Γιάννης Κούρος, μια συνέντευξη από το 2005

Μια συνέντευξη του 2005 με τον Γιάννη Κούρο, τον εμβληματικό Έλληνα υπερμαραθωνοδρόμο, αμέσως μετά από το εγχείρημά του να τρέξει τη συνολική διαδρομή του ημεροδρόμου Φειδιππίδη, από την Αθήνα στη Σπάρτη και πίσω

0
597

Οι υπερμαραθώνιοι αγώνες δρόμου δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στη χώρα μας, σε αντίθεση με άλλες χώρες όπου εκτός από το ότι είναι δημοφιλείς, χαίρουν της αναγνώρισης και του σεβασμού του κοινού. Ωστόσο, χάρη στις απίστευτες επιδόσεις ενός Έλληνα τα προηγούμενα χρόνια ήταν φυσικό να ακουστεί και στην Ελλάδα ο όρος «υπερμαραθώνιος», όπως επίσης και ο ίδιος ο αθλητής του οποίου το όνομα έγινε στο τέλος συνώνυμο με το άθλημα, σε τέτοιο βαθμό που ταυτίστηκε σχεδόν με οτιδήποτε χαρακτηρίζεται προσπάθεια υπεραντοχής. Ο Γιάννης Κούρος έχει καταχωρηθεί ακόμα και στο βιβλίο Γκίνες, χάρη στις κυριολεκτικά απίστευτες επιδόσεις του.

Η συνέντευξη πάρθηκε τον Οκτώβριο του 2005 από τον Λάζαρο Ρήγο και δημοσιεύτηκε αρχικά στην ιστοσελίδα Adventure Zone

Η περίπτωσή του εμπνέει εδώ και περισσότερα από είκοσι χρόνια χιλιάδες αθλητών που έχουν θέσει στόχο να ξεπεράσουν τα όριά τους στις υπεραποστάσεις, έναν χώρο που εκείνος έβαλε την ανεξίτηλη σφραγίδα του παγκόσμια. Πρόσφατα ξανατάραξε τα νερά, αποφασίζοντας να κάνει πραγματικότητα ένα όνειρο είκοσι και πλέον χρόνων για τον ίδιο, να αναβιώσει ολόκληρη τη διαδρομή του ημεροδρόμου Φειδιππίδη, στη θρυλική πορεία του αρχαίου ημεροδρόμου από την Αθήνα στη Σπάρτη και πίσω. Και τα κατάφερε, διανύοντας μιαν απόσταση σχεδόν 500 χιλιομέτρων, τρέχοντας συνεχόμενα και μεταφέροντας ένα μήνυμα αφύπνισης στους σημερινούς κατοίκους αυτής της χώρας. Στο βαθμό του ‘αναμενόμενου’, το κατόρθωμά του συγκίνησε πολλούς, εντός και εκτός Ελλάδας. Το Α-Ζ παρακολούθησε από κοντά την προσπάθειά του και λίγες μέρες μετά είχε μια μακρά τηλεφωνική συνομιλία μαζί του σχετικά με τον «Φειδιππίδειο Άθλο» αλλά και για τις γενικότερες απόψεις του για τον αθλητισμό.

[Adventure Zone (Α-Ζ)]: Γιάννη καλησπέρα. Δέξου καταρχήν και τα δικά μας συγχαρητήρια για την συγκλονιστική σου προσπάθεια να καταφέρεις να πραγματοποιήσεις αυτή την απίστευτη πορεία του Φειδιππίδη. Και σε ευχαριστούμε προκαταβολικά που διαθέτεις πολύτιμο για σένα χρόνο για να συζητήσουμε σήμερα.

[Γιάννης Κούρος (Γ.Κ.)]: Είναι και δική μου χαρά που μου δίνεται η ευκαιρία να μιλήσουμε. Θα ήθελα πριν ξεκινήσουμε τη συζήτηση, να απευθύνω ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους όσοι τελείωσαν σε σύμπνοια με τις αρχές μου και τις ιδεολογικές μου τοποθετήσεις –εξάλλου γι αυτούς έτρεχα, όπως είχα δηλώσει, να τους ενθαρρύνω να βγουν στην επιφάνεια και να εκφραστούν, μέσω και του Α-Ζ (ευχαριστώ ολόθερμα όσους ανώνυμους ή επώνυμους έστειλαν από την ιστοσελίδα σας μηνύματα συμπαράστασης στη διάρκεια του Φειδιππίδειου Άθλου) και να τους γνωρίσω βεβαίως, γιατί χθες μου τηλεφώνησε κάποιος και διαπίστωσα τη συζήτηση μαζί του ότι υπάρχει μεγάλη ιδεολογική ταύτιση. Κι έτσι εμένα με χαροποιεί αυτό το γεγονός, γιατί είμαι πια ελεύθερος να αποδέχομαι κάθε τέτοιου είδους επικοινωνία με τους ανθρώπους που θεωρώ τόσο υψηλά ιστάμενους σε ήθος και ελληνικότητα ψυχής.
Αυτή ήταν η βασική μου αρχή και θα ήθελα –για να περάσουμε και σε λεπτομέρειες- να ευχαριστήσω το χορηγό μου που ήταν η Renault, το Δήμο Ηλιούπολης που ενέταξε το εγχείρημα υπό την αιγίδα του και φυσικά όλα τα παιδιά που με βοήθησαν, και είναι ο Στράτος ο Καραγιαννόπουλος που ήταν πολύ πριν τον αγώνα στο πλευρό μου, έχει υποστεί τον περισσότερο φόρτο, ο Γιάννης ο Μαρής, ο Χρήστος ο Κοροβέσης, ο Βασίλης ο Χαλκιάς που ήρθε από τόσο μακριά –από το Βόλο- για να είναι στο πλευρό μας, ήταν κι αυτός σε σύμπνοια, ο φίλος μου και κουμπάρος μου ο Τζίμης ο Αντωνάκος, που με έχει βοηθήσει πολύ στην Αυστραλία στο παρελθόν, η Τάνια, που είναι και τραγουδίστρια ήταν μαζί με το Τζίμη στο πλήρωμα του Glen, τον ίδιο τον Glen που ήρθε από την Αμερική για να συντρέξει μαζί μας, τα παιδιά που έτρεξαν μαζί μας, ο Νίκος ο Εμμανουήλ και ο Τάκης ο Κλουβάτος, και επίσης το Γιώργο τον Τριχόπουλο. Κι ακόμα, δυο παιδιά από την επαρχία, που ήταν ο Γιάννης ο Κότσινας από την Τρίπολη και ο Κώστας ο Μιχαλόπουλος που ήρθε από τη Σπάρτη.
Να ευχαριστήσουμε και την Τροχαία, ήταν άψογη –πρώτη φορά στα χρονικά που αισθάνθηκα τόσο μεγάλη αφοσίωση από την πλευρά της Τροχαίας, δεν έφευγε ποτέ από κοντά μας- όπως και το ΕΚΑΒ, που ήταν κι αυτό κοντά μας, που συνήθως δεν έχει μέχρι τώρα χρειαστεί –και καλό είναι να μη χρειαστεί- αλλά ήταν συνέχεια κοντά μας, ήταν κι αυτή παρέα μας.

[Α-Ζ]: Είχες μια μεγάλη παρέα με λίγα λόγια…

[Γ.Κ.]: Μεγάλη παρέα! Αισθανόμουνα σαν να πήγαινα σε λιτανεία.

[Α-Ζ]: Αλήθεια, πώς νιώθει κάποιος που προσπαθεί να κάνει ένα τόσο μοναχικό εγχείρημα, μια τόσο μοναχική προσπάθεια κι ενώ απ τη μια πρέπει να είναι προσηλωμένος και απομονωμένος σ αυτό που κάνει, απ την άλλη έχει ένα σωρό ανθρώπους, που φυσικά είναι για καλό δίπλα του και του συμπαραστέκονται ηθικά και ψυχικά –νομίζω είχες όλη την ψυχική συμπαράσταση των ανθρώπων που ήταν δίπλα σου, ακόμα και της Τροχαίας και του ΕΚΑΒ ας πούμε. Πώς νιώθεις σ αυτή την περίπτωση?

[Γ.Κ.]: Ουσιαστικά σε συγκλονίζει η σκέψη και μόνο ότι υπάρχει μία ιδεολογική ταύτιση και όλοι είναι στο πλευρό σου για να πετύχεις το καλύτερο δυνατόν, σε συγκινεί αυτό το γεγονός και σου δημιουργεί και ευθύνες, γιατί θα πρέπει να τους βγάλεις ασπροπρόσωπους, να αποδώσεις τα μέγιστα, όσο καλύτερα γίνεται γιατί κι αυτοί συμβάλλουν. Βέβαια αυτοί οι άνθρωποι ήταν κυρίως στη διάρκεια του αγώνα «ψυχή τε και σώματι» δίπλα μου αλλά η μεγαλύτερη δουλειά έγινε προαγωνιστικά, όταν είχα μια μεγάλη θα έλεγα εγκατάλειψη από γνωστούς και φίλους και κυρίως απ την πολιτεία, όπου είχα επωμισθεί τα πάντα: έκανα τον μάνατζερ, έκανα το γραμματέα, έκανα το λοχαγό, το λοχία και το στρατιώτη, τα πάντα, τον αθλητή, τον αθλητίατρο, το διαιτολόγο και τον φυσιοθεραπευτή.
Δεν είχα χρόνο να πεθάνω, δηλαδή έφτανα στο σημείο να θέλω να φύγω απ το σπίτι το πρωί να πάω για προπόνηση και χτύπαγε συνέχεια το τηλέφωνο, κι έφευγα μεσημέρι για να κάνω την πρωινή! Με αποτέλεσμα να κάνω δύο προπονήσεις το απόγευμα. Δηλαδή η μία προπόνηση κόλλαγε με την άλλη, δεν προλάβαινα να γυρίσω σπίτι, έτρωγα όρθιος και ξαναέφευγα. Κι εδώ είναι η συγκλονιστική συμπαράσταση του Στράτου του Καραγιαννόπουλου, που μέσα απ τη δουλειά του αναλάμβανε να με διευκολύνει αγοράζοντας αρκετά πράγματα για λογαριασμό μου κι ενός ακόμα φίλου, που δεν ήταν μαζί μου στον αγώνα αλλά ήταν προαγωνιστικά, του Νίκου του Παπαγεωργίου, ο οποίος μου μαγείρευε και μου έφερνε φαγητό και μου ψώνιζε πράγματα, γιατί δεν είχα χρόνο ούτε και γι αυτό.
Επομένως η πιο πολλή δουλειά και η πιο αγχωτική, που με εξάντλησε ήταν η προαγωνιστική. Μου δημιούργησε αναιμία, είκοσι μέρες πριν τον αγώνα είχα αναιμία. Είχε βέβαια αυτή η κατάσταση περιθώρια για να βελτιωθεί, αλλά η αναιμία όπως ξέρετε στη συνέχεια φέρνει υπόταση, φέρνει υποθερμία, μέσα στον αγώνα ήμουν από φυσικής άποψης νεκρός πριν ακόμα ξεκινήσω. Το πού βρήκα τις δυνάμεις, απαντώ έτσι ότι μου το έδωσαν αυτά τα παιδιά που ήρθαν κοντά μου εκείνες τις ώρες, ο κόσμος που μετείχε από μακριά με τα μηνύματα που μου έστελνε μέσα απ το διαδίκτυο και από τηλεφωνήματα που έκαναν στο Στράτο και στο Γιάννη, η προσπάθεια του αντιδήμαρχου της Ηλιούπολης, του κυρίου Αναστόπουλου, που ήτανε συγκλονιστική, γιατί μέσα σε λίγο διάστημα επωμίστηκε μεγάλες γραφειοκρατικές ευθύνες, να έρθει σε επαφή με δήμους, κοινότητες, την τροχαία, το ΕΚΑΒ, τη διώρυγα της Κορίνθου, με τη βυθιζόμενη γέφυρα και ουσιαστικά όταν χρειάστηκε να περάσουμε από εκεί, την έριξαν για εμάς, ήταν πολύ συγκινητικό αυτό.

Τα περάσματα του Γιάννη στον Φειδιππίδειο Άθλο του 2005

Καθώς επίσης και στην Αρκαδία, πολλοί δρόμοι που είχαν μεγάλο κίνδυνο, σηματοδοτήθηκαν με την μεσαία γραμμή και τις πλευρικές, ώστε τη νύχτα να είναι ορατές. Εγώ περνούσα με το αυτοκίνητο μέρα από εκεί τον προηγούμενο καιρό και κινδύνευα να σκοτωθώ, με έπιανε ίλιγγος. Έγινε κι αυτή η προσπάθεια που ήταν συγκινητική και βέβαια οι υποδοχές, όπως στο Ελαιοχώρι, όπου με περίμεναν ο Πρόεδρος ο κύριος Μέγκος και ο δάσκαλος, με τα παιδιά του σχολείου, τον κόσμο και τους σημαιοστολισμούς και το πρωί που πηγαίναμε και το βράδυ που γυρίζαμε, καθώς επίσης και ο Δήμαρχος της Τεγέας, ο κύριος Βούσδος, έκανε συγκινητική υποδοχή. Και σίγουρα ο Δήμαρχος της Σπάρτης, που αγκάλιασε τον αγώνα, τον αναγνώρισε και ήρθε μάλιστα στον ‘τερματισμό’ του πρώτου μέρους, όπου εγώ μίλησα και είπα το μήνυμά μου προς τους Σπαρτιάτες. Είχε πολύ κόσμο εκεί και δημοσιογράφους.
Φυσικά έμεινα μαζί τους μισή ώρα για να απαντάω σε ερωτήσεις και βέβαια αυτό όπως καταλαβαίνετε το εντάσσω μέσα στο συνολικό χρόνο, δεν το αφαιρώ, γιατί αρκετοί νομίζουν ότι ο χρόνος ο συνολικός που έκανα είναι μόνο το καθαρό τρέξιμο. Περιέχει όμως τα πάντα, περιέχει και παύσεις για αλλαγή ρουχισμού, για ύπνο, για συνεντεύξεις…

[Α-Ζ]: Όπως συνηθίζεται σε έναν κανονικό αγώνα δηλαδή…

[Γ.Κ.]: Βεβαίως, γιατί ήταν συνεχόμενος ο αγώνας και ο συνολικός χρόνος μετράει.

[Α-Ζ]: Αφού μιλήσαμε και λίγο νωρίτερα για προετοιμασία, πόσο καιρό προετοιμάστηκες και με ποιο τρόπο Γιάννη γι αυτή την προσπάθεια, τον Φειδιππίδειο Άθλο?

[Γ.Κ.]: Συνήθως δε χρειάζομαι πολύ καιρό για προετοιμαστώ. Είναι μια παλιά τακτική, απ την εποχή έτρεχα Σίδνεϋ-Μελβούρνη, όπου προετοιμαζόμουν περίπου δύο εβδομάδες πριν τον αγώνα. Δηλαδή, προηγείτο ο χειμώνας, όπου εγώ χειμώνα ποτέ δεν γυμνάζομαι επειδή έχω ένα πρόβλημα υγείας, παθαίνω κροκυάνωση, μελανιάζουν τα χέρια μου, τα πόδια μου και τα αυτιά μου και ζούσα εκείνα τα χρόνια στην Τρίπολη, με φοβερό κρύο και παγετούς. Επομένως άρχιζα μία εβδομάδα πριν φύγω απ την Ελλάδα και άλλη μία φτάνοντας στο Σϊδνεϋ, και με δύο εβδομάδες προπόνηση έτρεχα το Σίδνεϋ-Μελβούρνη. Βέβαια διπλές προπονήσεις, αλλά έτρεχα έναν αγώνα που είναι 1000 χιλιόμετρα. Κάπως ανάλογα προσέγγισα κι αυτό τον αγώνα, δηλαδή 40 μέρες πριν μου μπήκε η ιδέα να το κάνω, ενώ το είχα ας πούμε μελετήσει από το 1983, δηλαδή ανίχνευα από τότε τις διαδρομές, αφού κατάλαβα ότι το Σπάρταθλο ήτανε σε λάθος βάση και ως προς τη διαδρομή και ως προς το σύνολο του αγώνα –έκαναν το μισό και αισθανόμουν ότι μειώνεις τον άθλο του Φειδιππίδη όταν κάνεις μόνο το μισό και μάλιστα πάνω σε σύγχρονους δρόμους, δεν τον τιμάς τον αρχαίο ημεροδρόμο που έτρεχε σε ατραπούς και αγκάθια.
Από τότε ήθελα να τον κάνω ολόκληρο, δεν είχα βρει όμως τον κατάλληλο χρόνο, τους κατάλληλους ανθρώπους. Τώρα, από τη στιγμή που το έβαλα στο μυαλό μου ενθουσιάστηκα και κάπου εκεί αρχίζει παράλληλα και η προετοιμασία μου. Έκανα μεν προπόνηση αλλά συντηρητική, όπως κάνω κάθε καλοκαίρι απέχω δυνατά προγράμματα και πολλές φορές παντελώς.

[Α-Ζ]: Ουσιαστικά δηλαδή, το καλοκαίρι γίνεται μια απλή συντήρηση.

[Γ.Κ.]: Όχι, εγώ σταματάω εντελώς το χειμώνα, που μπορεί να είναι τρεις μήνες ή και περισσότερο αποχή και πάντα τον Αύγουστο, όλο το μήνα δεν έτρεχα καθόλου, κυρίως γιατί είχα κάποια προβλήματα με φλεγμονές, κυρίως στην κοιλιακή χώρα. Φέτος ήταν η μόνη χρονιά που δεν ένιωσα αυτές τις ενοχλήσεις και αυτό με ώθησε ώστε να προχωρήσω να το πραγματοποιήσω φέτος, γιατί θα ήθελα να το κάνω και πέρυσι και πρόπερσι και όλα τα προηγούμενα χρόνια.

[Α-Ζ]: Ήταν δηλαδή συγκυριακή η φετινή χρονιά για τον Φειδιππίδειο Άθλο?

[Γ.Κ.]: Ναι. Τα μηνύματα μου τα έδωσε πρώτα το σώμα και στη συνέχεια φορτίστηκα ψυχολογικά με τη σκέψη και μόνο. Ξέρετε, έτσι λειτουργώ εγώ: όταν βάζω μια σκέψη στο μυαλό και προσπαθώ να την υλοποιήσω, αυτή η μετουσίωση που συμβαίνει, το περνάω στο υποσυνείδητο αυτό που έχω να κάνω και δεν το αφήνω, το δουλεύει το υποσυνείδητό μου και όλα δουλεύουν μετά στην εντέλεια σαν να είναι κινηματογραφική ταινία, έχει γίνει πρώτα ψυχολογικά και μετά σωματικά, μετά δηλαδή μπαίνω στη διαδικασία να αρχίσω τις προπονήσεις μου και να ετοιμαστώ σοβαρά –πράγμα το οποίο δεν είναι αρκετό. Εγώ θεωρώ ότι προπόνηση και να είχα κάνει, κι ας είχαν προηγηθεί και τέσσερις μήνες προπόνηση δεν θα ήταν καλύτερο το αποτέλεσμα, γιατί ότι και να κάνεις σ αυτά τα αγωνίσματα δεν τρέχεις με φυσική κατάσταση. Δηλαδή εγώ γυμνάστηκα -όσο γυμνάστηκα- τις λίγες τελευταίες βδομάδες για να αποφύγω τυχόν τραυματισμούς, δε γυμνάστηκα για να ολοκληρώσω τον αγώνα μου. Δεν ολοκληρώνεται ο αγώνας με τη μέγιστη, καλύτερη δυνατή προπόνηση. Ότι γνώσεις έχει ένας άνθρωπος, όσο και να τις εφαρμόσει, δεν πρόκειται να ολοκληρώσει έναν υπερμαραθώνιο.

Στον τερματισμό του εγχειρήματος του Φειδιππίδειου Άθλου, το 2005

Κι όταν λέω υπερμαραθώνιο, για να τοποθετηθώ κιόλας, κατά τη γνώμη μου είναι οτιδήποτε πάνω από 24 ώρες, δηλαδή πρέπει κανείς να αντιμετωπίσει το φάσμα όλης της μέρας και όλης της νύχτας, την αγρύπνια. Και παράλληλα όχι μόνο αυτό, δε σημαίνει ότι όποιος τρέξει 24 ώρες και κάνει ας πούμε 180 ή 200 χιλιόμετρα είναι υπερμαραθωνοδρόμος, γιατί το έχει κάνει με ‘λούφα’. Σημαίνει ότι θα πρέπει να τρέχεις και με τέτοια ταχύτητα, ώστε να εξοντωθεί το σώμα σου, δηλαδή να πάψει να ισχύει η προπόνησή σου και οι σωματικές σου ικανότητες, και να τρέχεις μεταφυσικά με την έμπνευση και με την ιδιοσυγκρασία σου. Τότε λέγεσαι υπερμαραθωνοδρόμος ή μια καλύτερη ορολογία ‘υπερδρομέας’.
Για την ορολογία ‘Υπερμαραθώνιος’ που έχει μπει στην ελληνική γλώσσα, έχει δώσει σε πολλούς ανθρώπους την εντύπωση ότι όταν θα τρέξει κάποιος πενήντα ή εκατό χιλιόμετρα, είναι υπερμαραθωνοδρόμος ή υπερδρομέας. Δεν είναι έτσι τα πράγματα! Τόσο ο μαραθώνιος όσο και τα 100 χιλιόμετρα, ίσως και τα 100 μίλια γίνονται με φυσικό τρόπο προσέγγισης, με προετοιμασία προπονητική. Ενώ ο γνήσιος υπερδρομέας, τρέχει εγκεφαλικά, υπερβατικά, με μετουσίωση, με εξαΰλωση, αφότου εξαντληθεί το κορμί πλήρως, παύει να ισχύει δηλαδή η φυσική κατάσταση (η κατάσταση fitness όπως ονομάζεται στα αγγλικά) και λειτουργεί πια ως ξεχωριστή ιδιοσυγκρασία, η υπερβατική ιδιοσυγκρασία, που ξέρει να αγνοεί τον πόνο και ξέρει να εμπνέεται και να εφαρμόζει τις εμπνεύσεις πάνω στον αγώνα. Έτσι λοιπόν, μ αυτή την ορολογία, θεωρώ υπερδρομείς τους αθλητές που κάνουνε και επιδόσεις παράλληλα και τρέχουν και μεγάλες αποστάσεις.

[Α-Ζ]: Πιστεύεις ότι οι περισσότεροι από τους υπερδρομείς (ας πάρουμε αυτόν τον όρο), τρέχουν έτσι όπως περιγράφεις, όπως τρέχεις δηλαδή κι εσύ?

[Γ.Κ.]: Όταν είναι υπερδρομέας ο αθλητής, όταν δηλαδή κάνει δηλαδή πάνω από 250 χιλιόμετρα το 24ωρο για άνδρες και πάνω από 210 χιλιόμετρα για γυναίκες, είναι υπερδρομείς εκ των πραγμάτων.

[Α-Ζ]: Ναι, αλλά ξέρεις καλά ότι είναι ελάχιστοι αυτοί.

[Γ.Κ.]: Κοιτάξτε, υπάρχουν κάποιοι που είναι ‘εν δυνάμει’ υπερδρομείς, που θα μπορούσαν να το κάνουν, αλλά δεν έχουν δοκιμάσει ή δεν ξέρουν τον τρόπο να προσεγγίσουν το αγώνισμα. Όλοι οι υπόλοιποι που έχουν δοκιμάσει πάρα πολλές φορές και φτάνουν να κάνουν μικρότερες επιδόσεις ή να θεωρούν ήδη τους εαυτούς τους επειδή δοκίμασαν, είναι σε λάθος δρόμο. Δηλαδή, δεν πρόκειται να μάθουν ποτέ, γιατί όπως είπαμε είναι και θέμα χαρακτήρα. Υπάρχουν ας πούμε αθλητές που τρέχουν μια ζωή 100 χιλιόμετρα και τους λες «τρέξε 100 μίλια» και δεν μπορούν. Άρα αυτοί οι αθλητές δεν είναι υπερδρομείς, γιατί τρέχουνε σωματικά. Άρα αγνοούν τον παράγοντα ‘πνεύμα’, ο οποίος θα τους έδινε το έναυσμα να εμπνευσθούν και να προχωρήσουν. Δεν μπορούν να το προσεγγίσουν έτσι, το βλέπουν καθαρά σωματικά, γι αυτό δίνουν μεγάλη βάση στην προπόνηση. Εγώ, το ξέρετε πάρα πολύ καλά όταν κάνω συνεντεύξεις και με ρωτούν «τι τρως?» ή «τι προπόνηση κάνεις?», γιατί νομίζουν ότι το μυστικό είναι εκεί κι ενώ το έχω πει εκατοντάδες φορές ότι το μυστικό δεν είναι εκεί αλλά είναι στην ιδιοσυγκρασία του ανθρώπου, οι άνθρωποι που είναι κολλημένοι εκεί πέρα δεν πρόκειται να γίνουν υπερδρομείς ποτέ.

[Α-Ζ]: Ξέρεις, τώρα βάζεις εδώ κάποιο διαχωρισμό. Δηλαδή φαίνεται εκ των πραγμάτων ότι δεν είναι καθαρά αθλητικό, το λες και ο ίδιος, είναι…

[Γ.Κ.]: Είναι καθαρά αθλητικό, ως ένα σημείο. Δηλαδή το πρώτο σκέλος, αν είναι ένας αγώνας ας πούμε έξι ημερών ή 1000 μιλίων (10 ημερών), υπάρχει ένα πρώτο σκέλος που ο δρομέας το τρέχει με φυσική κατάσταση. Αλλά για να ολοκληρώσεις έναν αγώνα ο οποίος είναι πάνω από 24 ώρες, τον ολοκληρώνεις εγκεφαλικά και υπερβατικά. Άρα, ο υπερμαραθώνιος θα πρέπει να σας δώσω να καταλάβετε ότι είναι ένα αγώνισμα που αγγίζει περισσότερο στο απόφθεγμα «Νους υγιής εν σώματι υγιεί», διότι υπεισέρχονται και τα δύο πράγματα μέσα, δεν τρέχεις δηλαδή όπως στα ολυμπιακά αγωνίσματα. Όλα τα ολυμπιακά αγωνίσματα είναι σωματικά αγωνίσματα και γι αυτό η Ελλάδα όταν είχε την ευκαιρία να εντάξει ένα αγώνισμα στα ολυμπιακά και δεν έβαλε τον υπερμαραθώνιο έχασε την ταυτότητά της. Έχασε μια ευκαιρία να δώσει ένα μήνυμα στον κόσμο, ότι η Ελλάδα έχει μια διαφορετική ιστορία, μια διαφορετική προσέγγιση και θα μπορούσε να υποδηλώσει ότι μέσα στο ολυμπιακό πνεύμα υπάρχει και το πνεύμα, το οποίο ουσιαστικά μέχρι τώρα σε όλες τις Ολυμπιάδες απουσιάζει.

[Α-Ζ]: Υπάρχει μόνο το σώμα?

[Γ.Κ.]: Ακριβώς. Καθαρά, όλοι οι αθλητές τρέχουν με τα γονίδιά τους, μ αυτό που κληρονόμησαν, μ αυτό που καλλιεργούν με προπόνηση και με έκρηξη κλπ, δηλαδή ένας αθλητής δρομέας μικρών αποστάσεων, ταχύτητας ας πούμε, τρέχει ουσιαστικά με τα γονίδιά του. Δεν υπεισέρχεται ο παράγοντας πνεύμα πουθενά. Νομίζουν μερικοί για κάποιον αθλητή –όπως ακούμε συχνά- ότι «…έτρεχε με την ψυχή του». Αυτό είναι πολύ λανθασμένη τοποθέτηση. Για να πάρει μέρος η ψυχή, για να αναλάβει φορτίο να τον σπρώξει πιο πέρα, θα πρέπει να εξαντληθεί το σώμα. Δεν φτάνεις να εξαντλήσεις το σώμα ούτε με τα 100 χιλιόμετρα! Πόσο μάλλον με τα 100 μέτρα ή με τα 200 ή ακόμα και με τα 10 χιλιόμετρα.
Δεν συμβαίνει αυτό, επομένως όλα είναι σωματικά αγωνίσματα. Τρέχουμε δηλαδή με τα γονίδιά μας και τυχόν με άλλες μεθόδους που κι αυτές είναι καθαρά σωματικές. Αυτό όσον αφορά τα ολυμπιακά αγωνίσματα. Γιατί είναι μικρής διάρκειας, βλέπετε δεν υπεισέρχεται ο παράγοντας πνεύμα όταν τα αγωνίσματα έχουν μικρή διάρκεια. Κάπου αγγίζει το τρίαθλο (όχι το μικρό, το μεγάλο, το Ironman) με την έννοια ότι κάπου εξαντλείται ο αθλητής και κάπου τρέχει υπερβατικά. Αλλά επειδή περιέχει τρία διαφορετικά αθλήματα, ο αθλητής δεν εξοντώνεται γιατί δεν κάνει συνεχώς την ίδια κίνηση, δουλεύουν διαφορετικές μυϊκές ομάδες. Έτσι κάπου εναλλάσσονται οι μυϊκές ομάδες και ο αθλητής «τη γλυτώνει». Ως ένα σημείο πάντως δέχομαι ότι και αυτό το αγώνισμα είναι σε ένα βαθμό υπερβατικό.

[Α-Ζ]: Τελικά βρισκόμαστε μπροστά σε ένα άθλημα, που στην πραγματικότητα δεν χαρακτηρίζεται ακριβώς ως άθλημα αλλά είναι κάτι εντελώς διαφορετικό και ίσως από μια τραγική παρεξήγηση, έχει βρεθεί να είναι ο κάθε υπερδρομέας -και πάνω απ όλους ο Γιάννης ο Κούρος- κάτι άλλο και όχι ένας υπεραθλητής.

[Γ.Κ.]: Θα έλεγα ότι όντως δεν είναι υπεραθλητής, είναι κάτι άλλο. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζω χρόνια με την πολιτεία και τους ανθρώπους που είναι μέσα στον αθλητισμό, είναι ότι δυσκολεύονται να κατανοήσουν πώς λειτουργώ και πώς πετυχαίνω αυτά που πετυχαίνω.

[Α-Ζ]: Προφανώς όμως κι αυτοί καταβάλλουν μια προσπάθεια να σε κατατάξουν κάπου και το τελικό αποτέλεσμα είναι να καταταγείς κάπου στο χώρο των αθλημάτων.

[Γ.Κ.]: Δεν έχω πρόβλημα αν θα το θεωρήσουν άθλημα ή όχι, σημασία έχει ότι όταν το κορμί σου είναι υπαρκτό δεν μπορεί να μην είναι άθλημα, γιατί εμένα ο θεατής δεν μπορεί να δει την ψυχή μου να φτάνει στη Σπάρτη και να γυρίζει την Αθήνα, πρέπει να δει και το κορμί μου. Το κορμί μου το πήγα, δεν το πήγα?

[Α-Ζ]: Σαφώς!

[Γ.Κ.]: Ε, λοιπόν αυτό δείχνει ότι πρόκειται για άθλημα. Αλλά αν το ενέπνευσα πνευματικά και παρήγε έργο –γιατί παρήγε έργο, κάτι γίνεται ορατό όταν βλέπεις την κίνησή του και τη μετάβασή του από ένα σημείο σε ένα άλλο- αυτό σημαίνει ότι εγώ πνευματικά μπορεί να λειτούργησα αλλά παρήγα έργο, κατανάλωσα θερμίδες, αν δεν είναι συνδυασμός διατροφής και έμπνευσης είναι άλλο κεφάλαιο. Κι όπως βλέπετε δεν είναι αυτό το μυστικό μου, το οποίο το εναποθέτω σε όλους σας. Δεν έχω μυστικά. Γιατί ξέρω ότι για να το επιδιώξει κάποιος θα πρέπει να έχει περάσει κακουχίες, θα πρέπει να έχει διαφορετική αντίληψη για τη ζωή, θα πρέπει να είναι διαφορετικός άνθρωπος. Γι αυτό δεν το θεωρώ μυστικό. Δεν μπορεί ο καθένας να το κάνει. Θα υπάρχουν λίγοι άνθρωποι κι αυτοί έχουν πάλι βαθμίδες. Δηλαδή, ένας συναθλητής μου που είναι απ την Αυστραλία, απ τη Γερμανία, την Αγγλία, την Αμερική, μπορεί να έχει παρόμοιες φιλοσοφικές αρχές αλλά δεν έχει τους ίδιους τρόπους έμπνευσης, επομένως πάλι θα διαφέρουμε, θα έχουμε βαθμίδες απόδοσης.

[Α-Ζ]: Είναι τελικά το πόσο μπορεί να εμπνεύσει τον καθένα απ τους υπερδρομείς κάποιο γεγονός.

[Γ.Κ.]: Ένα γεγονός, είτε απ την προσωπική του ζωή είτε απ την ιστορία, είτε απ αυτά που έχει ακούσει είτε απ αυτά που έχει φανταστεί ή απ αυτά που οραματίζεται να κάνει.

[Α-Ζ]: Εσένα Γιάννη τι σε εμπνέει περισσότερο, όταν ξεκινάς να κάνεις μια υπερπροσπάθεια?

[Γ.Κ.]: Δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι περισσότερο ή λιγότερο, γιατί σε κάθε αγώνα υπάρχουν διαφορετικές εικόνες. Σίγουρα έχω παρελθοντικά γεγονότα που με εμψυχώνουν και κυρίως αυτά είναι αρνητικά, όπως άτομα που με εμπόδισαν στη ζωή μου να προχωρήσω. Και επειδή είμαι τύπος που μετατρέπω τα πλην σε συν, τα χρησιμοποιώ θετικά και μου παράγουν ενέργεια. Ύστερα είναι τα προσωπικά μου οράματα, φαντάζομαι τι θα κάνω την επόμενη εβδομάδα, τον επόμενο μήνα, στην προσωπική μου ζωή, στο σπίτι μου. Άλλος παράγοντας είναι η ποίηση, η μουσική θα έλεγα ότι είναι μια κύρια πηγή έμπνευσης. Είτε ακούω μουσική εξωτερικά είτε την έχω μέσα στο κεφάλι μου, είτε είναι άλλων συνθετών είτε είναι δική μου, που παράγω εκείνη την ώρα ή την έχω δημιουργήσει νωρίτερα, είναι ένας τρόπος έμπνευσης. Άλλος τρόπος είναι η μυθολογία μας, η ιστορία μας είτε είναι η αρχαία είτε η σύγχρονη.

[Α-Ζ]: Νομίζω ότι σ αυτή την περίπτωση (του Φειδιππίδειου Άθλου) ήταν η ιστορία…

[Γ.Κ.]: Ναι. Ήταν ένα γεγονός που το έφερα σαν έναυσμα έμπνευσης γιατί έχει έναν ιδιάζοντα ρόλο, που είναι ο ρόλος του αγγελιαφόρου, του ταχυδρόμου που μεταφέρει μηνύματα. Και θεωρώ ότι στην αρχαιότητα ο Φειδιππίδης έκανε έναν πολύ σπουδαίο άθλο, με την έννοια ότι δεν πήγε απλά να ζητήσει βοήθεια από τους Σπαρτιάτες να βοηθήσουν τους Αθηναίους. Έμμεσα, αυτό που έκανε είναι ότι υπερέβη τον εαυτό του. Δεύτερον, αυτό που κατάφεραν οι Αθηναίοι στη Μάχη του Μαραθώνα αλλά και στη Σαλαμίνα, είναι ότι έθεσαν ένα λίθο αντίδρασης στην κατάκτηση. Κι έτσι, σήμερα στα γεγονότα του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας οφείλουμε το Δυτικό Πολιτισμό.
Άρα, αν δεν είχαμε την αντίσταση των Ελλήνων την εποχή εκείνη δεν υπήρχε ο δυτικός πολιτισμός όπως τον γνωρίζουμε σήμερα. Θα είχε κατακτηθεί από τους Πέρσες, θα ήμασταν σήμερα κάτι άλλο. Αυτό το οφείλουμε λοιπόν στη νοοτροπία εκείνων των Ελλήνων –μέσα σ αυτούς ήταν και ο Φειδιππίδης, που τόσο αγωνιωδώς έτρεξε στη Σπάρτη για να καλέσει τους Σπαρτιάτες σε βοήθεια, άσχετα αν αυτοί είχαν μια προκατάληψη με το φεγγάρι ή αν ήταν μια δικαιολογία, πάντως ήταν η πρώτη φορά που οι Σπαρτιάτες δεν ανταποκρίθηκαν.
Ε, για να φέρει πίσω το μήνυμα της άρνησης, φαντάζεστε τι αγωνία είχε ο Φειδιππίδης να γυρίζει πίσω στην Αθήνα και να λέει «ξέρετε οι Σπαρτιάτες δεν έρχονται». Φανταστείτε τι πληγή του άνοιξε μέσα του αυτό το γεγονός και να είναι κατάκοπος και να πρέπει να τρέχει μέρα-νύχτα και να πρέπει να φέρει κι ένα αρνητικό μήνυμα.
Κάπως έτσι αισθανόμενος κι εγώ στη σύγχρονη εποχή, γιατί κάπως έτσι αισθάνομαι, ότι η σύγχρονη ελληνική κοινωνία έχει τελματωθεί, δηλαδή κάπου έχουμε παραβολευτεί, κάπου κανένας δεν αντιστέκεται, πολλά πράγματα γίνονται δίπλα μας στραβά, έχουμε σκοτώσει τη φύση, απ την οποία αντλούμε την ενέργειά μας, έχουμε γίνει άβουλα όντα, κάποιοι άλλοι μας κατευθύνουν μέσα απ τα ΜΜΕ και κυρίως από το εξωτερικό, με τους τρόπους που ξέρουν εκείνοι ότι κατευνάζονται τα πνεύματα και αποχαυνώνεται η κοινωνία, η οποία μετά κατευθύνεται όπως αυτοί θέλουν. Και κάπου λείπει αυτό το στοιχείο της αντίστασης προς τα κακώς κείμενα.
Αυτό θέλησα να περάσω εγώ με αυτό τον αγώνα, γιατί όταν κάνεις κάτι συνταρακτικό ταράζεις τα νερά. Δεν είχα βέβαια την ουτοπία να πιστεύω ότι θα αλλάξει η ελληνική κοινωνία απ τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά τουλάχιστον άτομα όπως αυτά που ανέφερα στην αρχή της συζήτησης, που σκέφτονται ώριμα για το καλό του συνόλου και για το καλό του ελληνισμού, ήθελα να τα κινητοποιήσω και είπα ότι ένα μικρό ποσοστό απ αυτούς τους αδρανείς, τον κοινό Έλληνα που δεν προσφέρει και δεν παράγει, δεν είναι δημιουργικός στην κοινωνία, ήθελα να τον προβληματίσω. Ένας προβληματισμός κάποια στιγμή, κάποια λιθαράκια χτίζει. Αυτό είναι το μήνυμά μου. Έπαιξα το ρόλο του σύγχρονου Φειδιππίδη με το μήνυμα της αντίστασης στα σύγχρονα κακώς κείμενα…

[Α-Ζ]: Επειδή ο κόσμος θάθελε να μάθει κάποιες πιο απτές πτυχές του εγχειρήματος, αν σταθούμε λίγο στην προσπάθεια του Φειδιππίδειου Άθλου, έτσι κάποιες απορίες θα θέλαμε να εκφράσουμε, τέτοιες που ο καθένας ίσως θα εξέφραζε αν θα σε συναντούσε τυχαία στο δρόμο, όπως ας πούμε το «σκέφτηκες κάποια στιγμή να τα παρατήσεις?», που είναι και το πιο απλό.

[Γ.Κ.]: Θα απαντήσω με μια γενικότητα. Μέχρι τώρα στη ζωή μου δεν έχει τύχει να εγκαταλείψω κανέναν αγώνα, τον οποίο να έχω δουλέψει εκ των προτέρων στο μυαλό μου και τον οποίο να τον έχω υιοθετήσει μέσα μου. Δηλαδή, ότι και να συμβεί –όπως συμβαίνει πάντα δηλαδή- πρήζονται τα γόνατά μου, δεν λειτουργούν οι αρθρώσεις, μικραίνει ο διασκελισμός μου από τη δυσκαμψία, πονάω στη μέση μου ή ζαλίζομαι, σε καμία περίπτωση δεν εγκαταλείπω. Δεν έχω εγκαταλείψει μέχρι στιγμής κανέναν αγώνα τον οποίο να προγραμμάτισα. Θα εγκατέλειπα έναν αγώνα αν την επομένη του αγώνα που μόλις τελείωσα ερχόταν ένας και μου έλεγε «πάμε να τρέξουμε έναν μαραθώνιο». Μπορεί βέβαια να τον έβγαζα αλλά επειδή δεν ήταν προγραμματισμένος (υιοθετημένος) μέσα μου, επειδή όπως σας είπα δουλεύω εγκεφαλικά, πρέπει να έχω ‘σκηνοθετήσει’ το σενάριο πριν ακόμα το κάνω.
Έτσι είμαι εγώ, οραματίζομαι κάτι, το σκηνοθετώ και βλέπω τον τερματισμό μου πριν ακόμα αυτός συμβεί. Και λειτουργώ με εναλλακτικές λύσεις, ξέρω ας πούμε ότι αν προκύψει μία ζαλάδα και πρέπει να αλλάξω το διαιτολόγιό μου, ξέρω τι πρέπει να κάνω για να το αποσοβήσω. Ξέρω όταν θα πάθω ηλίαση τι να κάνω για να μην επιδεινωθεί, ξέρω όταν έχω αναιμία ή υπόταση πώς πρέπει να κινούμαι για να έχω το καλύτερο αποτέλεσμα. Ένας άλλος αθλητής μπορεί να πήγαινε στο νοσοκομείο και να σταμάταγε. Άρα είναι και θέμα αντιμετώπισης του πόνου.

[Α-Ζ]: Άρα, ξαναγυρίζουμε σ αυτό που λέγαμε στην αρχή…

[Γ.Κ.]: Ο πόνος είναι υπαρκτός, η απόσταση που διανύεις είναι υπαρκτή, τα προβλήματα είναι υπαρκτά, το θέμα είναι ότι ο δρομέας θα πρέπει σε κάποια φεγγάρια του αγώνα να τα αγνοεί για να προχωρεί. Δε σημαίνει αυτό ότι από την αρχή μέχρι το τέλος του αγώνα ότι μπορείς να είσαι σε μια άλλη διάσταση. Επανέρχεσαι στα γήινα γιατί έρχεται ένας φίλος και σου δίνει να φας κάτι κι εκεί που είσαι σε κάποιες σκέψεις και πετάς τους επτά ουρανούς, προσγειώνεσαι πάλι ή σου θυμίζει το πόδι σου ότι πρήστηκε ή ότι εδώ έχασες ένα νύχι ή ότι απόκτησες μια φουσκάλα και πρέπει να σταματήσεις να την τρυπήσεις. Άρα χρειάζεται ηρωισμό την ώρα που τον νιώθεις τον πόνο. Είναι πολύ πιο εύκολο όταν βρίσκεσαι στους επτά ουρανούς να μη νιώθεις τον πόνο και να πετάς, απ ότι να είσαι προσγειωμένος κάτω.
Και σε μας αυτό συμβαίνει διότι –θα πρέπει να σας πω ότι ο υπερμαραθώνιος είναι μια μικρογραφία της ζωής, έχει σκαμπανεβάσματα, δεν μπορούμε να είμαστε εφ’ όρου ζωής ευτυχείς ούτε και δυστυχείς, υπάρχουν στιγμές ευτυχίας, στιγμές τραγωδίας ή λύπης. Έτσι κι ο υπερμαραθώνιος έχει στιγμές έξαρσης και ανάτασης ψυχικής και εξαΰλωσης και στιγμές γήινες, όπου πονάς φρικτά και δεν αντέχεται ο πόνος. Αλλά σας λέω δεν έχω εγκαταλείψει ποτέ μου αγώνα τον οποίο τον προγραμμάτισα έστω και μια βδομάδα πριν.
Σ αυτό τον αγώνα είχα δύσκολες στιγμές, ειδικά όταν έφτασα στη Σπάρτη και αναγκάστηκα να μιλήσω στον κόσμο, επειδή το σώμα μου ήταν σε μια συγκεκριμένη κίνηση και μια εγρήγορση τόσες ώρες, το ότι σταμάτησα μου κόστισε γιατί άρχισα να ζαλίζομαι. Θα ήταν προτιμότερο να κινούμαι. Ήξερα όμως τι έπρεπε να πιω και να φάω, ζήτησα συγνώμη από τον κόσμο που παρευρίσκονταν εκεί και αμέσως μετά συνέχισα τη συνέντευξή μου προς τους δημοσιογράφους και την ομιλία μου στο λαό της Σπάρτης.
Ήταν ένα σημείο που δεν με πτόησε –είχα εμπειρία, ήξερα πώς να λειτουργήσω- απλά μ έφερε σε δύσκολη κατάσταση για λίγα λεπτά.
Στη συνέχεια είχα δυσκολίες στην επιστροφή με την καταρρακτώδη βροχή, με τα πόδια μου τα πρησμένα που με πονούσαν αλλά δεν φαντάστηκα ότι αυτό θα με κάνει ποτέ να σταματήσω.

[Α-Ζ]: Σε δύο νύχτες πόσο χρειάστηκε να κοιμηθείς?

[Γ.Κ.]: Δε θα ‘λεγα ότι χρειάστηκε. Συνήθως σε αγώνες 48 ωρών, όπως το 48ωρο της Γαλλίας ας πούμε, βγάζω τον αγώνα χωρίς ύπνο και κάποιες φορές, τη δεύτερη νύχτα κοιμάμαι 10 λεπτά. Αυτή τη φορά κοιμήθηκα σε δύο συνεχόμενες στάσεις, τη μία φορά 15 λεπτά και την άλλη 10. Και δεν κοιμήθηκα για να κοιμηθώ, ήταν ένας συνδυασμός ουσιαστικά: κατεβαίνοντας το Παρθένιο Όρος προς την Ανδρίτσα από το Ελαιοχώρι, είναι πολύ απότομη η κατηφόρα κι εμένα ήταν πολύ πρησμένα τα πόδια μου από όλη τη διαδρομή που είχε προηγηθεί –είχα κάνει μέχρι τότε 330 χιλιόμετρα. Ήταν τόση απότομη λοιπόν η κατηφόρα που θεώρησα ότι αν συνέχιζα να πάω μ αυτό το ρυθμό προς το Άργος και την Αθήνα, θα επιδεινωνόταν η κατάσταση στα πόδια μου, από τα γόνατα και κάτω. Κι έτσι ήθελα ένα διπλό πράγμα, δηλαδή είπα στο πλήρωμά μου και ξάπλωσα 15 λεπτά για να ξεκουράσω τα πόδια μου, να γυρίσει το αίμα πίσω και να γυρίσουν πίσω τα υγρά, να γίνει διύλιση στα νεφρά και παράλληλα αν γινόταν να κοιμηθώ –που μπορούσα να μην κοιμηθώ. Τελικά κοιμήθηκα 15 λεπτά και μετά όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε είπα άλλα 10 λεπτά, δεν υπάρχει πρόβλημα, δεν μας κυνηγάει κανείς, έτσι κι αλλιώς η μέχρι τότε πορεία πήγαινε πολύ καλά και όσον αφορά το χρόνο το συνολικό, κοιμήθηκα άλλα 10 λεπτά. Συνολικά κοιμήθηκα 25 5λεπτά. Δεν ήταν ο ύπνος που με ανάγκασε να κοιμηθώ αλλά τα πόδια μου που πονούσαν.

[Α-Ζ]: Υπάρχει Γιάννη κάποια ενασχόλησή σου με κάποιες τεχνικές που έρχονται από την ανατολή, ίσως κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί τις μεθόδους των γιόγκι, έτσι ώστε να μπορείς να ξεπερνάς τον πόνο, γιατί για έναν φυσιολογικό άνθρωπο και ο πόνος αυτός είναι πολύς και η αϋπνία μεγάλη για να μπορεί κανείς να το αντέξει. Σε βοηθούν μήπως κάποιες τέτοιες τεχνικές να ξεπερνάς τα προβλήματα ή υπάρχουν άλλες καθαρά αυτοσχέδιες, με εγκεφαλικούς τρόπους όπως περιέγραψες νωρίτερα?

[Γ.Κ.]: Στη ζωή μου δεν θήτευσα ποτέ σε κανέναν ανατολίτη, ούτε καν μελέτησα τις μεθόδους τους. Ότι κάνω σήμερα είναι από σε δική μου ανίχνευση, δούλεψα και είδα ότι αυτό έχει εφαρμογή σε μένα. Αν συμπίπτει κάτι το αγνοώ, ότι κάνω το κάνω με δικές μου εμπειρίες και αυτό που πετυχαίνω τελικά με τον ύπνο, πιστεύω ότι γίνεται με αυθυποβολή, μια δική μου μέθοδο που λέω στον εαυτό μου «Γιάννη ξαπλώνεις για 10 λεπτά». Πρέπει να υιοθετήσω μετά ότι αυτά τα 10 λεπτά θα με βγάλουν ξάγρυπνο για ένα 24ωρο μετά. Αν δεν πείσω τον εαυτό μου, αν δεν κάνω δηλαδή αυθυποβολή, θα βγω έξω μετά και θα γκρινιάζω στον εαυτό μου «αφού δεν κοιμήθηκες μια ώρα σωστά, που πας τώρα?». Αφού το κάνω αυτό λοιπόν είμαι έτοιμος να βάλω τα παπούτσια μου και να φύγω και να νομίζω ότι έχω κοιμηθεί μια ολόκληρη νύχτα. Το πιστεύω και προχωράω, αν δεν το πιστέψω δεν πάω πουθενά. Αυτή είναι η μέθοδος την οποία δοκίμασα, την εφάρμοσα και λειτουργεί σε μένα, δεν ξέρω τι μπορεί να γίνεται με τους συναθλητές μου, αλλά δεν το έχω ψάξει κιόλας, δεν με απασχολεί…

[Α-Ζ]: Ναι, αφού σε σένα λειτουργεί αυτό…

[Γ.Κ.]: Ναι αυτό κάνω.

[Α-Ζ]: Κάτι άλλο που έχει να κάνει με τα βιώματα που ανέφερες προηγουμένως?

[Γ.Κ.]: Τα βιώματα είναι πολύ σημαντικά και θα σας πω γιατί. Όταν αντιμετωπίζω μια δυσκολία στη διάρκεια του αγώνα, ιδιαίτερα όπως τώρα στον Φειδιππίδειο, όπου ένα μεγάλο διάστημα της διαδρομής με άγριο χαλικόδρομο –μιλάμε για χαλίκι που το ένιωθες να μπαίνει μέσα στα οστά του μετατάρσιου και σε τρύπαγε. Επειδή εγώ έχω σχετικά βιώματα, έχοντας μεγαλώσει στο χωριό με τον παππού και τη γιαγιά και ουσιαστικά ήμουν ξυπόλυτος μέσα σε αγκάθια και τριβόλια και κουβάλαγα είτε νερό είτε δεμάτια για το θέρο, είτε σταφύλια στα αμπέλια είτε έπαιζα μπάλα στα αλώνια με τους συνομήλικούς μου, μια ζωή έτρεχα πάνω στα αγκάθια. Όταν λοιπόν τρέχω κάνω συγκρίσεις. Θεωρώ ευλογία ότι είχα τόσο δύσκολα παιδικά χρόνια, γιατί ένας συναθλητής μου που έχει μεγαλώσει στην Αθήνα και δεν έχει υποστεί τέτοιες κακουχίες, οι οποίες δεν είναι τεχνητές, είναι αυθεντικές, τότε αυτός που τις έζησε έχει καλύτερο αποτέλεσμα μέσα στον αγώνα. Τις συγκρίνεις τις δυσκολίες και λες ότι «εγώ έχω περάσει τέτοια πράγματα», δεν σηκώνεις τα χέρια ψηλά.
Πιστεύω ότι πολλοί συναθλητές μου που έχουν περάσει από εργομετρικά κέντρα, έχουν μετρηθεί για τη φυσική τους κατάσταση και βρέθηκαν να είναι καλύτεροι από μένα, αν θα τύχουν σε μια τέτοια δυσκολία σηκώνουν τα χέρια ψηλά και εγκαταλείπουν γιατί δεν έχουν κάτι συγκρίσιμο. Εγώ θυμάμαι τι έχω περάσει και λέω «Γιάννη αυτά τάχεις περάσει, προχώρα, δεν καταλαβαίνεις τίποτα». Άσχετα αν υποφέρω εκείνη τη στιγμή ξέρω ότι θα ξεπεραστούν.

[Α-Ζ]: Επίσης μου έκανε εντύπωση αυτό που ανέφερες προηγουμένως, ότι τα αρνητικά βιώματα των παιδικών χρόνων σε δυναμώνουν…

[Γ.Κ.]: Είναι ευλογία, θεωρώ ότι στάθηκαν ικανά για να με χαλιναγωγήσουν. Δεν νομίζω ότι μου έκαναν κακό, αλλά πάντα αυτό οφείλεται στην προσέγγιση τη δική μου. Είχα άτομα κοντά μου στο παρελθόν στην Τρίπολη, όπως ένας συναθλητής μου, ο οποίος όπου έβρισκε άρνηση και εμπόδιο από άνθρωπο, συναθλητή ή τον προπονητή του εξαφανιζόταν από το στάδιο, ενώ εγώ όταν ξέρω ότι με κοντράρουν, μου εναντιώνονται, θέλουν να με σβήσουν, θα αποδείξω ότι μπορώ να κάνω και χωρίς αυτούς, τα εμπόδιά τους και την εναντίωσή τους . Ουσιαστικά μου δίνεται μια αίσθηση νίκης, να κερδίζεις την άποψη του άλλου που νομίζει ότι σε έχει κερδίζει.
Είναι όπως στα σπριντ στο στίβο. Ο σπρίντερ ουσιαστικά φθονεί τον αντίπαλό του, όπως γίνεται στον πόλεμο.

[Α-Ζ]: Έτσι θα μπορέσεις να ξεπεράσεις τον άλλο και βγαίνεις εσύ νικητής…

[Γ.Κ.]: Αυτό είναι καλό, αλλά εμένα δεν μου κάνει καλό, ξέρετε γιατί? Όλο αυτό το διάστημα, είτε είναι 24 ώρες είτε 48, είτε 6 μερόνυχτα, πρέπει να τάχω καλά με τον εαυτό μου, να είμαι ήρεμος να εμπνέομαι. Και για να εμπνέομαι πρέπει νάχω καλή διάθεση. Άμα είμαι εχθρικός με το συναθλητή μου δεν μπορώ νάχω τρόπους έμπνευσης. Επομένως όλους τους συναθλητές μου τους βλέπω σαν συνεργάτες στο να πετύχουμε αυτό που επιδιώκουμε και ουσιαστικά ο αντίπαλός μου είναι η φύση. Τα όσα διαδραματίζονται εκεί, αυτά προσπαθώ να κερδίσω: την απόσταση, το χρόνο -ο χρόνος είναι ο μεγαλύτερος αντίπαλός μας. Τα βάζεις με το χρόνο, δεν τα βάζεις με το συναθλητή σου, αυτός δε σου φταίει σε τίποτα, αυτός κάνει τον αγώνα του για να απαιτήσει ότι καλύτερο. Κι αν είναι κοντά σου σε βοηθάει ακόμα περισσότερο να παλέψεις κι εσύ ακόμα πιο πολύ. Δηλαδή είναι πολύ φιλική η προσέγγιση. Δεν ξέρω πώς τα βλέπουν οι συναθλητές μου, ένα μεγάλο μέρος από μας εναντιώνονται στο χρόνο και όχι στο συναθλητή τους.

[Α-Ζ]: Ναι, νομίζω ότι αυτή η έχθρα που μας περιέγραψες για τα σπριντ έχει χώρο στις υπερασποστάσεις.

[Γ.Κ.]: Ναι, δεν έχει χώρο, γιατί αν εγώ αισθάνομαι τόσο εχθρικά και τόσο ζηλόφθονα επί τόσες ώρες, θα πέσει η απόδοσή μου, δεν μπορώ να αποδώσω. Εγώ θέλω αναπτέρωση ηθικού, θέλω κέφι, θέλω ένα τραγούδι, θέλω κάτι που να με εμπνέει να ξεχάσω τα πάντα, δεν θέλω επαφή με την πραγματικότητα. Θέλω να είμαι σ έναν άλλο κόσμο, σ έναν ιδανικό κόσμο και ούτε καν σκέφτομαι την αντιπαλότητα, δεν με αφορά, δεν μου κάνει καλό.

[Α-Ζ]: Είναι φυγή τελικά απ την πραγματικότητα, οι υπεραποστάσεις, οι υπερμαραθώνιοι?

[Γ.Κ.]: Είναι, είναι όντως φυγή για ένα μικρό χρονικό διάστημα από την καθημερινή πραγματικότητα. Εδώ είναι και το ζητούμενο: προτιμώ δηλαδή να έχω έναν αγώνα –παρόλο που θα με φέρει πίσω στις προσωπικές μου εργασίες στο σπίτι ή από τις άλλες ενασχολήσεις μου τις καθημερινές, γιατί είναι σαν μια εκδρομή ενός Σαββατοκύριακου για έναν Αθηναίο. Τόσο πολύ την ποθεί, την ονειρεύεται και την πλάθει μες στο μυαλό του κι όταν έρχεται η ώρα, τη βιώνει. Έτσι κι εγώ, όταν βρίσκομαι σ έναν τέτοιο αγώνα, είμαι σε μια κατάσταση φυγής. Κι εννοώ φυγή απ την κραιπάλη, τη ρουτίνα, την καθημερινότητα τα κακώς κείμενα. Γιατί όταν είσαι έξω αυτά τα πράγματα τα ξεχνάς, εμπνέεσαι από άλλα γεγονότα, πιο όμορφα…

[Α-Ζ]: Συνεπώς για σένα αυτή η φυγή ισχύει μόνο όταν είσαι στον αγώνα? Δεν είναι μια γενικότερη φυγή απ την πραγματικότητα αυτή που σε κάνει ν ασχοληθείς με τον αθλητισμό?

[Γ.Κ.]: Είναι. Άμα το δούμε κι έτσι, σαν μια γενικότητα. Γιατί για μένα δεν είναι μόνο ο αγώνας, δεν σημαίνει ότι δεν φεύγω απ την πραγματικότητα όταν πηγαίνω για μια ώρα προπόνηση, και τότε έχω τη φυγή της ημέρας. Αλλά τη φυγή του αιώνα την έχω όταν έχω έναν αγώνα. Τη βλέπω σαν μοναδική ευκαιρία, σαν μοναδική φυγή της ζωής μου, άσχετα αν επαναληφθεί κάποια άλλη –εγώ δεν υπολογίζω την επόμενη που θάρθει, όταν πηγαίνω σ έναν αγώνα τα δίνω όλα σαν να είναι ο τελευταίος. Γι αυτό πετυχαίνω και τις επιδόσεις που πετυχαίνω γιατί θεωρώ ότι είναι η τελευταία ευκαιρία της ζωής μου. Τα δίνω όλα και ξέρω ότι ο οργανισμός μου θα παραμείνει φυτό. Δηλαδή το ρισκάρω, ρισκάρω τη ζωή μου, βάζω το κεφάλι μου στα δόντια του χάροντα. Κι αν τη γλυτώνω είναι περίεργο και για μένα. Κι εγώ ο ίδιος απορώ, πώς μετά από τόσους αγώνες εξακολουθώ να ζω και να τρέχω –γιατί δεν είναι μόνο ότι ζω απλά, εξακολουθώ να κάνω επιδόσεις που με τρομάζουν κι εμένα. Κι εγώ ο ίδιος δεν μπορώ να τις πιστέψω, λέω «τα πόδια μου το πέτυχαν αυτό?». Και πάλι, την ώρα που τρέχω, το θεωρώ ένα όνειρο, νομίζω ότι δεν έγινε. Μέχρι να το συνειδητοποιήσω έχουν περάσει βδομάδες.

[Α-Ζ]: Μία ερώτηση που θα έκανε ο καθένας αν συναντούσε τον Γιάννη τον Κούρο, θα ήταν «πώς καταφέρνεις και κάνεις αυτές τις επιδόσεις?». Που μπορείς να το αποδώσεις?

[Γ.Κ.]: Η απάντηση δεν δίνεται σε μια συνέντευξη, νομίζω ότι δόθηκε μέσα απ το βιβλίο μου «Το εξαήμερο του αιώνα». Εκεί δείχνω την περίπτωση του δρομέα που τρέχει επί έξι μερόνυχτα στο «εξαήμερο» της Νέας Υόρκης και παράλληλα βγάζω προς τα έξω τον εσωτερικό του κόσμο. Άρα αυτό το ερώτημα απαντιέται εκεί. Ουσιαστικά πρόκειται για μια κινηματογραφική ταινία εσωτερικής λήψης.

[Α-Ζ]: Δεν έχει να κάνει κυρίως με εργομετρικές-φυσιολογικές παραμέτρους δηλαδή?

[Γ.Κ.]: Όχι βέβαια. Σας είπα ότι αυτά τα στοιχεία έχουν εφαρμογή σε αποστάσεις μικρής διάρκειας, όπως και συνειδητά πράγματα τα οποία υπακούνε σε φυσικούς νόμους. Ο υπερμαραθώνιος δεν υπακούει σε φυσικούς νόμους από ένα σημείο και μετά, επομένως το εργομετρικό κέντρο μπορεί να βγάλει πάρα πολλούς από τους συναθλητές μου καλύτερους από μένα σε ταχύτητα, σε ευλυγισία ή οτιδήποτε άλλο. Μπορεί εγώ να έχω ένα καλό χαρακτηριστικό, επειδή προκύπτει απ τα πολλά χρόνια αλλά δεν είναι και το παν. Είναι βέβαια σπουδαίο όταν χτυπάς πολλούς σφυγμούς να μπορείς να επανέρχεσαι γρήγορα αλλά δεν σημαίνει ότι ολοκληρώνεις αγώνες μόνο με αυτό το προσόν, έχουν να κάνουν και τα πόδια, έχει να κάνει η δύναμη, η ευλυγισία, χαρακτηριστικά στα οποία γνωρίζω ότι πολλοί από τους συναθλητές μου είναι ανώτεροί μου.

[Α-Ζ]: Ποιο είναι το όραμά σου για τον Φειδιππίδειο Άθλο? Πιστεύεις ότι μπορεί να καθιερωθεί σαν αγώνας?

[Γ.Κ.]: Χωρίς αυτό να θεωρηθεί είδηση -γιατί χρειάζεται πολλή μελέτη ακόμα- πιστεύω ότι από του χρόνου μπορεί να γίνει ένας αγώνας διεθνής αλλά με όρους. Δηλαδή θα πρέπει πρώτα-πρώτα οι αθλητές να είναι ηθικοί, να έχουν αυτό που λέγανε οι αρχαίοι Έλληνες, το ‘άθλον’ –το ‘άθλον’ ξέρετε ήταν ένα δίπλωμα ήθους που είχε ο αθλητής πριν ακόμα πάει στην Ολυμπία. Άρα δεν έχει να κάνει με κάποιο τεστ που θα λέει ‘έβγαλα τόσα χιλιόμετρα σ ένα 24ωρο, άρα δικαιούμαι να τρέξω’. Αν έχει δηλαδή ψεγάδια που να τον βαραίνουν δεν θα γίνει δεκτός. Το δεύτερο που σκέφτομαι είναι ότι δεν θα θέλαμε να γίνει ένας αγώνας ανοιχτός με αθλητές που θα ήθελαν μόνο να δοκιμάσουν. Εδώ δεν είναι δοκιμαστήριο, είναι ένας σοβαρός αγώνας που αυτοί που θα προσκληθούν να συμμετάσχουν θα έχουν σοβαρές πιθανότητες να τερματίσουν –ο αγώνας δεν θα είναι ανοιχτός, θα γίνει με πρόσκληση, εγώ είμαι εναντίον των ανοιχτών αγώνων γιατί όπου υπάρχουν πολλές συμμετοχές δεν υπάρχει και ποιότητα, θα προτιμούσα να είχα 10 αθλητές και να τερματίσουν όλοι, παρά διακόσιους και να τερματίσουν οι σαράντα.
Εξάλλου θα αντιμετωπίσουμε όπως καταλαβαίνετε προβλήματα ασφάλειας. Όπως γνωρίζω, στον αγώνα Sydney-Melbourne στην Αυστραλία που ήταν 1000 χιλιόμετρα, δήλωναν συμμετοχή 100 άτομα περίπου και η διοργάνωση επέλεγε 40. Κι αυτό γινόταν για λόγους ασφάλειας, γιατί δεν μπορούσαν να κυκλοφορούν πάνω στη διαδρομή 200 αυτοκίνητα –αφού ο καθένας χρειαζόταν δύο. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι αν (στο Φειδιππίδειο Άθλο) έχουμε μια φάλαγγα 100 αυτοκινήτων, τότε θα κόβουμε την κυκλοφορία στην παλιά εθνική οδό αλλά και στο υπόλοιπο της διαδρομής, πράγμα πολύ δύσκολο για τα ελληνικά δεδομένα. Αν ήμασταν αλλού, μπορεί να ήταν εφικτό. Επομένως, αν γίνει τελικά ο αγώνας –γιατί είναι ακόμα υπό σκέψη- θα γίνει με πολύ μικρό αριθμό συμμετεχόντων και με την προϋπόθεση ότι αυτοί οι αθλητές θα έχουν ήθος και προδιαγραφές ότι θα τον τερματίσουν.

Μόνος και ακάθεκτος προς τη Σπάρτη στο πρώτο Σπάρταθλο, το 1983, κάπου στα μέσα της διαδρομής

[Α-Ζ]: Ένα άλλο ερώτημα σχετικό με αυτό τον αγώνα, έχει να κάνει με το χρόνο διεξαγωγής κι εδώ το ερώτημα είναι διπλό, γιατί ακούστηκαν γνώμες που έλεγαν «γιατί να κάνει ο Κούρος αυτό το εγχείρημα τις μέρες που γίνεται το Σπάρταθλον?»

[Γ.Κ.]: Να σας πω κάτι σ αυτό. Μερικοί από τους φίλους μου με παρότρυναν να ξεκινήσω μαζί με τους αθλητές που έτρεχαν στο Σπάρταθλο! Εγώ ήμουν εκείνος που εναντιώθηκε και είπα ότι δεν θα ήθελα να έχω καμιά εμπλοκή μ αυτόν τον αγώνα, θέλω να αποξενωθούμε τελείως –πρόκειται για διαφορετικό πράγμα, γιατί έχουμε διαφορετική διαδρομή (περνάμε το Παρθένιο Όρος, όπως λέει η ιστορία και όχι το Αρτεμίσιο) και επίσης κάνουμε το διπλό. Επομένως δεν είχαμε ούτε καν να συναντηθούμε, πράγμα το οποίο το πέτυχα. Στις ώρες που ξεκίνησα και γύρναγα απ τη Σπάρτη δεν συνάντησα ούτε έναν αθλητή του Σπάρταθλου. Δεν ήθελα να νιώθει ο άλλος ότι την ώρα που εκείνος πηγαίνει εγώ γυρνάω. Δεν ήθελα καθόλου να φανεί αυτό το πράγμα, ήταν ένας ξεχωριστός αγώνας.
Βέβαια θα ήταν πολύ καλύτερα αν είχε γίνει νωρίτερα αυτός ο αγώνας, ο χρόνος που εμπνεύσθηκα να κάνω τον αγώνα ήταν πολύ περιορισμένος και δεν προλάβαινα ούτε καν κάνω τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να υλοποιηθεί, αν και εγώ θα ήθελα να γίνει 2-3 εβδομάδες νωρίτερα ο δικός μου αγώνας. Ήταν αναπόφευκτο και έφτασε σ αυτό το σημείο που έφτασε, αλλά και πάλι όπως σας είπα απέφυγα παντελώς την εμπλοκή με το Σπάρταθλο. Ήταν δική μου ιδέα, δεν ήθελα καθόλου να «συγκρουστούμε». Κι εκείνος είναι ένας αγώνας, άσχετα αν εγώ θεωρώ ότι είναι λάθος από πλευράς ιστορικής αλλά δεν παύει να είναι ένας αγώνας όπου συμμετέχουν πολλοί αθλητές που τους σέβομαι. Δεν ήθελα πάντως να υπάρχει η παραμικρή εναντίωση.
Φυσικά την επόμενη χρονιά θα γίνει ασφαλώς σε χρόνο πιο ουδέτερο, θα γίνει νωρίτερα. Κι αν δούμε και στην ιστορία, εκεί μας λέει ότι η πορεία του Φειδιππίδη έγινε νωρίτερα, όπως μας λέει ότι πέρασε από το Παρθένιο όρος, χωρίς να αναφέρει το ένα ή το άλλο χωριό. Δεν λέει τίποτα άλλο για τη διαδρομή, μόνο ότι πήγε στη Σπάρτη και γύρισε, τίποτα άλλα. Αυτά λοιπόν εγώ θεώρησα καλό να τα τηρήσω, γι αυτό και τερμάτισα στην αρχαία Σπάρτη και όχι στο άγαλμα του Λεωνίδα, που είναι ένα σύγχρονο κατασκεύασμα και φυσικά ξεκίνησα από την Πνύκα, εκεί όπου συνεδρίαζαν οι Αθηναίοι και από όπου έδωσαν την εντολή στον Φειδιππίδη να φύγει.
Φυσικά ήξερα ότι δεν μπορούσα να τρέξω πάνω στα αρχαία μονοπάτια, που στη συνέχεια έγιναν καρόδρομοι, στην εποχή της Τουρκοκρατίας και όλο αυτό το πράγμα εξελίσσεται, δεν υπάρχει περίπτωση να κάνεις 100% αναβίωση γιατί δεν είμαστε στην ίδια εποχή, ούτε την άσφαλτο μπορείς να βγάλεις για να τρέξεις από κάτω, ούτε να τρέξεις κάτω από τις ίδιες συνθήκες, αφού άλλα προγράμματα είχαν τότε οι αθλητές-ημεροδρόμοι και άλλα εμείς. Αλλά τουλάχιστον ως προς το Παρθένιο Όρος και ως προς το πήγαινε-έλα, ε αυτά προσπάθησα να τα τηρήσω.

[Α-Ζ]: Ποια είναι τα σχέδιά σου για το μέλλον?

[Γ.Κ.]: Είναι πολυποίκιλα. Καταρχήν αισθάνομαι πολύ βαριά τη συνείδησή μου γιατί έχω εγκαταλείψει πολλά πράγματα εξαιτίας του αθλητισμού. Δηλαδή επιδιδόμουν πολλά χρόνια στη μουσική, έγραφα τραγούδια, στίχους και ποίηση τα τελευταία χρόνια στη Μελβούρνη. Τώρα δε μου δίνεται ο χρόνος να τα παρουσιάσω στον κόσμο. Πιστεύω ότι το ελληνικό κοινό είναι ένα δύσκολο κοινό και δεν είναι εύκολο να το παρακινήσεις ή να το εμπνεύσεις με τον αθλητισμό, γιατί έχω κάνει ήδη τόσα πολλά και θα ήταν πολύ πιο εύκολο αν έγραφα τραγούδια να είχαν μια πιο πλατιά αποδοχή απ αυτό που κάνω. Έχω μείνει λοιπόν πίσω σ αυτό και θάθελα να παρουσιάσω τη δουλειά μου, αφού έχω ήδη κάνει ένα δίσκο εδώ και χρόνια. Επίσης έχω ετοιμάσει ένα τρίτο βιβλίο που περιέχει αποφθέγματα, δηλαδή κατασταλαγμένες απόψεις, που λειτουργούν όπως τα αρχαία ρητά. Ακόμα, θέλω να κάνω ένα ίδρυμα που θα συγκεντρώσει ένα μεγάλο αρχειακό υλικό που δημιουργήθηκε όλα αυτά τα χρόνια και θα αναλάβει να πραγματοποιεί τέτοιους αγώνες και για να τιμά τους ήρωες της ιστορίας και τα γεγονότα.

Στο άγαλμα του Λεωνίδα, στο Σπάρταθλο του 1984, όταν πέτυχε και το 20:25, που αποτελεί και την καλύτερη επίδοση όλων των εποχών στον εμβληματικό αγώνα

Και για να γυρίσουμε τέλος στα αθλητικά, να κάνω μερικές ακόμα επιδόσεις που θεωρώ ότι μπορούν να βελτιωθούν. Μέσα στο Νοέμβριο γίνεται ένας αγώνας 6 ημερών στην Αυστραλία, εκεί που είχα καταρρίψει το δικό μου παγκόσμιο ρεκόρ του 6ήμερου της Νέας Υόρκης και ξαναγίνεται φέτος αυτός ο αγώνας στη Μελβούρνη. Με έχουν καλέσει αλλά έχουν κάποιο κώλυμα και δεν μπορούν καλύψουν τα εισιτήριά μου, αν βρισκόταν κάποιος φορέας που θα μπορούσε να με καλύψει ευχαρίστως θα πήγαινα -αν και δεν έχω ακόμα συνέλθει από τον Φειδιππίδειο Άθλο- για να καταρρίψω το παγκόσμιο εκείνο ρεκόρ του 1984. Θεωρώ ότι έχω εμπειρία, αν και έχω χάσει από ταχύτητα -με τα χρόνια χάνεται η ταχύτητα αλλά η εμπειρία διευρύνεται.
Με τη νέα χρονιά θα κάνω ένα-δυο άλλα αθλητικά εγχειρήματα ιστορικής φύσεως μέσα στον ελλαδικό χώρο, αν και μέχρι πέρυσι είχα ενδοιασμούς αν θα έπρεπε να ασχοληθώ με κάτι τέτοιο εξαιτίας της ελληνικής νοοτροπίας που είναι πολύ δύσκολο να δεχτεί κάτι τέτοιο. Έχω ενδοιασμούς αν θα πρέπει να κάνω παγκόσμια ρεκόρ στον ελλαδικό χώρο, γιατί κάτι τέτοιο δεν γίνεται κατανοητό, γι αυτό όσα έχουν γίνει, έχουν γίνει στο εξωτερικό, γιατί κάποιοι άλλοι εκεί είναι πιο ευαίσθητοι και τα καλλιεργούν αλλά αφού έγινε η αρχή με τον Φειδιππίδειο Άθλο θα ήθελα να κάνω και κάτι ακόμα ώστε να προσφέρω και κάποιο παγκόσμιο ρεκόρ πάνω στην ελληνική γη.

[Α-Ζ]: Μπορείς να το αναφέρεις ή είναι ακόμα μη ανακοινώσιμο?

[Γ.Κ.]: Θα πρέπει πρώτα να το σκεφτώ σαν οργάνωση και αφού αυτό μπει μέσα στο νου μου τότε θα το ανακοινώσω. Για την ώρα δεν μπορώ να το πω γιατί έχω ενδοιασμούς ως προς την ανταπόκριση που μπορεί να έχει. Αν θα πάρω το πράσινο φως από κάποιους φορείς τότε θα το ανακοινώσω

[Α-Ζ]: Ευχόμαστε να υπάρχει ανταπόκριση σ αυτές τις ιδέες και να υλοποιηθούν. Πάντως, απ ότι διαπιστώσαμε από τον Φειδιππίδειο Άθλο, υπήρχε ανταπόκριση, της κοινής γνώμης τουλάχιστον.

[Γ.Κ.]: Περιμένω όμως ανταπόκριση από κρατικούς φορείς κυρίως. Αν προκύψει από εκεί λοιπόν, θα προχωρήσω με μεγάλη βεβαιότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα προχωρήσω και μόνο με την παρότρυνση των φίλων, η οποία είναι πιο συγκινητική. Αυτή και μόνο με φτάνει. Αυτή ήταν εξάλλου που με βοήθησε αφάνταστα στη διάρκεια του Φειδιππίδειου Άθλου και ότι κατάφερα δεν ανήκει μόνο σε μένα αλλά σε όλους που συμμετείχαν σ αυτή την προσπάθεια.

[Α-Ζ]: Γιάννη σ ευχαριστούμε θερμά για τη συζήτηση που είχαμε και σου ευχόμαστε ότι καλύτερο για το μέλλον.

[Γ.Κ.]: Κι εγώ σας ευχαριστώ!

 

Διαβάστε για τη ζωή και τα αθλητικά επιτεύγματα του Γιάννη Κούρου στο αφιέρωμα του UltraRunningHistory