών στο Strava από αθλητές του φετινού αγώνα, ο μέσος όρος εκεί είναι 465 / 32700. Κατά συνέπεια, τόσο τα 440 χιλιόμετρα του επίσημου πίνακα μοιάζουν λειψά, όσο και τα 35.000 μέτρα μοιάζουν υπερβολικά. Είναι προφανές βέβαια ότι το 465 των αθλητών περιλαμβάνει «θόρυβο» από στάσεις, μια και οι καταγραφές τους ήταν συνεχόμενες σε μεγάλο βαθμό (χωρίς pause σε πολλές στάσεις τους).

Γραφική εικόνα στο ξημέρωμα της μέρας, λίγο μετά το καταφύγιο Dondena (K-183)

Ξεκίνησα την προσπάθειά μου ένα 24ωρο πριν την εκκίνηση του αγώνα, για ευνόητους λόγους. Πρώτον, για λόγους δεοντολογίας δεν έπρεπε να ανακατευτώ από την εκκίνηση ακόμα του αγώνα με το πλήθος των 200 αθλητών που θα ξεκινούσαν έναν αγώνα, στον οποίον εκείνοι συμμετείχαν, όχι εγώ! Το να βρεθείς όμως ανάμεσα στους αθλητές αυτούς μετά από 24-48 ώρες είναι εντελώς διαφορετικό, ο οποιοσδήποτε πεζοπόρος μπορεί να βρεθεί να κινείται παράλληλα με μια ουρά ανθρώπων, όπου η απόσταση του προηγούμενου από τον επόμενο είναι κατά μέσο όρο 10-30 λεπτά της ώρας. Δεύτερον, ήθελα την μία επιπλέον ημέρα ως πίστωση χρόνου για την πιθανή ολοκλήρωση σε 8+1 ημέρες. Και τέλος, μου άρεσε η μοναχικότητα και η αίσθηση ότι η κούρσα είναι πίσω μου και σταδιακά θα αρχίσουν να με προσπερνούν οι αθλητές της, σε μια φάση όμως όπου η ουρά θα έχει ανοίξει πολλά χιλιόμετρα από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο.

Δεν είχα σε λειτουργία την αυτόματη αναγνώριση της σωστής διαδρομής στο ρολόι μου, παρότι είχα φορτωμένο το gpx αρχείο και εκεί! Δεν το έκανα, κυρίως για να εξοικονομήσω μπαταρία, θεωρώντας ότι η κατανάλωσή της θα γινόταν με γοργό ρυθμό, βάζοντας σε κίνδυνο έτσι την καταγραφή της διαδρομής, βασικό αποδεικτικό στοιχείο της προσπάθειάς μου εκεί. Προτίμησα να συμβουλεύομαι το κινητό μου τηλέφωνο, όταν ένιωθα πως πρέπει να το κοιτάξω, κάτι όμως που ήταν αρκετά χρονοβόρο, σε αντίθεση με το ρολόι, το οποίο σε ειδοποιεί αμέσως, χωρίς καν να το κοιτάξεις μάλιστα (δόνηση)! Είχα λοιπόν φορτωμένο το ίχνος της διαδρομής σε application πλατφόρμας (All Trails) στο κινητό μου και μπορούσα να το συμβουλεύομαι ακόμα και αν το τηλέφωνο ήταν σε λειτουργία πτήσης. Αυτή η μέθοδος συνηθίζεται στις πλατφόρμες χαρτών, προκειμένου να μην γίνεται άσκοπη κατανάλωση της μπαταρίες των κινητών τηλεφώνων. Βέβαια, αρκετές ήταν οι φορές που πρώτα χάθηκα και μετά το συνειδητοποίησα, ώστε να συμβουλευτώ το κινητό μου. Πολλές φορές δε ακόμα, έκανα επιβεβαίωση 3 και 4 φορές αφότου έμπαινα σε κάποιο σωστό μονοπάτι, από το φόβο μήπως έχω κάνει λάθος. Όλη αυτή η διαδικασία ήταν σίγουρα χρονοβόρα, αν προσθέσουμε σε όλα τα παραπάνω και το γεγονός ότι άλλο είναι να στρίβεις 90 μοίρες τον καρπό σου για να δεις το ρολόι σου και άλλο να βγάζεις από το τσεπάκι του σακιδίου το κινητό, να το ξεκλειδώνεις, να ανοίγεις την εφαρμογή και να κάνεις zoom in στον χάρτη, για να δεις τη λεπτομέρεια που πρέπει να δεις, κινδυνεύοντας να στραβοπατήσεις με απρόβλεπτες συνέπειες.

Λίγο πριν το καταφύγιο Bonze (K-214), με φόντο το σύννεφο που σκεπάζει την κοιλάδα της Αόστα. Συχνά έκανα αυτοφωτογραφήσεις, ως τεκμήριο του εγχειρήματος

Γενικά, μια διάχυτη ανασφάλεια ως προς την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών μου (ρεύμα από μπαταρίες) με οδήγησε στο να είμαι αρκετά συντηρητικός, τις πρώτες 2-3 μέρες μόνο όμως, μέχρι να βεβαιωθώ ότι θα μπορούσα με άνεση να τις καλύψω στα καταφύγια που διανυκτέρευα. Επιπλέον, η ελάχιστη κίνηση μέσα στη νύχτα, το πολύ 5-6 ώρες ανά 24ωρο, μου επέτρεπε να εξοικονομώ ενέργεια από τον φακό κεφαλής, μειώνοντας περαιτέρω το ξόδεμα ενέργειας από τα power banks.

Ο ρυθμός κίνησης που ακολούθησα, καθορίστηκε από τη δική μου εκτίμηση, αναφορικά με τις δυνατότητές μου αλλά και σε σχέση με όλο αυτό που σχεδίαζα να κάνω. Στην πράξη αποδείχτηκε ότι εύκολα βρίσκεις έναν ρυθμό ανάλογο με τη διάρκεια της προσπάθειάς σου αλλά και ανάλογα με το φορτίο που κουβαλάς στην πλάτη. Φυσικά, μετρά και η εμπειρία του καθενός αλλά το σώμα το ίδιο σου δείχνει το δρόμο στο θέμα του ρυθμού. Αρκούν λίγα λεπτά της ώρας σε κίνηση, για να κατανοήσεις αν κινείσαι αργά ή κινείσαι γρήγορα. Θα ήταν περιττό να πω ότι μιλάμε για την γνωστή «Ζώνη-1» της αθλητικής προσπάθειας, αυτό που θα λέγαμε αντοχή. Εννοείται πως σε τέτοιες προσπάθειες, διάρκειας ημερών, δεν υπάρχει άλλη επιλογή, για κανέναν!

Εδώ θα μνημονεύσω τη μικρή μου εμπειρία, όταν την δεύτερή μου μέρα βρέθηκα να ακολουθώ για μιάμιση ώρα τον προπορευόμενο αθλητή και νικητή του αγώνα εντέλει, Sebastien Raichon. Εγώ επαρκώς ξεκούραστος, μετά από διάλειμμα για γεύμα στο καταφύγιο Emanuele στο Κ-125 της διαδρομής, ακολούθησα τον Raichon μέχρι το επόμενο καταφύγιο-σταθμό (Chabod) για μια απόσταση 5 χιλιομέτρων. Εκείνος, φορτωμένος ήδη με 23 ώρες προσπάθειας και άυπνος φυσικά, κινούταν με έναν ρυθμό, που σε μένα έμοιαζε χαλαρός, επιεικώς! Και φυσικά δεν είχα κανένα πρόβλημα να τον ακολουθήσω, παρότι φορτωμένος με τα εννιά κιλά μου στην πλάτη. Εκεί όμως είναι και η διαφορά, στο ότι άλλο είναι το συνεχές και ασταμάτητο και άλλο το διακοπτόμενο! Εννοείται πως αν συνέχιζα και πιο πέρα από εκεί που εγώ σταμάτησα κι εκείνος συνέχισε, σύντομα θα έβλεπα τις δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν και να μένω πίσω.

Το Monte Cervino ή Matterhorn (4478m) στον απογευματινό ήλιο, καθώς το μονοπάτι απομακρύνεται από την περιοχή της Cervinia

Η όποια φθορά των δυνάμεών μου, ήταν περίπου πρόσκαιρη και τύχαινε απόσβεσης το πρωί της κάθε επόμενης ημέρας. Και λέω πρόσκαιρη, γιατί δεν μπορεί να είναι πρόσκαιρο το φορτίο των 15-18 ωρών καθημερινά, back-to-back. Απλά, το σώμα προσαρμόζεται και μπορεί να συνεχίζει να ανταποκρίνεται στο έργο που του αναθέτεις, τουλάχιστον για έναν αριθμό ημερών βέβαια και όχι ες αεί! Ήταν όμως εντυπωσιακό, το πόσο ανάλαφρος ένιωθα κάθε πρωί, εφόσον βέβαια είχε προηγηθεί πραγματικός ύπνος τη νύχτα που μεσολάβησε, έστω και για 4 ώρες!

Γιατί υπήρξαν τρεις νύχτες στις επτά, ανάμεσά τους η 4η, 5η και 7η, στη διάρκεια των οποίων ναι μεν ξάπλωσα πρόχειρα κάπου, μπαίνοντας σε ένα «τσουβάλι επιβίωσης» (bivy-bag), χωρίς όχι μόνο όμως να κοιμηθώ αλλά και να ταλαιπωρηθώ κυρίως από ένα συνδυασμό ζέστης και κρύου ταυτόχρονα, με κακή ανατομία στην πλάτη, ένα μαρτύριο χωρίς τέλος, στο οποίο το τέλος το έβαζα ο ίδιος όσο πιο σύντομα μπορούσα μέσα στη νύχτα. Ήταν χαρακτηριστικό ότι στη χειρότερη από αυτές τις διανυκτερεύσεις, στην 5η νύχτα μου, όταν ξεκίνησα να κινούμαι στο μονοπάτι μετά τη μαρτυρική 4ωρη παραμονή μου μέσα στο bivy-bag στο ύπαιθρο, δεν είχα παρά ελάχιστη δύναμη να βάλω το ένα πόδι μπροστά από το άλλο στον ανήφορο, ήμουν ένα ράκος! Χρειάστηκε, ώρες αργότερα όταν είχε μεσημεριάσει πια, να ξαπλώσω σε πράσινα γρασίδια στα περιαστικά της κωμόπολης του Gressoney Saint Jean, μήπως και αναλάβω δυνάμεις μετά από έναν σύντομο ύπνο. Εκεί συνειδητοποίησα πόσο καταστροφικά λειτουργεί η αϋπνία στην απόδοση και πόσο πλημμελής στην αναπλήρωση δυνάμεων είναι ο ύπνος του μισάωρου μέρα μεσημέρι ή και καταμεσής της νύχτας. Κερδίζεις χρόνο αλλά τον χάνεις αμέσως μετά με τη μειωμένη σου απόδοση. Απλές, τετράγωνες αλήθειες!

Στο μονοπάτι 65 (κάπου στο Κ-338) που οδηγεί από το Hotel Stambecco στο Rifugio Abruzzi, στις πλαγιές του Monte Cervino

Μια και αναφέρομαι στην στρατηγική του «κινούμαι μέρα, κοιμάμαι νύχτα», να πω ότι λόγω ώρας εκκίνησης (8:00 το βράδυ όπως και ο αγώνας ένα 24ωρο μετά), την πρώτη νύχτα φυσικά την έβγαλα χωρίς ύπνο και πριν κλείσω τα μάτια μου για πρώτη φορά, είχαν συμπληρωθεί ήδη 27 ώρες και 100 χιλιόμετρα. Επιπλέον, τη δεύτερη βραδιά «εγκλωβίστηκα» από νωρίς σε διανυκτέρευση, περίπου στις 9:00 το βράδυ και εν μέσω βροχής, καθώς στη συνέχεια θα βρισκόμουν αντιμέτωπος με την αλυσίδα στο γκρεμό του Col Neyron και σε συνθήκες νύχτας αλλά και φρεσκοστρωμένου χιονιού στα 3100 μέτρα, κάτι που δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να περάσω κάτω από τέτοιες συνθήκες, όντας εκτός συναγωνισμού, ο κίνδυνος ήταν άγνωστος και εν τέλει μεγάλος! Εννοείται πως εφόσον θα συμμετείχα στον αγώνα, φυσικά και θα συνέχιζα, γιατί έτσι είναι οι αγώνες, δεν σε ρωτούν πότε θα βρεθείς στα δύσκολα, οφείλεις να κοιτάξεις κατά πρόσωπο κάθε δυσκολία, όποτε κι αν εμφανιστεί μπροστά σου, δεν υπάρχουν εκπτώσεις θάρρους και δράσης, ο χρόνος μετρά αμείλιχτα!

Αν τα πράγματα ήταν αλλιώς και είχα συνεχίσει, θα κέρδιζα κρίσιμα χιλιόμετρα κι έτσι δεν θα βρισκόμουν τόσο πίσω από τη δεύτερη κιόλας ημέρα, με ότι αυτό συνεπαγόταν και για τις μέρες που ακολούθησαν και που για να καλύψω το συγκεκριμένο κενό θα έπρεπε να μπαίνω για τις επόμενες δύο ημέρες βαθιά μέσα στη νύχτα, μέχρι να μαζέψω το χάσιμο της καθυστέρησης αυτής, πράγμα που φυσικά δεν έκανα, δεν είχα το κίνητρο ούτε και την πίεση. Από την 3η μέρα και μετά, η πορεία μου ήταν φυσιολογική, με προσπάθειες που διαρκούσαν σταθερά 16-18 ώρες, μικτές.

Δείγμα από τον πίνακα δεδομένων του αγώνα, όπως κυκλοφορεί επίσημα από τη διοργάνωση. Ο πίνακας αυτός κυκλοφορούσε παντού μέσα στον αγώνα, από σταθμούς υποστήριξης μέχρι και στα χέρια των αθλητών σε έντυπη μορφή, συνήθως πλαστικοποιημένος, Στα δικά μου χέρια υπήρχε ως ψηφιακός πίνακας στην οθόνη του κινητού μου και συχνά τον συμβουλευόμουν

Η χαλαρότητα της 2ης μέρας ήταν που μου στοίχισε εν τέλει την αποτυχία του εγχειρήματος, καθώς δεν είχα τη θέληση να θυσιάσω κομμάτια από τις νύχτες που ακολούθησαν για να ισορροπήσω την κατάσταση και στο τέλος να βρεθώ εκτός κούρσας, μόλις 80 χιλιόμετρα (μιάμιση μέρα προσπάθειας) πριν το τέλος. Αυτό ήταν ένα ψυχολογικό πλήγμα που σε συνδυασμό με την κακή 7η διανυκτέρευση κάπου στο πουθενά, με αποθάρρυναν να ολοκληρώσω την προσπάθεια. Αυτό προσμετράται φυσικά στα αρνητικά μιας αυτόνομης προσπάθειας, όπου το κίνητρο είναι η ολοκλήρωση της διαδρομής αλλά χωρίς τον πιεστικό χαρακτήρα που προσδίδει η συμμετοχή σε έναν αγώνα.

Αναφορικά με τη σταδιακά φθίνουσα δική μου πορεία σε σχέση με τον ρυθμό κίνησης του συνόλου της κούρσας, στη συμπλήρωση του δικού μου 48ωρου προσπεράστηκα από τον προπορευόμενο αθλητή, στη συμπλήρωση του δικού του 24ώρου, κάπου στο 130ο χιλιόμετρο, όπου και όπως εξήγησα πιο πάνω αναγκάστηκα να διανυκτερεύσω μερικές ώρες νωρίτερα από τον σχεδιασμό μου, λόγω επερχόμενης νύχτας και βροχής-χιονιού. Όταν ξημέρωσε η 3η μέρα για μένα (58 ώρες) στο καταφύγιο που διανυκτέρευσα (Rifugio Chabod), ήμουν ήδη πίσω από τους πρώτους 15 αθλητές, οι οποίοι είχαν προσπεράσει από εκεί μέσα στη νύχτα, όταν εγώ κοιμόμουν ή προσπαθούσα τέλος πάντων, γιατί στους μεγάλους κοιτώνες υπάρχει και ο παράγοντας ροχαλητό.

Μπαίνοντας στο Cogne (K-158) όπου και το πρώτο Life Base του αγώνα, παρέα με το δίδυμο των Γάλλων Max Bonet 4103 (156:39) και Clement Vigier 4112 (DNF Donnas). Φτάνοντας εκεί οι δρόμοι μας χώρισαν, γιατί εκείνοι έπρεπε να πάνε στο Life Base όπου τους περίμεναν όλου του κόσμου τα καλά (φαγητό, μπάνιο, κρεβάτι, μασάζ, γιατροί, ομάδα υποστήριξης, σάκος ανεφοδιασμού). Εγώ, απλά βρήκα μια πιτσαρία και έσκασα στο φαΐ, γνωρίζοντας ότι οι επιλογές μου ως μη αθλητή ήταν σχετικά περιορισμένες. Ανέλπιστα, περίπου δύο ώρες αργότερα, φεύγοντας από το Cogne συναντήθηκα και πάλι με τους δύο φίλους και κλείσαμε μαζί τη μέρα μας περίπου στα μεσάνυχτα, στο καταφύγιο Mizerin (K-180)

Περνώντας ο ίδιος το Col Neyron λίγο αργότερα, αυτό το κρίσιμο σημείο με την καταρρίχηση, με υποστήριξη αλυσίδας, ενσωματώθηκα παρεΐστικα σε ένα δίδυμο Γάλλων αθλητών, με τους οποίους κινήθηκα μέχρι το τέλος της ημέρας αυτής, καλύπτοντας μαζί τους 50 χιλιόμετρα και 4000+ σε 16 ώρες (με 2ωρη στάση στο ενδιάμεσο), πιεζόμενος όμως πολύ προς το τέλος εξαιτίας του γρήγορου ρυθμού τους. Οι δύο Γάλλοι βρέθηκαν στην πρώτη 25άδα στο τέλος του αγώνα. Την 4η μέρα υποχώρησα σε παρέες που τελικά τερμάτισαν στην πρώτη 40άδα και με αυτόν το ρυθμό κατέληξα σταδιακά στην τελευταία ημέρα για μένα, την 7η, να κινούμαι παρέα με τους τέσσερις τελευταίους αθλητές της κούρσας που έφτασαν εμπρόθεσμα στο προτελευταίο σημείο αποκλεισμού στο Κ-365 της διαδρομής. Να πω ότι στον αγώνα, από τους 195 αθλητές που ξεκίνησαν, μόνο οι 89 κατάφεραν να τερματίσουν μέσα στο όριο των 190 ωρών. Ήμουν έτοιμος γι’ αυτό το σενάριο της φθίνουσας πορείας, δεν είχα υπολογίσεις όμως αυτήν την ατυχία στη δεύτερη μέρα, που είχε μοιραία επίπτωση στην παραπέρα εξέλιξη, αλλιώς ήταν αυτό ακριβώς που είχα σχεδιάσει: θα με προσπερνούσαν όλοι, μέχρι να φτάσω να κινούμαι με τους τελευταίους, που λόγω δυναμικότητας θα μπορούσα να «σταθώ» δίπλα τους. Αυτό όμως έγινε όχι εκεί που το ήθελα (Κ-400 και πέρα) αλλά σχεδόν μία μέρα νωρίτερα (Κ-360).

Αθλητές του αγώνα στο τμήμα ανάμεσα στο Col Pousseuil και στο Col de Liet (Κ-214)

Σχετικά με τον εξοπλισμό μου έχω να πω πολλά, θα σταθώ όμως με κάποιο μέτρο, αναλύοντας τα βασικά, για να μη χαθώ στις λεπτομέρειες και θα το κάνω με τίτλους. Πάμε λοιπόν:

Παπούτσια: το #1 στοιχείο σε μια πεζοπορική προσπάθεια, αγωνιστική ή μη, είναι μακράν του επόμενου (σακίδιο) τα παπούτσια. Επέλεξα λοιπόν ένα καθαρόαιμο trekking παπούτσι, το Aequilibrium Trek της La Sportiva, εκτιμώντας απόλυτα σωστά, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, αυτό που σκόπευα να κάνω! Καθαρόαιμο trekking, σημαίνει στιβαρή κατασκευή που καλύπτει και τον αστράγαλο, με ημιάκαμπτη σόλα αδρής πρόσφυσης, δερμάτινη βάση, ενισχύσεις σε όλα τα πλαϊνά και τις μύτες. Όλα αυτά φυσικά στοιχίζουν σε βάρος, κάνοντας τελικά ένα παπούτσι 3πλάσιου βάρους από τα γνωστά trail running sneakers, με όλα όσα συνεπάγεται ένα τέτοιου τύπου παπούτσι, ή μάλλον άρβυλο, για να είμαστε ακριβέστεροι. Με το άρβυλο μπορείς να τρέξεις λίγο, με πιο αργές ταχύτητες και μόνο εφόσον είσαι ήδη εξοικειωμένος με τέτοια υπέρβαση (δυνατοί τετρακέφαλοι κλπ). Επιπλέον, η άνεση του ποδιού μέσα σε μια αρβύλα πεζοπορίας, όσο κι αν αυτές έχουν εξελιχθεί στις μέρες μας, δεν είναι εκείνη ενός αθλητικού παπουτσιού, ειδικά στις πατούσες. Εκεί, η παγκόσμια βιομηχανία έχει κάνει θαύματα και τα sneakers σε κάνουν άλλον άνθρωπο, χάρη σε πανάλφρα υλικά, καινοτόμες μεσόσολες, συστήματα συγκράτησης και κάποια ακόμα στοιχεία. Και κάπου εκεί τελειώνουν τα πλεονεκτήματα των sneakers κι αρχίζουν τα μειονεκτήματά τους (ευστάθεια, προστασία, αντοχή υλικών, πρόσφυση, κράτημα, ασφάλεια). Γι’ αυτό και προτίμησα ένα ζευγάρι αρβύλες, για να μπορέσω να διασφαλίσω τη συνέχιση της προσπάθειάς μου μέχρι το τέλος. Θυσίασα την επίδοση για λογαριασμό της σιγουριάς. Δεν είχα την πολυτέλεια των drop-bags όπως οι αθλητές του αγώνα, ώστε να έχω εναλλακτικές λύσεις. Ένα ζευγάρι παπούτσια, από την αρχή μέχρι το τέλος! Αν είναι εντάξει και δεν σε χτυπήσουν, είσαι τυχερός, διαφορετικά θα πρέπει να βρεις το κουράγιο ή αλλιώς να εγκαταλείψεις. Ήμουν και τυχερός αλλά και το υλικό που επέλεξα ήταν πρώτης τάξεως και με έβγαλε παλικάρι. Κι αν αποφάσιζα να κάνω το ίδιο εγχείρημα και δεύτερη φορά, πάλι αυτά τα παπούτσια θα επέλεγα! Να μην παραλείψω να επισημάνω την απόκρισή των παπουτσιών μου στα χειρότερα πεδία που μπορεί να συναντήσει πεζοπόρος σε ορεινό περιβάλλον, τους ατέλειωτους σχηματισμούς μεγάλων βράχων άτακτα στημένων, με τεράστια κενά-τρύπες ανάμεσά τους και όλα αυτά τις περισσότερες φορές σε μεγάλες κλίσεις! Εκεί, οι αρβύλες μου πήραν 10 άριστα. Ένιωθα την απόλυτη σιγουριά ότι εκεί που θα πηδήξω, θα σταθώ κιόλας, κάτι που με 9 κιλά στην πλάτη και με αθλητικά παπούτσια δεν θα το τολμούσα. Επίσης, οι αρβύλες μου έδωσαν ρεσιτάλ σε χωμάτινες κατηφόρες μεγάλων κλίσεων (υπήρχαν και σχοινιά υποστήριξης εκεί), όπου άνετα μπορούσα να εμπιστευθώ και πλαγιοκατάβαση αλλά και κατά μέτωπο (φτέρνες), χωρίς να πιάνομαι καν από τα σχοινιά. Σε κάθε περίπτωση πάντως, όταν το βάρος στην πλάτη ξεπερνά ένα όριο, σχετικό για τον καθένα, τότε τα παπούτσια στον κατήφορο έχουν κομβικό ρόλο.

Κατηφορίζοντας από το Col Loson προς το καταφύγιο Vittorio Sella, κάπου στο Κ-143

Σακίδιο: Το αμέσως επόμενο εξάρτημα εξοπλισμού που πρέπει κάποιος να προσέξει σε μεγάλες εξορμήσεις, είναι αυτή η κατασκευή που κουβαλάμε ατέλειωτες ώρες στις πλάτες μας. Για τις δικές μου επιλογές, βασικός είναι ο ρόλος του συστήματος πλάτης που έχουν τα σακίδια! Απαιτείται ένας «σκελετός» με την ανατομία της ανθρώπινης σπονδυλικής στήλης και των καμπυλών που αυτή διαγράφει. Χωρίς ανατομία πλάτης, το σακίδιο γρήγορα θα σε κουράσει, με ότι αυτό συνεπάγεται. Εξαίρεση βέβαια αποτελούν τα «τρεξιματικά γιλέκα», που όμως δεν είναι φτιαγμένα για να κουβαλούν πάνω από 3-5 κιλά, μοιρασμένα μάλιστα στα πλάγια αλλά και στους ιμάντες (παγούρια-φλασκιά), άρα το 50% του βάρους δεν βρίσκεται στην πλάτη! Στη δική μου περίπτωση, το 90% του συνολικού βάρους ήταν στην πλάτη μου. Επέλεξα ένα 30λιτρο σακίδιο στιβαρής κατασκευής όμως, με ανατομικό σύστημα και υλικά αντοχής στο σώμα του. Το Talon Velocity των 32 λίτρων από την κορυφαία Osprey, ήταν το σακίδιο που αποφάσισα να βάλω στην πλάτη μου.

Ενώ είναι ένα σακίδιο hiking κατηγορίας (ημερήσιες πορείες δηλαδή), έχει χαρακτηριστικά που ταιριάζουν με προσπάθειες ταχύτητας όπως η δική μου, κάνοντας το κεντρικό του σώμα εύκολα και γρήγορα προσβάσιμο. Το ότι δεν έχει καπάκι (lid) αλλά ένα flap που δένει με το σώμα για να συγκρατεί το περιεχόμενο, δεν το κάνει να μειονεκτεί, όταν επιδιώκεις ταχύτητα κίνησης και ελάχιστο χαμένο χρόνο στο βάλε-βγάλε. Θεωρώ ότι το roll-top άλλων σακιδίων μειονεκτεί σε σχέση με το κλείσιμο που επέλεξε η Osprey για αυτό το σακίδιο. Σωτήρια τα ελαστικά δίχτυα-τσέπες (mesh pockets) τριγύρω του σακιδίου, έδιναν λύσεις για άμεση αποθήκευση αντικειμένων “on the go” χωρίς καν να σταματήσω! Οι δύο τσέπες στον ιμάντα της μέσης (hip belt pockets) αποδείχτηκαν σωτήριες, ειδικά η δεξιά, στην οποία έβαζα κι έβγαζα όλη την ώρα το κινητό μου, είτε για να πλοηγηθώ είτε για να φωτογραφήσω, είτε ακόμα και για να μιλήσω σε σπάνιες περιπτώσεις. Καταπληκτικός ο σκελετός πλάτης του Talon, μινιμαλιστικός για ανατομικός αλλά απόλυτα λειτουργικός. Μοναδικό μειονέκτημα του σακιδίου, η απουσία κεντρικού κάθετου φερμουάρ για εναλλακτική πρόσβαση στο κεντρικό σώμα του σακιδίου, το οποίο στην Large εκδοχή του ζυγίζει μόλις 1030 γραμμάρια.

Κορυφές πάνω από 3600 μέτρα, από τον άξονα της ψηλότερης κορυφής του Grand Paradiso που κατευθύνεται προς τα ανατολικά, όπως φαίνονται ακριβώς μετά το Col Loson (3299)

Λοιπός εξοπλισμός: επέλεξα να έχω ένα θερμικό μπουφάν (γέμιση με επεξεργασμένο μαλλί) για να αντιμετωπίσω τυχόν μεγάλα κρύα και διανυκτέρευση στο ύπαιθρο και χρειάστηκε σε 2-3 περιπτώσεις μόνο, χάρη στις ήπιες θερμοκρασίες που επικράτησαν. Ελαφρύ αδιάβροχο μπουφάν, με καλό δείκτη αδιαβροχοποίησης και διαπνοής (20.000). Μια μακρυμάνικη μπλούζα και ένα μακρύ παντελόνι κολάν, όπως και αδιάβροχο παντελόνι, που λόγω ευνοϊκών συνθηκών δεν φορέθηκε ποτέ στις 7 ημέρες. Ένας σάκος επιβίωσης (bivy bag) έπαιξε το ρόλο υπνόσακου και ένα φουσκωτό στρώμα, χρησιμοποιήθηκαν για τις τρεις από τις επτά διανυκτερεύσεις μου, χωρίς ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα όμως. Βέβαια το βάρος και ο όγκος του σετ διανυκτέρευσης δεν μπορούσε να περιλαμβάνει κάτι περισσότερο, οπότε ακόμα και αυτά ήταν μια πολυτέλεια για μένα. Όταν όμως δεν συμμετέχεις στον αγώνα και πρέπει να βρεις λύση στη διανυκτέρευση που αποφάσισες να κάνεις, οφείλεις να έχεις στο τσεπάκι και τις επιλογές σου. Στα υπόλοιπα του εξοπλισμού μου δεν θα επεκταθώ, πέρα από το φαρμακείο που ήταν επαρκέστατο, σε συστήματα φόρτισης που έμοιαζαν έως και υπερβολικά (δύο power-banks) και διάφορα αξεσουάρ. Καίριο ρόλο έπαιξε η κρέμα πρόληψης φουσκαλών στις πατούσες, σε συνδυασμό πάντα με τη νυχτερινή στάση, η οποία έδινε τον χρόνο στα πόδια να επανέλθουν σε φυσιολογική κατάσταση, έτοιμα να δεχτούν τον φόρτο της επόμενης μέρας των 16-18 ωρών. Κλείνω με τα τρόφιμα, που καταλάμβαναν περίπου 2 κιλά και 4-5 λίτρα χώρο.

Ο πέτρινος τύμβος (cairn) στην άκρη του Col della Fricola (2547m) κοιτώντας ανατολικά. Μια ξεχωριστή περίπτωση διάσελου (col) πάνω στη διαδρομή του Tor des Glaciers, καθώς είναι μια ισοϋψής απόσταση μερικών δεκάδων μέτρων, χωρίς όμως σταθερό έδαφος για να πατήσει κάποιος, παρά μόνο ατέλειωτα μεγάλα και κοφτερά βράχια με γωνίες και ακμές, άτακτα στρωμένα φυσικά, με την ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση, λόγω τάξης μεγέθους και βάρους τους! Ένα ακόμα από τα πολύ δύσκολα σημεία της διαδρομής του αγώνα

Θα ήθελα να πω πιο κάτω, λίγα λόγια για το πεδίο της διαδρομής του Tor des Glaciers. Είναι πραγματικά αξιοσημείωτο το εύρος δυσκολίας που συναντά κανείς εκεί, από το καλύτερο μέχρι το χειρότερο. Όμως η αναλογία καλού-κακού πεδίου είναι εκείνη που καθορίζει στο τέλος και τις επιδόσεις των αθλητών, γιατί όταν η ζυγαριά δεν γέρνει με σαφήνεια προς το καλό, τότε οι αριθμοί -αλλά και οι άνθρωποι- αρχίζουν να υποφέρουν. Η διαδρομή του Glaciers είναι ευνόητο πως αποτελεί μια συρραφή μονοπατιών, δεδομένου ότι είναι κύκλος και οι κυκλικές διαδρομές ποτέ δεν αποτελούν ενιαίες πεζοπορικές διαδρομές. H διαδρομή του Glaciers, όπως και η γνωστότερη και παλιότερη, του Geants, κινείται στην περιφέρεια της γεωγραφικής ενότητας της Αόστα, η οποία διατρέχεται από ένα ποτάμι (Bassac Dere), το οποίο τροφοδοτείται από δεκάδες παραπόταμους που σε μια κάτοψη της περιοχής μοιάζουν με ακτίνες ενός κύκλου που ενώνονται με μια διάμετρο αυτού του κύκλου, την κεντρική οδό απορροής. Ως εκ τούτου, δεκάδες είναι και οι μικρές και μεγαλύτερες κοιλάδες που κινούνται από την περιφέρεια προς το κέντρο. Αυτές τις κοιλάδες τέμνουν εγκάρσια οι διαδρομές των δύο αγώνων, στην κυκλική του ς τροχιά με αρχή και τέλος το Courmayuer, ένα σημείο στην δυτική πλευρά της περιφέρειας αυτού του κύκλου.

Το Geants των 350 χιλιομέτρων διατρέχει τον βασικό κορμό που σχηματίζουν τα κεντρικά μονοπάτια Alta Via 1 και Alta Via 2, ενώ το Glaciers των 450, έχει ένα πιο «ατίθασο» σχεδιασμό, ακολουθώντας κατά βάση ξεχασμένα και δευτερεύοντα μονοπάτια, σε έναν κύκλο εκ των πραγμάτων ευρύτερο. Θα πρέπει να επισημάνω βέβαια και κάποια φλύαρα τμήματα της διαδρομής, κάπου στην περιοχή ανάμεσα σε Breithorn και Cervino (Matterhorn), μια αλπική περιοχή που έχει όμως αλωθεί από δρόμους και εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν τεράστιες χιονοδρομικές πίστες τον χειμώνα. Ας πούμε ότι αυτό το τμήμα των 10 χιλιομέτρων του Glaciers είναι το μόνο του μελανό σημείο στο θέμα της χάραξης.

Η ομάδα των τεσσάρων τελευταίων -όπως αποδείχτηκε- αθλητών του φετινού αγώνα, σε δυναμική φάση πορείας, καθώς προσεγγίζει την περιοχή των τριών λιμνών κάτω από το Colle Superiore delle Cime Blanche, κάπου στο Κ-325. Όλοι τους κατάφεραν τελικά να τερματίσουν τον αγώνα, έχοντας μάλιστα προσπεράσει και αρκετούς συναθλητές τους μέχρι τότε, καταδεικνύοντας την αξία της συνεργασίας αλλά και την αποφασιστικότητα που διέκρινα στο βλέμμα τους, όπως και στις μεταξύ τους κουβέντες, όταν μιλούσαν για τους στόχους που έβαζαν κάθε τόσο κοιτώντας τον πίνακα δεδομένων της διαδρομής. Ήμουν σίγουρος ότι θα τα καταφέρουν και τα κατάφεραν!

Ευτυχώς πάντως για τους διοργανωτές, τα βουνά-γίγαντες στην Κοιλάδα της Αόστα βρίθουν μονοπατιών, από τα πιο χαμηλά υψόμετρα μέχρι και στα ψηλά διάσελα των 3000 μέτρων αλλά και ακόμα πιο ψηλά. Όμως, σε ελάχιστες ευτυχώς περιπτώσεις, για να βγει η συνέχεια της διαδρομής, επιλέχτηκαν μονοπάτια που μικρή σχέση έχουν με το άθλημα του τρεξίματος, πιο πολύ απευθύνονται σε πεζοπόρους με στοιχειώδεις ορειβατικές δεξιότητες. Δεν θα τα χαρακτήριζα καν μονοπάτια, ούτε και ατραπούς, αν αυτός ο όρος προσδιορίζει κάτι ακόμα πιο δύσκολο. Απλά, κάποιοι πέρασαν με ένα κουτί μπογιά κι έβαψαν με ένα πινέλο όσο άτακτα επιβάλει η μορφολογία  επικίνδυνα ειρημένους βράχους. Και μάλιστα επειδή πριν και μετά από το περιγραφόμενο πεδίο αναπτύγματος εκατοντάδων μέτρων ή και χιλιομέτρου, υπάρχει όντως μονοπάτι αριθμημένο, η αρίθμηση μπήκε με φροντίδα και πάνω στους εν λόγω βράχους (boulders), που περισσότερο μοιάζουν με αλλόκοτα πλάσματα που σου δίνουν την αίσθηση ότι σε περιμένουν να κάνεις το λάθος βήμα! Σε κάθε περίπτωση, τα σημάδια μπήκαν μελετημένα, ώστε ο χαμένος στην έρημο των βράχων πεζοπόρος, να μπορεί από το προηγούμενο σημάδι να δει το επόμενο.

Πάντως, είναι αξιοσημείωτη η εξοικείωση των βουνίσιων ανθρώπων στις Άλπεις με το κακοτράχαλο τερέν, οπότε ότι και να συναντήσεις στο δρόμο σου εκεί πάνω θεωρείται εύλογο, αν όχι και αυτονόητο. Αλυσίδες, συρματόσχοινα, σχοινιά, μεταλλικά σκαλιά βιδωμένα στο βράχο, σκαψίματα, τα πάντα στην υπηρεσία της πεζοπορίας. Και προσοχή: όλα αυτά δεν στήνονται για τον αγώνα, υπάρχουν εκεί για να εξυπηρετούν τους πεζοπόρους των βουνών. Όταν λοιπόν κάποιος κινείται σε αρκετά από τα επιμέρους τμήματα της διαδρομής του Glaciers, έχει απελπιστικά αργή ταχύτητα ενώ την ίδια στιγμή ρισκάρει πολλά από τα βήματα που κάνει, ειδικά μέσα στο σκοτάδι.

Κτηνοτροφική αγροικία και δάσος τυλιγμένο στην ομίχλη της χαμηλής νέφωσης, καθώς το μονοπάτι κατηφορίζει από το Col della Fricola, κάπου στο Κ-205

Συγκριτικά τώρα με τη διαδρομή του αδελφού αγώνα “Tor des Geants”, ο οποίος έχει παγκόσμια αίγλη και φυσικά σκεπάζει από άποψη δημοσιότητας το νεότερο αδέλφι του, το “Tor des Glaciers”, υπάρχει μια βασική διαφορά: ο Geants των 350 χιλιομέτρων κινείται κατά βάση σε εύκολο πεδίο, συγκριτικά πάντα με τον Glaciers των 450 (σημαντική λεπτομέρεια: το 25% της διαδρομής του Glaciers είναι κοινό με εκείνη του Geants). Άρα, η διαφορά ανάμεσα στους δύο αγώνες της ίδιας διοργάνωσης δεν βρίσκεται στα 100 επιπλέον χιλιόμετρα, ούτε και στα 7000 επιπλέον υψομετρικά. Για όσους γνωρίζουν τον Geants, να πω ότι ο Glaciers δεν είναι Geants+100 χιλιόμετρα, είναι κάτι άλλο! Κι όπως εξήγησα και πιο πάνω, άλλο είναι να τρέχεις πάνω σε χωμάτινο μονοπάτι κι άλλο να ακροβατείς βήμα-βήμα πάνω σε ετοιμόρροπους, μυτερούς βράχους ή σε απόκρημνες πλαγιές. Αν τώρα, προσθέσουμε στην μεγάλη διαφορά δυσκολίας πεδίου των δύο διαδρομών και τον παράγοντα των χρονικών ορίων για τους δύο αγώνες, βγάζουμε κι άλλο συμπέρασμα: ότι το χρονικό όριο στον Glaciers είναι συγκριτικά πιο αυστηρό από εκείνο του Geants. Απόδειξη?

Tor des Geants = 350+250(00) = 600pts : 150hrs = 4,00

Tor des Glaciers = 450+320(00) = 770pts : 190hrs = 4,05

Τι μας λέει το πηλίκο? Συνυπολογίζοντας και τα υψομετρικά πάντα, ότι η μέση ταχύτητα στον μεγαλύτερο και τεχνικότερο Glaciers πρέπει να είναι μεγαλύτερη (!) για να προλάβει να φτάσει κάποιος έγκυρα στη γραμμή του τερματισμού. Εννοείται βέβαια, πως όσο μεγαλώνει ένας αγώνας τόσο μικραίνει η μέση ωριαία ταχύτητα, το εύλογο! Πόσο μάλιστα, όταν πολλά από τα μονοπάτια του Glaciers θεωρούνται μονοπάτια μέσα σε αρκετά εισαγωγικά. Φυσικά, δεν είναι τυχαίο πως το κριτήριο συμμετοχής στο Glaciers είναι ο προηγούμενος τερματισμός στο Geants σε λιγότερες από 130 ώρες (150 είναι το κανονικό όριο).

Ο τύμβος (cairn) που σηματοδοτεί το Col Pousseuil (2105m) στο Κ-212 της διαδρομής. Στον ανατολικό ορίζοντα η κορυφή Steje 2544m (κέντρο)

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ “TOR DES GLACIERS FUN-HIKE”

Απαριθμώ πιο κάτω τα συμπεράσματά μου, ολοκληρώνοντας την ανάλυση για την εμπειρία μου στις Άλπεις:

Μικρή αλπική λίμνη, από τις χιλιάδες τέτοιες στις Άλπεις, λίγο πιο πάνω από το καταφύγιο Deffeyes, στο Κ-47, κάπου ανάμεσα στα σύννεφα και στον πρωϊνό ήλιο που τα διαπερνά, δίνοντας αλλόκοσμη εικόνα στις πλαγιές των βουνών με το φως του. Από εδώ ανηφορίζουμε για το διαβόητο Col Planaval (3001m), το μεγαλύτερο φόβητρο συνολικά στη διαδρομή του Tor des Glaciers.

Είναι άλλο να κάνεις τη δική σου προσπάθεια, της οποίας μοναδικός στόχος είναι η ολοκλήρωση και άλλο να συμμετέχεις σε έναν αγώνα, όπου υπάρχει εξωτερική αλλά και εσωτερική πίεση για να πετύχεις το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα! Φυσικά, όλα εξαρτώνται από την τελική επίδοση και στη μία και στην άλλη περίπτωση. Κάλλιστα μπορεί μια ατομική προσπάθεια -ας την αποκαλέσω καταχρηστικά FKT- να φέρει ένα αποτέλεσμα καλύτερο από αγώνα. Εξαρτάται από το ίδιο το υποκείμενο, τον άνθρωπο που επιχειρεί και τη δυναμικότητά του, με λίγα λόγια. Ο χαρακτηρισμός «αγώνας» δεν αποτελεί πανάκεια, δεν καθαγιάζει μια προσπάθεια από μόνος τους. Τα χρονόμετρα εξάλλου για αυτόν τον λόγο υπάρχουν και χρησιμοποιούνται, καλύτερος είναι ο γρηγορότερος! Το αν έχεις ή δεν έχεις νούμερο στο στήθος, ουδόλως αναβαθμίζει το όποιο αποτέλεσμα, ούτε σε βάζει σε μια κατηγορία ψηλότερη από κάποιον χωρίς νούμερο! Αυτά, για να μην υπάρχουν παρανοήσεις και λανθασμένες εντυπώσεις σχετικά με τις αθλητικές και αγωνιστικές προσπάθειες. Ας μην ξεχνάμε ποτέ, ότι κορυφαίοι παγκόσμια αθλητές της ορεινής υπεραντοχής, έχουν καταγράψει αξιομνημόνευτες προσπάθειες ταχύτητας σε συγκεκριμένες διαδρομές (FKT fastest known times) χωρίς να συμμετέχουν σε αγώνα.Συνιστώ αυτόν τον τρόπο γνωριμίας με τη διαδρομή του Tor des Glaciers, άσχετα με τον αριθμό των ημερών που χρειάζεται κάποιος (από 8 μέχρι 15 ημέρες είναι ένα λογικό χρονικό διάστημα). Αν όμως κάποιος δεν είναι βέβαιος ότι ήρθε η ώρα να το παλέψει με την πρώτη φορά -τυπική προϋπόθεση το κριτήριο των 130 ωρών στο Geants πάντα- τότε θα του πρότεινα να κάνει ότι έκανα εγώ. Ένα σακίδιο στην πλάτη και διάθεση για περιπέτεια. Η διαδρομή δεν είναι σηματοδοτημένη με ειδική σήμανση αλλά με τη σήμανση των τοπικών μονοπατιών που κάθε τόσο αλλάζουν καθώς η συρραφή απαιτεί πλήθος τοπικών μονοπατιών, υπάρχει όμως ένα ακριβέστατο ψηφιακό αρχείο (GPX) που μπορεί να αποτελέσει τον οδηγό του πεζοπόρου, με απόλυτη ασφάλεια και κυρίως, με απόλυτη ακρίβεια! Αν πάλι κάποιος θεωρεί χάσιμο χρόνου και κόπου αλλά και χρήματος, για να κάνει μια τέτοια αυτόνομη διάσχιση, τότε ο δρόμος είναι ανοιχτός να πάρει μέρος στον αγώνα (έχοντας το κριτήριο συμμετοχής), δεν θα έχει όμως την συνολική εικόνα της διαδρομής, κάτι που θεωρώ σημαντικό. Για τους υπόλοιπους, που δεν έχουν το κριτήριο συμμετοχής ή που δεν ενδιαφέρονται για την αγωνιστική τους παρουσία εκεί, μια διάσχιση 450 χιλιομέτρων στις Άλπεις, έχει πάντα ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον. Φανταστείτε 15 ημέρες καθημερινής πορείας σε μια από τις ομορφότερες ορεινές περιοχές της Ευρώπης, στη σκιά κορυφών που μετρούν πάνω από 4000 μέτρα υψόμετρο.

Θεαματικό zoom στην κοιλάδα της Αόστα, που κρύβεται κάτω από τα απογευματινά σύννεφα υγρασίας, κοντά στο καταφύγιο Bonze και από υψόμετρο 1900 μέτρων. Η κοιλάδα σε αυτήν την περιοχή βρίσκεται πλέον σε υψόμετρο 300 μέτρων αλλά οι πλαγιές δεξιά και αριστερά ανεβαίνουν μονοκόμματες και κάθετα!

Αθλητές χωρίς προηγούμενη εμπειρία ή και με εμπειρία, καλό είναι να μεταφέρουν έναν ελάχιστο εξοπλισμό πάνω τους και να κάνουν τη διάσχιση από καταφύγιο σε καταφύγιο, μέσα στον Αύγουστο! Νωρίτερα (Ιούλιο), υπάρχουν ακόμα αρκετά χιόνια στα διάσελα ενώ αργότερα (Σεπτέμβριο) κλείνουν τα καταφύγια και έρχονται τα πρώτα χιόνια του επόμενου χειμώνα. Τα καταφύγια προσφέρουν απόλυτα ικανοποιητική φιλοξενία (διαμονή-διατροφή-ρεύμα-wifi) ενώ στο ενδιάμεσο υπάρχουν και μικρές κωμοπόλεις, που μπορούν να εξυπηρετήσουν μια αυτοϋποστηριζόμενη προσπάθεια, κάτι που αξιοποίησα και εγώ αλλά μπορεί να αξιοποιήσει φυσικά ακόμα και ένας αθλητής των αγώνων. Δεν υπάρχει κανονισμός απαγόρευσης στους αθλητές να αξιοποιούν πρόσθετες πηγές τροφοδοσίας επί πληρωμή. Θυμάμαι χαρακτηριστική σκηνή σε πιτσαρία στο Donnas, όπου μπήκα βράδυ για να φάω, λίγο μετά να μπαίνουν δύο αθλητές του Tor des Geants και να κάνουν το ίδιο, λέγοντας στην υπεύθυνη του μαγαζιού ότι προτιμούσαν μια ζεστή πίτσα από την τροφοδοσία της διοργάνωσης, λίγα μέτρα μακρύτερα.

Το στενό και απόκρημνο διάσελο Crenna dou Leui (2341m) στο Κ-265, είναι ένα από τα highlights των διαδρομών και των δύο μεγάλων αγώνων της διοργάνωσης. Εδώ στάθηκα λίγο, περιμένοντας έναν αθλητή μπροστά μου να φτάσει εκεί, ώστε η φωτογραφία μου να έχει μια ανθρώπινη σιλουέτα, για να μπορεί να φανεί το μέγεθος των βράχων που σχηματίζουν αυτό το εντυπωσιακό διάσελο

Η χρήση αμιγώς αθλητικών παπουτσιών σε τέτοιες διασχίσεις και σε ρυθμό πεζοπορίας με πρόσθετο βάρος στην πλάτη, δεν είναι η ενδεδειγμένη λόγω κακού τερέν. Φυσικά δεν είναι ακατόρθωτο, συμβαίνει στον αγώνα εξάλλου, όμως έτσι αυξάνεται το ρίσκο για μικροατυχήματα που μπορούν να στοιχίσουν ολόκληρη την προσπάθεια. Σε μια μοναχική προσπάθεια χωρίς υποστήριξη, καλό είναι να προσπαθήσει κανείς να διασφαλίσει μερικά βασικά ζητήματα ασφάλειας, υγείας και σωματικής ακεραιότητας εν γένει.

Σε ατομικό επίπεδο τώρα, θεωρώ ότι έκανα τις καλύτερες επιλογές, τόσο σχεδιασμού, όσο και υλοποίησης αλλά και εξοπλισμού. Φυσικά, μια προσπάθεια χωρίς το μαστίγιο του χρονομέτρου και μόνο με το καρότο της ολοκλήρωσης (=τερματισμού), χωρίς όμως αυστηρά χρονικά όρια, δεν ήταν αρκετή για να με παρακινήσει σε μια δύσκολη στιγμή να συνεχίσω μέχρι το τέλος, γι’ αυτό και τα παράτησα έχοντας καλύψει τα 4/5 της προσπάθειας. Είχα φάει τον γάιδαρο αλλά έκανα πίσω όταν έφτασε η ώρα της ουράς του. Πάντως, μετά από επτά συνεχόμενες ημέρες, ένιωθα ότι είχα ακόμα τις δυνάμεις να ανταποκρίνομαι σε έργο κατά μέσο όρο 15 ωρών, 50 χιλιομέτρων και 4000+ ανάβασης. Φαντάζομαι ότι όταν μιλάμε για 1400 χιλιόμετρα με 100.000+ ανάβαση, που είναι τα επερχόμενα Ιμαλάια, η δοσολογία κατεβαίνει και από ένταση και κυρίως, από όγκο (15ω/40χ/3500+ και με διάλειμμα 2-3 φορές στο σύνολο περίπου 40 ημερών)  αποτελεί μια λογική συνταγή επιτυχίας εκεί. Φυσικά το βάρος πλάτης στο επερχόμενο σχέδιο δεν θα είναι 8-9 αλλά 12-14, με τερέν όμως σαφέστατα καλύτερο από αυτό των Άλπεων. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, ο προσδοκώμενος στόχος δεν ακούγεται ανεδαφικός. Από την άλλη, στη ζυγαριά αυτή πρέπει να προστεθεί το μεγαλύτερο μέσο υψόμετρο στα Ιμαλάια, οι κακές συνθήκες διατροφής και η απουσία στοιχειωδών ανέσεων που στις Άλπεις υφίστανται. Φυσικά, ο σπουδαιότερος παράγοντας που προσθέτει βάρος σε αυτή τη ζυγαριά, είναι το μέγεθος της διαδρομής του Great Himalaya Trail, που αποτελεί το τριπλάσιο της διαδρομής του Tor des Glaciers στις Άλπεις.

Ανάμεσα στο Col Neyron και το Col Loson, η διαδρομή περνά από αλπικά τοπία με εντυπωσιακή θέα αλλά ήπια και ασφαλή μονοπάτια

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΑΓΩΝΑ – Υπάρχουν 9 περάσματα (διάσελα ή Cols) πάνω από 3000μ. Τα 113 από τα 448 χιλιόμετρα  (25%) της διαδρομής του Glaciers, συμπίπτουν με τη διαδρομή του Geants. Υπάρχουν 4 ενδιάμεσα χρονικά όρια αποκλεισμού (κόφτες). Υπάρχουν 3 Life Bases (κεντρικοί σταθμοί με δυνατότητα χρήσης σάκων ανεφοδιασμού των αθλητών) ενώ οι σταθμοί τροφοδοσίας συνολικά είναι 31 (συμπεριλαμβανομένων των 3 Life Bases). Συνήθως η διαδρομή του αγώνα υφίσταται μικρές τροποποιήσεις για λόγους ασφάλειας, εξαιτίας ακραίων καιρικών φαινομένων. Φέτος οι ιδανικές καιρικές συνθήκες επέτρεψαν να υλοποιηθεί ο αγώνας στην αυθεντική του διαδρομή. Το ποσοστό τερματισμών στον αγώνα είναι πάντα κάτω από το 50% (φέτος ήταν 46%).  Οι γυναικείες συμμετοχές είναι πάντα χαμηλές (μονοψήφιο ποσοστό), με εξαίρεση τη φετινή χρονιά, που έφτασαν στο 11% με μόλις 6 από τις 21 που εκκίνησαν να τερματίζει (29%).

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ FUN-HIKE – Παραθέτω εδώ επιγραμματικά τα στοιχεία της καθημερινής μου προσπάθειας στο Glaciers (μικτός χρόνος – απόσταση – ανάβαση – περιγραφή – link ίχνους)

  1. 11 Σεπτ. >  26.04 h – 98,5 km – 6590m+ > Courmayeur – Rif. Bezzi – (link)
  2. 13 Σεπτ. >  13.43 h – 41,1 km – 3030m+ > Rif. Bezzi – Rif. Chabod – (link)
  3. 14 Σεπτ. >  16.57 h – 54,4 km – 3870m+ > Rif. Chabod – Rif. Miserin – (link)
  4. 15 Σεπτ. >  17.23 h – 50,5 km – 3240 m+ > Rif. Miserin – Donnas – (link)
  5. 16 Σεπτ. >  17.24 h – 44,6 km – 4400 m+ > Donnas – Niel – (link)
  6. 17 Σεπτ. >  17.43 h – 44,8 km – 2990 m+ > Niel – Rif. Frachey – (link)
  7. 18 Σεπτ. >  16.29 h – 54,3 km – 3210 m+ > Rif. Frachey – Place Moulin – (link)

O συνολικός χρόνος που απαιτήθηκε για τη διάσχιση των 360 επισήμων χιλιομέτρων (388 κατέγραψα αθροιστικά ο ίδιος, όμως σε αυτά περιλαμβάνονται χασίματα και «θόρυβος» από στασεις), ήταν 172 ώρες και 29 λεπτά. Από αυτές τις 172 ώρες, οι 126 ήταν ο μικτός χρόνος κίνησης, περιλαμβάνονται δηλαδή και τα όποια διαλείμματα στη διάρκεια της μέρας. Αυτό σημαίνει ότι ο χρόνος νυχτερινής στάσης ήταν περίπου 46 ώρες, που επιμεριζόμενο σε 5 νύχτες που μεσολάβησαν (από τις 6, η πρώτη νύχτα ήταν όλη σε κίνηση), δίνει έναν μέσο όρο 9 ωρών στάσης. Παρόλα αυτά, ο ύπνος σε καμία περίπτωση δεν ξεπέρασε τις 6 ώρες (την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκα) και συνήθως ήταν 4-5, με εξαίρεση δύο νύχτες υπαίθριου ύπνου, όπου δεν ξεπέρασε το 2ωρο.

Ένας μικρός τύμβος (cairn) προβάλει στον ορίζοντα στο τελευταίο φως της μέρας, στον ανήφορο για το καταφύγιο Perucca Vuillermoz, που βρίσκεται στο Κ-356 της διαδρομής. Στο βάθος η τεχνητή λίμνη Cignana στα 2100 μέτρα, από την όχθη της οποίας περνά η διαδρομή του Tor des Geants, συναντώντας εκεί το Rifugio Barmasse

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το Tor des Glaciers δεν το ολοκλήρωσα για να έχω μια πλήρη εικόνα, αυτό όμως που αποκόμισα από τα 4/5 της διαδρομής και την ήδη γνώση του μισού από το υπολειπόμενο 1/5 της, μπορώ να πω με αρκετή βεβαιότητα, ότι ως διαδρομή τουλάχιστον αξίζει να προσεχτεί! Αξίζει δηλαδή κανείς, να την διασχίσει σε μη αγωνιστικό ρυθμό και σε χρόνο που ο ίδιος θα επιλέξει κάπου στο καλοκαίρι, έχει πολλές εικόνες να του προσφέρει στα 450 της χιλιόμετρα. Φυσικά, λόγω μεγέθους αλλά και φυσικού κάλλους, καλό είναι να το μοιραστεί με μια καλή παρέα και για λόγους ασφάλειας! Η παρουσία καταφυγίων αλλά και χωριών σε κάποιες περιπτώσεις κάνουν τα πράγματα λιγότερο δύσκολα από ότι μαρτυρούν οι σκληροί αριθμοί. Τώρα, εάν αξίζει να μπει κάποιος στον αγώνα, θα έλεγα ΝΑΙ, σχεδόν με το χέρι στην καρδιά. Και λέω σχεδόν, ίσως γιατί δεν δοκίμασα ο ίδιος την εμπειρία αυτή πηγαίνοντας εκεί φέτος. Ποιος ξέρει, ίσως του χρόνου οι συγκυρίες να μου δώσουν το δικαίωμα να αφαιρέσω την αίρεση του «σχεδόν», ο καιρός θα δείξει…

Εκπρόσωποι της νέας εποχής στο Nanga Parbat

Ένα λιθάρι ακόμα στο χτίσιμο της ορειβασίας της νέας εποχής αποτέλεσε η ανάβαση (και κατάβαση) του Nanga Parbat (8125m) στο Πακιστάν, από τον 46χρονο Γερμανό ορειβάτη David Goettler την 24η Ιουνίου και την παρέα του των δύο Γάλλων. Ο Goettler βρέθηκε στην κορυφή του killer mountain παρέα με την Γαλλίδα Tiphaine Duperier και τον συμπατριώτη της Boris Langenstein. Το αξιοσημείωτο της προσπάθειας των τριών, δεν ήταν τόσο η πετυχημένη ανάβασή τους στην κορυφή, όσο το γεγονός ότι εκτός του ότι ανέβηκαν χωρίς φιξαρισμένα σχοινιά, χωρίς οδηγούς, χωρίς έτοιμες κατασκηνώσεις και χωρίς οξυγόνο, κατέβηκαν μετά με αλεξίπτωτο πλαγιάς (parapente) o Goettler και με σκι το γαλλικό δίδυμο, κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά στην Rupal Face!

H ομάδα σε κίνηση στις απόκρημνες πλαγιές της Rupal Face

Ήταν μόλις η όγδοη ανάβαση της κορυφής από τη διαδρομή Schell. Μια Αυστριακή αποστολή κάτω από την αρχηγία του Hanns Schell σκαρφάλωσε για πρώτη φορά από εκεί την κορυφή του Nanga Parbat το 1976. Αυτή η διαδρομή οδηγεί από μια κάθετη κόψη (pillar) στην αριστερή πλευρά της πλευράς Rupal στη ΝΔ ράχη στα 7000 μέτρα, σε ένα διάσελο ανάμεσα στη Ράχη Mazeno και στην ΝΔ ράχη. Στη συνέχεια, στα 7400 μέτρα, η διαδρομή αλλάζει στην πλευρά Diamir.

Να σημειωθεί ότι για τον 46χρονο Γερμανό ορειβάτη, αυτή ήταν η 5η προσπάθειά του να ανέβει στην κορυφή του Nanga Parbat, δύο από τις οποίες μάλιστα ήταν χειμερινές (πρώτη φορά επιχείρησε το χειμώνα του 2014)! Επίσης, οι τρεις τους είχαν επιχειρήσει ακριβώς το ίδιο σχέδιο και πέρυσι (2024) αλλά δεν τα κατάφεραν. Το 2019 οι δύο Γάλλοι έφτασαν στην επιτυχία αλλά χωρίς ολοκλήρωση για την Duperier, η οποία έφτασε 300 μέτρα χαμηλότερα από την κορυφή, περιμένοντας τον Langenstein να φτάσει στην κορυφή και να επιστρέψει για να την συναντήσει.

H διαδρομή Schell σχεδιασμένη από Πολωνική ομάδα, με τη βοήθεια του ίδιου του Hanss Schell, κάπου στο 2008

Η τριμελής ομάδα των ορειβατών επέλεξε τη σωστή στρατηγική: εγκλιματίστηκαν στο Νεπάλ αργά τον Μάιο και στη συνέχεια ανέβηκαν μια εξάρα εύκολη κορυφή (Imja Tse 6189m) και μια εφτάρα, δυσκολότερη, το Baruntse (7162m) στην περιοχή του Khumbu, όχι μακριά από το Everest. Μετά πέταξαν στο Πακιστάν και πήγαν κατευθείαν στο Nanga Parbat. Με το βουνό σε στεγνές συνθήκες και με θερμοκρασίες σε άνοδο, προετοιμάστηκαν για μια γρήγορη ανάβαση στην κορυφή. Οι τρεις τους ξεκίνησαν από το Base Camp στις 21 Ιουνίου και κάλυπταν μία κατασκήνωση καθημερινά μέχρι την ημέρα κορυφής, κάτω από ιδανικές καιρικές συνθήκες. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, ο Goettler και οι σύντροφοί του διάλεξαν τη Διαδρομή Schell, προκειμένου να αποφύγουν την κατά μέτωπο ανάβαση της Πευράς Rupal, τραβερσάροντας αυτήν την πλευρά του βουνού και κερδίζοντας μια ράχη. Από εκεί και από το Camp 3, η διαδρομή τους στρέφεται στην Πλευρά Diamir, στα 7400 μέτρα.

Tiphaine Duperier και Boris Langenstein

Ο David Goettler είναι συχνός επισκέπτης των Ιμαλαΐων. Ξεκίνησε το 2003 και από τότε επιστρέφει τουλάχιστον μια φορά το χρόνο στο Νεπάλ για ορειβασία. Έχει σκαρφαλώσει με μεγάλες μορφές της ορειβασίας του 21ου αιώνα, όπως η Gerlinde Kaltenbrunner, ο Ralf Dujmovits και ο Simone Moro. To 2022 ανέβηκε στο Everest χωρίς οξυγόνο και χωρίς υποστήριξη οδηγών Σέρπα. Σε συνέντευξή του στο Explorersweb είπε χαρακτηριστικά ότι «…η εμπορική πλευρά των κορυφών των 8000 μέτρων έχει εκραγεί την τελευταία δεκαετία αλλά αυτό είναι μια εξέλιξη που είδαμε στις Άλπεις πολλά χρόνια πριν και τώρα την βλέπουμε και στα Ιμαλάια…»

Στην ίδια συνέντευξη, σχετικά με τη χρήση οξυγόνου στην ορειβασία, ανέφερε «…το πρόβλημα είναι ότι εμείς όλοι -είτε συστηματικοί είτε ευκαιριακοί ορειβάτες- ακόμα συγχέουμε την ιδέα του αλπινισμού με αυτήν των εμπορικών αναβάσεων. Δεν έχω πρόβλημα με τους ανθρώπους που ανεβαίνουν στο Everest σε πέντε μέρες, αξιοποιώντας κάθε δυνατή βοήθεια που μπορούν να έχουν, τα κίνητρά τους όμως να ανέβουν αυτό το συγκεκριμένο βουνό είναι εντελώς διαφορετικά από τα δικά μου. Το τι εκφράζουν τα κίνητρα αυτών των ομάδων δεν μπορούν να θεωρηθούν σαν εξέλιξη στον αλπινισμό, παρά μόνο σαν μια εξέλιξη σε μια τουριστική (sic) δραστηριότητα που συμβαίνει στα βουνά. Έχουν κάθε δικαίωμα να βρίσκονται εκεί, για όσο σέβονται το περιβάλλον, τις τοπικές κοινωνίες και τα κριτήρια ασφάλειας. Ο κόσμος ανεβαίνει επίσης στο Mont Blanc στις Άλπεις, με τη βοήθεια των τελεφερίκ, τα οποία εκφράζουν περισσότερο από τα ελικόπτερα το πνεύμα της εισβολής. Κατά μία έννοια, θα μπορούσαμε να μάθουμε περισσότερα, παίρνοντας υπόψη τα λάθη που κάναμε στα μέρη μας πριν έρθουμε εδώ στα Ιμαλάια…»

Και έκλεισε τη συνέντευξη στο Explorersweb με μια άποψη σχετικά με τη χρήση υποβοηθητικών αερίων, όπως το Ξένον, που πρόσφατα ήρθε στην επιφάνεια της δημοσιότητας «…για μένα το Ξένον δεν θα μπορούσε να αποτελεί επιλογή, γιατί το θεωρώ σαν εξωτερική υποστήριξη, όπως ακριβώς και το οξυγόνο, και δεν χρησιμοποιώ οξυγόνο στην ορειβασία. Ωστόσο δεν υπάρχει και μεγάλη διαφορά στο να χρησιμοποιείς ξένον ή οξυγόνο και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί κάποιοι εξοργίζονται με τη χρήση ξένου αλλά να θεωρούν ως απόλυτα φυσιολογική τη χρήση οξυγόνου…».

Ο Goettler πέρα από την 5η και πετυχημένη ανάβασή του στο Nanga Parbat, έχει πατήσει το πόδι του σε ακόμα έξι οχτάρες: Gasherbrum II (2006), Broad Peak (2007), Dhaulagiri (2008), Lhotse (2009), Makalu (2013) και Everest (2022).

Σε ερωτήσεις του abenteuer-berg σχετικά με την πετυχημένη ανάβαση στο Nanga Parbat, o Goettler έδωσε ενδιαφέρουσες απαντήσεις, όπως για τις ιδανικές συνθήκες και την γρήγορη ροή της ανάβασής τους: «…δεν ήταν και τόσο γρήγορη η ανάβαση. Υπήρχαν στιγμές που σκεφτόμουν δεν μπορώ να πιστέψω πόσο αργά κινούμαστε, δεν είναι και τόσο ψηλά, είναι μια από τις χαμηλές οχτάρες. Αλλά βλέπεις τι σημαίνει αυτό: μακριά από την νορμάλ διαδρομή, μακριά από φιξαρισμένα σχοινιά. Αυτό κάνει μια τεράστια διαφορά…»
Επίσης, ο Goettler είπε πως αυτή η ανάβαση ήταν για να γραφτεί στο δικό του βιβλίο ιστορίας, γιατί «…ήταν η πρώτη φορά που κάποιος ανεβαίνει αυτήν τη διαδρομή στα τελευταία 12 χρόνια και με αυτό το αλπικό στιλ. Δεν είχαμε φιξαρισμένα σχοινιά, μόνο ένα 50μετρο σχοινί πάνω μας. Κι επιπλέον, ο τρόπος που κατεβήκαμε από την κορυφή, η Tiphaine και ο Boris με σκι και εγώ με αλεξίπτωτο πλαγιάς. Σίγουρα είναι μια καταγραφή για το προσωπικό μου βιβλίο, θα έλεγα μάλιστα πως είναι το πιο αξιοσημείωτο γεγονός στην ορειβατική μου καριέρα μέχρι σήμερα…».

Ο Goettler πέταξε με αλεξίπτωτο λίγο πιο κάτω από την κορυφή, στα 7700μ, από ένα σημείο με χιονισμένη πλαγιά, ώστε η απογείωση να του προσφέρει ασφάλεια. Χρειάστηκε μισή ώρα για να προσγειωθεί στην κατασκήνωση βάσης τους, στα 3600 μέτρα. Όπως περιέγραψε χαρακτηριστικά τη σκηνή της προσγείωσης, είδε από ψηλά τον μάγειρα της αποστολής να κουβαλά νερό εκείνη τη στιγμή και τον φώναξε. Εκείνος πέταξε κάτω τον κουβά και άρχισε να τρέχει προς το μέρος που προσγειωνόταν, λίγο παραδίπλα. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι λίγη ώρα νωρίτερα ήμουν στην κορυφή του βουνού!

Ο Goettler πετά με το αλεξίπτωτό του πάνω από το ειρηνικό Nanga Parbat, αποχωρώντας από την κορυφή

Οι υπόλοιποι δύο της ομάδας, τα κατάφεραν εξαιρετικά στο να κατέβουν με τα σκι από την κορυφή. Χρειάστηκε να κάνουν σε ένα σημείο ραπέλ (κατάβαση με σχοινί) αλλά δεν είχαν κανένα άλλο πρόβλημα και τους πήρε τρεις μέρες να φτάσουν στην βάση. Σίγουρα ήταν μια επική κατάβαση, κάνοντας χρήση των σκι αντί της κλασικής ορειβασίας, είχαν όμως πάνω τους όλον τον αναγκαίο εξοπλισμό για να περάσουν δύο ακόμα νύχτες στο βουνό.