Το απομεσήμερο ήταν θεϊκό, με εκείνη τη θαλπωρή του ήλιου που λατρεύεται στον υπέρτατο βαθμό, ακόμα και από τον ίδιο τον ήλιο, ούτε κι εκείνος δεν θέλει να πάρει το δρόμο του για τον ορίζοντα. Το τοπίο τριγύρω μου μοιάζει πολύ οικείο, πρέπει να έχω ξαναπεράσει κάποτε από εδώ, πότε όμως? «Δε βαριέσαι, που να θυμάμαι τώρα», σκέφτηκα, «μάλλον χθες ήταν» (!) Προσπάθησα να εντοπίσω εκείνον τον συναθλητή μπροστά, που όλο και τον πλησίαζα καθώς όπως πρόσεξα, είδα σαν να κούτσαινε κάπως. Μια κλεφτή ματιά στο ρολόι, κάτι σαν 28 ώρες έγραφε… Ο Paolo λοιπόν, το νούμερο 73 που κούτσαινε, με έκανε να τον προσέξω γιατί ο Θωμάς είχε το αμέσως προηγούμενο νούμερο στην πλάτη του, το 72. Έμαθα γρήγορα μέσα στον αγώνα, να παίζω με τους αριθμούς, τα ονόματα και τις εθνικότητες των άλλων αθλητών, για να περνά η ώρα και να βάζω το μυαλό μου να σκέφτεται τις δύσκολες όλες που κατεβαίνει ο γενικός στον εγκέφαλο. Τον έφτασα, και τον προσπέρασα ευγενικά, ξεφυσώντας μια κουβέντα για κουράγιο.

Sponsored by

Δεν βιαζόμουν, αφού όπως τα είχα στο μυαλό μου, ο αγώνας είχε σταματήσει –λέει- στον προηγούμενο κεντρικό σταθμό στα 110 χιλιόμετρα και θα ξανάρχιζε μόλις φτάναμε στον επόμενο στα 160, που κατά σύμπτωση θα ήταν ένας κύκλος 50 χιλιομέτρων που θα μας ξαναέφερνε στο ίδιο σημείο! «Τι ιδιοτροπία κι αυτή» σκέφτηκα. Μέχρι εκεί, θα πηγαίναμε -λέει- παρέα με τον Πάολο αλλά και με κάποιους ακόμα που φαίνονταν στο βάθος και έδειχναν να μη βιάζονται και εκείνοι, όπως κι εγώ εξάλλου. Ο Θωμάς είχε φύγει πιο μπροστά από μένα στον προηγούμενο σταθμό, τον είχα αποδεσμεύσει, βλέποντας πως του είμαι βαρίδιο. Θα πήγαινε όμως στα 160 και εκεί θα με περίμενε –λέει- για να ξαναρχίσει ο αγώνας!

Σκεφτόμουν και το άλλο: πως έχω πάνω από ένα 24ωρο να κλείσω μάτι αλλά νιώθω μια χαρά! Για κάτσε μια στιγμή όμως ρε φίλε, τι σόι αγώνας είναι αυτός που καταμεσίς του σταματά και μετά ξαναρχίζει? Κάτι δεν πήγαινε καλά με μένα αλλά εκεί που πήγαινα να το συνειδητοποιήσω, εκεί το έχανα και προσγειωνόμουν και πάλι στην αλήθεια με αλεξίπτωτο, ατσαλάκωτος. Ήταν ξεκάθαρο πως βουτούσα κάθε τόσο στον κόσμο των ψευδαισθήσεων αλλά όταν έβγαινα από εκεί δεν μπορούσα να το κρατήσω ως εικόνα, χανόταν εντελώς μέχρι να ξανάρθει λίγο μετά, απροσκάλεστο και να με κυριεύσει εντελώς…

Η θέα του Mont Blac massif από το Κουρμαγιέ

Ήταν το 2010 ακόμα, όταν έμαθα πως εκεί στις Άλπεις θα γινόταν ένας καινούργιος αγώνας, με παράξενο όνομα που ανακάτευε ιταλικά και γαλλικά στον τίτλο του, ο οποίος θα είχε 330 χιλιόμετρα μήκος και θα διαρκούσε 6 μέρες! «Εκπληκτικό» σκέφτηκα, «οι άνθρωποι είναι τρελοί αλλά μ’ αρέσει! Κάποτε θα πάω κι εγώ εκεί». Το 2012, στην πρώτη διοργάνωση του Mythical, όντας μέλος και της διοργάνωσης του ROUT τότε, σκέφτηκα πως θα ήταν πολύ όμορφη ιδέα να αθλοθετήσουμε από κοινού οι δύο αγώνες μια συμμετοχή στο TOR για έναν από τους αθλητές που θα τερμάτιζαν και στα δύο και ο τυχερός θα έβγαινε από κλήρωση. Η ιδέα εξαιρετική, ναυάγησε όμως κατευθείαν, αφού για να πας στον αγώνα έπρεπε να κληρωθείς πρώτα. Μετά, τα χρόνια κύλησαν και ο φόρτος δουλειάς στις διοργανώσεις εδώ στον Όλυμπο αλλά και άλλοι, ανεξάρτητοι από αυτόν λόγοι, με κράτησαν μακριά από το όνειρο. Παρακολουθούσα ωστόσο τους λιγοστούς Έλληνες που αγωνίζονταν με τους περίφημους πια «Γίγαντες» κάθε Σεπτέμβρη εκεί στην Κοιλάδα της Αόστα. Το 2019 αποφάσισε να δοκιμάσει τις δυνάμεις της στο TOR η στενή μου φίλη, η Ασημίνα Ιγγλέζου, οπότε οι μεταξύ μας συχνές συζητήσεις για τα σχέδιά της μου ξύπνησαν και πάλι την ιδέα ότι έχω αφήσει μια εκκρεμότητα, που επιτέλους κάποτε πρέπει να κλείσει. Τον προηγούμενο Φεβρουάριο, πήρα τη μεγάλη απόφαση και είδα στο τέλος το όνομά μου σφήνα ανάμεσα σε καμιά χιλιάδα ακόμα, participant έγραφε. Η ώρα είχε φτάσει!

Περιμένοντας το λεωφορείο για Αόστα έξω από το αεροδρόμιο του Μπέργκαμο

Η μέρα ξημέρωνε κι από κάτω μας σύννεφα σκέπαζαν τη γη της Ιταλίας, ο ορίζοντας μαγικός για εμάς τους κοινούς θνητούς, που βρισκόμαστε μετρημένες φορές εκεί στους ουρανούς να θαυμάζουμε αποσβολωμένοι σχήματα και χρώματα του κόσμου των ανθρώπων. Ο πιλότος μας βούτηξε το αεροπλάνο μέσα στα σύννεφα κι αυτό άρχισε να τραντάζεται ανάμεσά τους, έχοντας εμπλακεί στην καταιγίδα που ήταν σε εξέλιξη κάτω. Μετά από αρκετές αποτυχημένες προσπάθειες, το αεροπλάνο μας αναγκάστηκε να προσεγγίσει κάποιο άλλο αεροδρόμιο στο γειτονικό Μιλάνο, όπου ο καιρός ήταν καλύτερος και ασφαλείς πλέον, σκεφτήκαμε μήπως αυτή η μικρή περιπέτεια ήταν ένας οιωνός για τον αγώνα μας. Βέβαια το χιούμορ επικράτησε τελικά πάνω σε κάθε αρνητική σκέψη και συνεχίσαμε οι τρεις μας, η Ασημίνα, ο Θωμάς και ο Λάζαρος, το ταξίδι για το Κουρμαγιέ, στην περίφημη Κοιλάδα της Αόστα. Το Κουρμαγιέ είναι πέρα από σημείο αναφοράς για τις Ιταλικές Άλπεις και έδρα του διαβόητου “TOR des Geants”, άρα η δική μας Ιερουσαλήμ! Εγκατάσταση στο ξενοδοχείο στην απέναντι πλευρά της ρεματιάς που διατρέχει την κοιλάδα στην περιοχή και έξοδος για γεύμα με τους καλούς μας φίλους που είχαν καταφθάσει οδικά από Ελλάδα, για να αγωνιστούν σε έναν από τους υπόλοιπους αγώνες της διοργάνωσης. Για την ιστορία, την εβδομάδα αυτήν γίνονται τέσσερις αγώνες εκεί: Tor des Glaciers (450km), Tor des Geants (350km), Tor Dret (150km), Passage au Malatra (30km). Η ναυαρχίδα της διοργάνωσης βέβαια είναι το TdG των 350 χιλιομέτρων και των 1100 αθλητών από 65 χώρες για φέτος, που δημιουργήθηκε το 2010 και στην πορεία του γέννησε και τα υπόλοιπα γεγονότα.

Σειρές από drop-bags περιμένουν τους δικαιούχους στο κλειστό γυμναστήριο του Κουρμαγιέ, στη γραμματεία του TOR

Την επόμενη μέρα, παραμονή του αγώνα, ακολουθήσαμε όλα τα διαδικαστικά του, παραλαβή αριθμών, ετοιμασία σακιδίων και εξοπλισμού και οτιδήποτε άλλο προβλέπεται. Στο κλειστό γήπεδο του Κουρμαγιέ, εκατοντάδες άνθρωποι τριγύριζαν στους χώρους, όπως κι εμείς. Καταφέραμε να αναγνωρίσουμε κάποιους παλιόφιλους και να φωτογραφηθούμε παρέα. Από όλους ξεχώρισα τον  φίλο μας Tim Woodier, που είχαμε τρέξει παρέα μια μεγάλη προπόνηση στον Όλυμπο, τον περασμένο Μάιο. Όπως μου είχε πει τον προηγούμενο μήνα, έχοντας τρέξει το καλοκαίρι έναν ακόμα αγώνα παρόμοιου μεγέθους στην Ελβετία, είχε αμφιβολίες για το αν θα τα κατάφερνε στο TOR ή η κόπωση θα του κόστιζε. Εντυπωσιακά μεγάλος χώρος στο κλειστό του Κουρμαγιέ, με ατέλειωτες κίτρινες σειρές στην κεντρική του σάλα, τα drop-bags μας ήταν εκεί και μας περίμεναν να τα παραλάβουμε. Πήραμε νούμερα προτεραιότητας με τον Θωμά μια και η διαδικασία ήταν χρονοβόρα και τριγυρνούσαμε στα περίπτερα των εκθετών μέχρι να έρθει η σειρά μας να παραλάβουμε το ακριβοθώρητο bib που θα μας συντρόφευε τις επόμενες μέρες, κατράμι στο πετσί μας. Επίδειξη υποχρεωτικού εξοπλισμού δεν υπήρχε, μια ταυτότητα έδειχνες μόνο και οι εθελοντές τραβούσαν μια γραμμή στην τυπωμένη τους κατάσταση! Μια κυρία, είχε επιφορτιστεί να επαναλαμβάνει στα αγγλικά στους αλλοδαπούς αθλητές μια σειρά βασικών λεπτομερειών για τον αγώνα. Κοίταζα το σκηνικό με το μάτι του διοργανωτή τώρα που ήρθε η σειρά μου να παραλάβω bib. Τι κάνουν, πώς το κάνουν, είναι χαμογελαστοί, αυστηροί, απόμακροι, εγκάρδιοι, σοβαροί? Μεγάλο τους όπλο πάντως εκεί, η σκληρή δουλειά τους όλο το χρόνο, το σοβαρό αποτέλεσμα και η (προφανής) υποστήριξη της κοινωνίας του Κουρμαγιέ αλλά και όλης της Κοιλάδας της Αόστα. Θέλει τρόπο αλλά στα σίγουρα και πολύ κόπο…

Περιχαρείς με τα bibs ανά χείρα

Το ίδιο απόγευμα όμως ήταν το κλου για την ομάδα μας! Μαζευτήκαμε στο χώρο του τερματισμού, στην καρδιά της πόλης, όπου η διοργάνωση θα παρουσίαζε στην καθιερωμένη τελετή, τους ελίτ αθλητές. Ήταν και δική μας εκείνη η ώρα φέτος, γιατί ανάμεσα στους υπόλοιπους είκοσι που θα ανέβαιναν στην εξέδρα βρισκόταν και η Ασημίνα μας! Στάθηκα στα κάγκελα και την χειροκρότησα συγκινημένος, να περνά το διάδρομο με τον ήχο από το ελληνικό συρτάκι! Δεν ήταν μόνο για εκείνη τιμή και δικαίωση εκείνα τα βήματα προς την εξέδρα αλλά και για μένα συμβόλιζε κάτι όλο αυτό. Μαζί έχουμε αγωνιστεί αρκετές φορές και είναι πολύ σπουδαίο να βλέπεις το δικό σου άνθρωπο να δέχεται μια τέτοια τιμή. Ότι κι αν πει κάποιος, κανένας δεν ανεβαίνει τυχαία σε μια εξέδρα, αν δεν εκτιμήθηκε η μικρή του ιστορία. Και σίγουρα η τιμή προς τον αθλητή είναι τιμή και προς τη χώρα του και το γεγονός ότι ακούστηκε στην εκδήλωση η λέξη «Ελλάδα» είναι κάτι σπουδαίο, όσο κι αν προσπαθούμε στην πολιτική μας συνείδηση να γκρεμίσουμε τα σύνορα που χωρίζουν τους λαούς, οι συμβολισμοί εμπνέουν στις κρίσιμες ώρες. Η Ασημίνα άνοιξε αυτήν την όμορφη παρέλαση των εκλεκτών καλεσμένων του φετινού TOR, για να συνεχιστεί με αρκετούς ακόμα, άγνωστοι οι περισσότεροι στο ελληνικό κοινό αλλά ιδιαίτερα δημοφιλείς στο κοινό του TOR. Προσωπικά, ανάμεσα στους υπόλοιπους, ξεχώρισα τους δύο περσινούς πρωταγωνιστές της ανεπανάληπτης μονομαχίας που οδήγησε στο ρεκόρ διαδρομής, τους Φράνκο Κολέ και Γιόνας Ρούσι, την Σίλβια Τριγκουέρος, μόνιμη νικήτρια του TOR τα τελευταία χρόνια και για να μην το απλώσω πολύ και τον 56χρονο πλέον Γερμανό Γενς Λούκας, ζωντανό θρύλο του Σπάρταθλου αλλά και του TOR τα τελευταία έξι χρόνια.

Η Ασημίνα με το δικό της bib, στην εξέδρα της τελετής παρουσίασης των ελίτ

Όταν βράδιασε λίγο αργότερα, η διοργάνωση μεταμόρφωσε το χώρο του κλειστού γυμναστηρίου που λίγο νωρίτερα ήταν ο χώρος παράδοσης αριθμών, σε ένα απέραντο εστιατόριο. Εκατοντάδες άνθρωποι είχαν πλημμυρίσει πια το χώρο σε μεγάλες παρέες που αναλογούσαν σε κάθε τραπέζι. Οι δύο παρουσιαστές της διοργάνωσης ανέλαβαν δράση, ο ένας στα ιταλικά και ο άλλος στα αγγλικά και προσπάθησαν να μας πουν τα εντελώς βασικά, ότι μπορεί να ειπωθεί και να εμπεδωθεί μέσα σε μισή ώρα το πολύ και σε δύο γλώσσες, για να μη γίνουν κουραστικοί. Πέρα από τη μικρή αλλαγή της διαδρομής, που μείωνε τα μεγέθη ελαφρά (4χλμ και 700+) συγκράτησα το ότι πλέον ο κάθε αθλητής είναι υπεύθυνος ο ίδιος για το τι θα μεταφέρει πάνω του σε κάθε χρονική στιγμή. Αυτό πρακτικά σήμαινε κατάργηση του υποχρεωτικού εξοπλισμού, ελαφρώς δίκοπο μαχαίρι η απόφαση! Εμείς, μεγάλη παρέα πλέον με την προσθήκη του Δημήτρη (αγωνιζόταν στο 130) και του Θανάση, που θα μας υποστήριζε όλους μέσα στον αγώνα όπου προλάβαινε, πιάσαμε ένα από τα ακριανά τραπέζια του χώρου.  και το μοιραστήκαμε αρχικά με δύο Ιταλούς αθλητές που έψαχναν κι εκείνοι χώρο. Σύντομα εμφανίστηκε το καταπληκτικό δίδυμο των Ιταλών φίλων μας Φραντσέσκο-Αντρέα και συμπληρώσαμε μια ολοζώντανη παρέα, που δεν προλάβαινες να πάρεις το λόγο. Στο τέλος της τεχνικής ενημέρωσης, χαμογελαστοί εθελοντές ξεφύτρωσαν από παντού και γέμισαν τα τραπέζια με πιάτα, σοβαρό project αυτό. Απλώσαμε χάρτες και η κουβέντα μας επικεντρώθηκε στο πώς η υποστήριξη θα μπορεί να μας προσεγγίσει στους έξι βασικούς σταθμούς ενώ ταυτόχρονα θα καλύψει και τις ανάγκες του Δημήτρη, ο οποίος έτρεχε στον αγώνα των 150 χιλιομέτρων. Στη σφαίρα του θεωρητικού καλά τα πηγαίναμε, η πράξη θα έδειχνε. Η εκδήλωση τέλειωσε, χειροκροτήσαμε όλοι όρθιοι τους οικοδεσπότες μας και τους ανθρώπους που ήδη θυσίασαν και θα θυσίαζαν κόπο και χρόνο για εμάς, τους εθελοντές. Αναλογίστηκα τον κόπο ενός εθελοντή, που ξοδεύει δύο ή και τρεις μέρες σε ένα τέτοιο έργο, πραγματικά σπουδαία υπόθεση!

Το τραπέζι της δικής μας παρέας, το βράδυ της παραμονής στο pasta-party

Η νύχτα έξω από το γυμναστήριο φωτεινή αλλά ψυχρή για τα δικά μας δεδομένα, στις Άλπεις βρισκόμασταν. Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου ο μεγάλος πανικός του εξοπλισμού είχε περάσει και τα αμέτρητα μικροπράγματα είχαν γεμίσει 2-3 μεγάλους σάκους. Ο φόβος του μεγάλου και άγνωστου σε οδηγεί να γίνεις υπερβολικός. Πάνω από τρία σακίδια-γιλέκα, μπλούζες, παντελόνια, μακριά, κοντά, χοντρά, λεπτά, κάλτσες δέκα ζευγάρια, ψιλοπράγματα που χρειαζόταν εκτυπωμένος κατάλογος για να μην τα ξεχάσεις. Πού να φανταζόμουν ότι από όλα αυτά, ούτε τα μισά δεν θα χρησιμοποιούσα μέχρι το τέλος! Ο πρωτάρης θα είναι πάντα πρωτάρης σε μια νέα εμπειρία, όσο κι αν αυτή μοιάζει με κάποια προηγούμενη. Όταν μάλιστα είσαι και οργανωτικός σε υπερθετικό βαθμό, βρίσκεσαι ακόμα περισσότερο εγκλωβισμένος στη συστηματικότητά σου.

Ένα τυπικό ηλιόλουστο πρωϊνό τη μέρα του αγώνα, μας βρήκε να φωτογραφιζόμαστε οι τρεις μας λίγο παρέκει από το χώρο της εκκίνησης. Η μεγάλη στιγμή είχε φτάσει λοιπόν! Δέκα και βάλε χρόνια στριμωγμένα σε μια φωτογραφία, σε μια στιγμή. Για αρχή μόνο, γιατί μετά το μπαμ της εκκίνησης θα είχα κάτι μέρες μπροστά μου για να αναμετρηθώ με όλα αυτά αλλά και με πολλά περισσότερα, που μαζεύτηκαν στην καμπούρα μου τόσα χρόνια. Καιρό πριν φτάσει η μέρα του αγώνα, είχα σκεφτεί πως το TOR που θα αγωνιζόμουν θα ήταν από κάθε άποψη μια επιτομή για τις δεκαετίες που είχαν προηγηθεί για μένα. Ήθελα αυτό το γεγονός να έρθει και να σφραγίσει με το δικό του τρόπο τη δική μου ιστορία. Ίσως η τάξη μεγέθους να ήταν εκείνη που διαμόρφωσε αυτόν το συλλογισμό και μοιραία ανέβασα από μόνος μου πολύ ψηλά τον πήχη που έπρεπε να ξεπεράσω. Όταν ξεκινάς έναν ανήφορο, σκέφτεσαι μόνο πώς θα φτάσεις στο τέλος του, στο πιο ψηλό σημείο, την κορυφή, όχι κάπου στη μέση και μετά να γυρίσεις πίσω! Η στρατηγική μου ήταν «εκτελώ το έργο αγωνιστικά, η ψυχαγωγία δεν έχει χώρο στο TOR»

Οι ελίτ αθλητές μαζεμένοι στην εξέδρα

1 . COURMAYEUR – VALGRISENCHE (Start – 51)

Ψύχραιμος, χωρίς χτυποκάρδια και συναισθηματισμούς –έτσι είχα αποφασίσει να αντιμετωπίσω τη δοκιμασία- πέρασα με το Θωμά μέσα από τα κάγκελα και πίσω από την αψίδα. Η Ασημίνα μας, ως μέλος των ελίτ αθλητών, μας αποχαιρέτησε λίγο νωρίτερα και πήγε να πάρει θέση ακριβώς κάτω από τη γραμμή της εκκίνησης, παρέα με τους υπόλοιπους εκεί, όπως πρόσταζε το πρωτόκολλο. Υπήρχε όμως μεταξύ μας συνεννόηση, ώστε λίγο αργότερα να βρεθούμε και οι τρεις στη διαδρομή και με κάποιο τρόπο και άγνωστο για πόσο χρόνο, να τρέξουμε παρέα. Ήταν προφανές ότι αυτό κάποια στιγμή θα τελείωνε σε έναν αγώνα 100 και βάλε ωρών, απλά κανένας από τους τρεις μας δεν ήξερε πότε. Τουλάχιστον ξέραμε τη στρατηγική που θα ακολουθούσαμε, η οποία μας επέτρεπε να κινηθούμε ομαδικά για την αρχή: αργά το πρώτο μισό και μετά συνεχίζει ο καθένας στο ρυθμό που αντέχει. Βέβαια ακόμα και στα πρώτα 100 μίλια δύσκολα μπορεί να αποδεχτεί κάποιος θεωρητικά ακόμα, ότι αθλητές με ελάχιστη έστω διαφορά δυναμικότητας μπορούν να κινούνται παράλληλα.

Μισή ώρα πριν την εκκίνηση, έτοιμοι και αισιόδοξοι για τη δοκιμασία

Αυτό το “tre–due–uno” των διοργανωτών είχε μια ξεχωριστή σημασία, τόση που απλά προσπάθησα να μην το σκεφτώ ούτε στιγμή, έμοιαζε να μας τρολάρει σε μια προσπάθεια που ήταν αιωνιότητα, συμπαντικό μέγεθος μπροστά στην αντίστροφη μέτρηση των δευτερολέπτων. Μπορούσες μόνο να χαμογελάσεις ακούγοντάς το, γιατί γνώριζες πως ήταν ένας κόκκος άμμου στην έρημο. Τρέξαμε στην αρχή μέσα από τον κεντρικό πεζόδρομο του Κουρμαγιέ, απολαμβάνοντας την ενθάρρυνση των ανθρώπων που είχαν στηθεί δεξιά κι αριστερά και χειροκροτούσαν. Προσπάθησα να σκεφτώ τι σκέφτονταν εκείνοι βλέποντάς ένα ποτάμι ανθρώπων που ξεχύνονταν χαμογελαστοί και γεμάτοι δύναμη ένα ταξίδι αμφίβολο, αβέβαιο και κυρίως πονεμένο! Ένας μάγειρας με σκούφο βγήκε από το εστιατόριό του, ενώθηκε για λίγο μαζί μας κι έτρεξε μερικά μέτρα, δίνοντας κι αυτός έναν τόνο ξεχωριστό στη γιορτή. Μερικές στροφές στους κεντρικούς δρόμους της πανέμορφης κωμόπολης και βρεθήκαμε στο τέρμα του δρόμου στην απέναντι πλευρά της κοιλάδας στο Ντολόν, σε καταπράσινα λιβάδια, εκεί που ξεκινά πλέον ο αγώνας, μπαίνοντας στο μονοπάτι!

Πάνε πολλά χρόνια (από το 2005 στο UTMB), που είχα να δω μπροστά μου τέτοια κοσμοπλημμύρα! Μερικές δεκάδες συναθλητές λίμναζαν στο ξεκίνημα του μονοπατιού και του ανήφορου ταυτόχρονα, δεν αγχώθηκα όμως , είχαμε άπειρο χρόνο και άπειρους άλλους λόγους στην πορεία για να αγχωθούμε. Λίγο πιο εκεί, η ουρά της μυρμηγκοσειράς των αθλητών μεγάλωνε καθώς όλοι εμείς που φτάναμε, προσθέταμε κρίκους σε αυτήν την αλυσίδα. Βήμα στο βήμα, ο ένας πίσω από τον άλλον, με τα μπατόν να χτυπάνε στο χώμα πάνω στο βηματισμό. Έριξα κλεφτή ματιά στο Θωμά πίσω και μπήκα με τη σειρά μου. Ανηφορικές στροφές μέσα στο δάσος και τη σκόνη, είχε μέρες φαίνεται να βρέξει. Όπως συνήθως, κάποιοι ήταν παρέα μεταξύ τους και είχαν ήδη πιάσει την κουβέντα στον ανήφορο. Αν κάποιος δεν ήξερε πόσο μέσα στον αγώνα ήμασταν, μπορούσε να το καταλάβει εύκολα από το βαθμό κοινωνικότητας, που χτυπούσε κόκκινο για κάποιους. Γρήγορα όμως οι γλώσσες μπήκαν μέσα στα στόματα για να ξαναβγούν σε λίγο, για εντελώς διαφορετικό λόγο όμως, αφού ο ανήφορος είχε ξεκινήσει για τα καλά.

Προσπερνούσα δειλά όσους μπροστά είχαν σημειακά πιο αργό ρυθμό, κοιτώντας πάντα όσο μακριά έφτανε το βλέμμα, μήπως πιάσω τη φιγούρα της Ασημίνας αλλά και στα κλεφτά πίσω, για να βεβαιωθώ ότι ο Θωμάς είναι κοντά μου. Δεν πέρασε ώρα και στα νούμερα που ήταν πιασμένα στα σακίδια των αθλητών, είδα σε κάποιο το όνομα JENS. Ναι, ήταν αυτός, ο θρύλος Jens Lukas! Παρακολουθώντας τα τελευταία χρόνια από κοντά το TOR και τις λεπτομέρειές του, θυμόμουν ότι ο σπουδαίος Γερμανός αθλητής είχε αγωνιστεί επανειλημμένα στο TOR και με σημαντικές διακρίσεις μάλιστα. Πώς θα ήταν δυνατόν εξάλλου ένας αθλητής που διέγραψε λαμπρή πορεία στα ultra γενικότερα, να μην αφήσει και εδώ το αποτύπωμά του.

Έτσι λοιπόν έπιασα τον Γιενς και φρόντισα να του συστηθώ, περισσότερο για να γνωρίζει από ποια χώρα ερχόμουν εκεί. Χάρηκε και το κατάλαβα, το Σπάρταθλο σίγουρα τον στιγμάτισε στο παρελθόν. αι στη συνέχεια περάσαμε την κουβέντα από το Σπάρταθλο στο TOR ενώ ταυτόχρονα έχανα από το οπτικό μου πεδίο το Θωμά πίσω αλλά έβαζα στο κάδρο την Ασημίνα που ξεχώριζε στο πλήθος πενήντα μέτρα πιο μπροστά. Ο Γιενς μου έδωσε την πιο κλασική συμβουλή, εκείνη που τελικά δίνουν όλοι όσοι έχουν ξανατρέξει στο TOR: «πήγαινε αργά το πρώτο μισό». Μου είπε και το άλλο όμως: «μην κοιμάσαι πάνω από μισή ώρα, δεν κερδίζεις κάτι». Συγκράτησα και τα δύο, χωρίς όμως να είμαι σίγουρος ότι μπορώ να τα τηρήσω.

Η ουρά των αθλητών ανηφορίζει στο πρώτο διάσελο, το “Col d’ Arp” στη συμβολή της κοντινής πλαγιάς (δεξιά) με την κορυφογραμμή

Προσπεράσαμε αρκετούς ακόμα συναθλητές τρέχοντας πια σε χορταριασμένο χωματόδρομο, που ανηφόριζε γλυκά με πολλά καγκέλια στο διάβα του. Ένιωθα εξαιρετικά και σκεφτόμουν πως όλο αυτό για την ώρα μοιάζει με παιχνιδάκι, στον Όλυμπο είναι πολύ πιο σοβαρές οι κλίσεις. Με αυτά και με ‘κείνα φτάσαμε την Ασημίνα και αποχαιρέτησα τον θρύλο Γιενς, που συνέχιζε σε έναν σταθερά ιδανικό ρυθμό. Την ρώτησα και ήταν εντάξει, είχε βρει το δικό της ρυθμό και πήγαινε σταθερά και με εμπιστοσύνη στον εαυτό της. Κάπου εκεί τέλειωνε και το δάσος και μπροστά μας ανοίχτηκε η θέα στην αλπική ζώνη, με δεκάδες κόσμο απλωμένο μπροστά μας και άλλους τόσους που ξεπρόβαλαν πίσω μας. Μπόρεσα να διακρίνω πολύ πίσω πια τον Θωμά αλλά ήμουν σίγουρος πως λίγο πιο πέρα θα μας έπιανε. Να λοιπόν το “Col Arp” στον ορίζοντα μπροστά μας, το πρώτο Col (=διάσελο) από τα 20 περίπου, που θα έπρεπε να ανέβουμε μέχρι το τέλος. Οι εικόνες που έβλεπα διαδικτυακά το προηγούμενο διάστημα που ετοιμαζόμουν για τον αγώνα, έκαναν το “Col Arp” να μοιάζει στα μάτια μου περίπου σαν το Κ2 των διάσελων, κάτι πολύ σπουδαίο. Όντας ο ίδιος όμως εδώ, μου φάνηκε τόσο απλοϊκό και ασήμαντο, που όταν έφτασα στο πέρασμα χαμογέλασα μόνος μου. Ίσως γιατί δεν ήξερα πως θα είναι τα επόμενα…

Πήρα χαλαρά τον κατήφορο μετά το διάσελο, τον πρώτο μας μέσα στον αγώνα. Τερέν υποδειγματικό, χωμάτινο χωρίς ούτε μια πέτρα, ότι πρέπει για να ξεγελαστεί κάποιος και να φύγει γρήγορα. Κοντοστάθηκα μέχρι να δω την Ασημίνα να ξεπροβάλει στο διάσελο. Άργησε λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω αλλά εμφανίστηκε. Μπροστά μου μια αραιή ουρά ανθρώπων κινούταν με την αρμονία που καθορίζουν τα κατηφορικά μονοπάτια. Έκανα στην άκρη και με πέρασαν αρκετοί, εγώ αφέθηκα να απολαύσω την εικόνα που ξανοιγόταν μπροστά μου, με μια καταπράσινη, ανοιχτή κοιλάδα. Όσο έφτανε το βλέμμα, μικροσκοπικά σημάδια κινούνταν αργά δημιουργώντας ένα όμορφο κλίμα στον θεατή. Μια αθλήτρια με προσπέρασε βιαστικά σε λίγο και στάθηκα να τη χαζεύω, καθώς είχε ανοίξει τα χέρια της σαν πουλί ή αεροπλάνο και κατηφόριζε σαν να πλανάρει, γέρνοντας πότε από εδώ και πότε από εκεί, όπως τα παιδάκια όταν παίζουν μεταξύ τους. Σκέφτηκα πως η προσωπική έκφραση είναι απόλυτα θεμιτή και σεβαστή ως μορφή τέχνης και ακτιβισμού αλλά μάλλον αυτή η κοπέλα δεν θα πήγαινε και πολύ μακριά με τα ψεύτικα φτερά της.  Η Ασημίνα αργούσε να φανεί παρότι καθυστερούσα, το ίδιο κι ο Θωμάς! Εκείνη αντιμετώπιζε έναν μακροχρόνιο τραυματισμό στο γόνατο, που επέβαλε θρησκευτική ευλάβεια στους κατήφορους –θαύμα και το ότι στάθηκε στην εκκίνηση- κι εκείνος κάπου θα σκάλωσε λίγο πιο πίσω στην ουρά που όλο και μεγάλωνε, ούτε με ανησυχούσε όμως. Έτσι, αποφάσισα να φτάσω μόνος πιο κάτω στον πρώτο σταθμό λίγο πιο κάτω και να καθυστερήσω εκεί τσιμπολογώντας τα καλούδια στα τραπέζια. Η θέα ήταν ανοιχτή και θα τους έβλεπα να έρχονται.

Αμέσως μετά το Col d’ Arp αλπικά λιβάδια προς τα ανατολικά, με τον κύριο όγκο του Gran Paradiso στον ορίζοντα

Στα τραπέζια του πρώτου σταθμού στο Yulaz, κάπου έξω από ένα μαντρί, μια ξερολιθιά μες στα αλπικά λιβάδια, ο κόσμος είχε πέσει σαν ένα σμάρι μέλισσες. Είχαν ήδη περάσει 12 χιλιόμετρα (και 2:30 ώρες για μένα) από το ξεκίνημα, άρα ήταν καλοδεχούμενα τα κεράσματα της διοργάνωσης. Το βλέμμα μου ταξίδευε πίσω όσο στάθηκα εκεί αλλά στα 2-3 λεπτά που πέρασαν δεν είδα κανέναν από τους δύο να έρχεται! Με έπιασε το άγχος ότι χάνω πολύτιμο χρόνο. Σε αγώνα των 100 ωρών αγχώθηκα για 3 λεπτά? Και όμως, όταν όλο αυτό το ζεις για πρώτη σου φορά, δεν μπορείς να εκτιμήσεις τα μεγέθη, όσο κι αν στάθηκες επί μέρες νωρίτερα πάνω από νούμερα και σχεδιασμούς. Ο κόσμος έφτανε κι έφευγε διαρκώς εκεί κι αυτό αρκούσε για να με παρασύρει κι εμένα μαζί τους. Αποφάσισα πως μπορεί και να μην εφαρμόζαμε ποτέ το αρχικό σχέδιο που ήθελε να πάμε παρέα και οι τρεις για το πρώτο μισό του αγώνα. Στην πράξη δοκιμάζονται οι ιδέες και δεν πετυχαίνουν πάντα. Πού να φανταζόμουν ότι κάποιες άλλες ιδέες που είχα, θα αποτύχαιναν στη συνέχεια με πάταγο μάλιστα και με τεράστιο κόστος σε χρόνο για μένα. Τα 3 λεπτά έμοιαζαν όχι απλά με παρωνυχίδα αλλά με φάρσα, μια ειρωνεία και μόνο, που ήδη γελούσε πίσω από την πλάτη μου, εξυφαίνοντας τα στραβοπατήματά μου των επόμενων ημερών.

Φεύγοντας έριξα μια κλεφτή ματιά στο «σκονάκι» του σεναρίου των 100 ωρών, που είχα φτιάξει με εξουθενωτική επιμέλεια τις προηγούμενες εβδομάδες στην Ελλάδα. Το σκονάκι έλεγε 2:45 και εγώ αποχωρούσα στο το σταθμό 15 λεπτά νωρίτερα! Ένιωθα όμως διάβολε ξεκούραστος, σαν να είχα βγει για υγιεινό περίπατο στο δάσος, τι στην ευχή… Πήρα στο κατόπι δυο-τρεις μπροστά μου και στην τελευταία στροφή πριν χάσω την εικόνα πίσω μου, κοίταξα αλλά τι να διακρίνεις πια, μόνο κάτι κουκίδες έβλεπα. Το σενάριο «πάμε όλοι παρέα στην αρχή» μόλις είχε λάβει τέλος, εντελώς άδοξα, δεν μπορέσαμε να το υλοποιήσουμε ούτε για ένα δεκάλεπτο. Μπροστά μου κατήφορος σε χωματόδρομους και διάφοροι rookies με τα πόδια στην πλάτη, όπως και άλλοι πιο προσγειωμένοι αλλά γρήγοροι. Το σκηνικό άρχισε πια να μου θυμίζει ελληνική πραγματικότητα: πιο αραιά μεταξύ μας, τρέχαμε σχετικά γρήγορα (σαν σε 80άρι) και κάποιοι συζητούσαν ελέω κατηφόρας. «Εδώ είμαστε, σας έχω!» σκέφτηκα και μπήκα πίσω από ένα μικρό γκρουπ. Μπες-βγες σε δρόμους και μονοπάτια και στο βάθος μια κοιλάδα, βαθιά κοιλάδα που περιτριγυριζόταν από βουνά, ψηλά βουνά. Βουρρρ….

Ψηφιακό απόσπασμα από το “σκονάκι” μας

Μάτι στο σκονάκι, ποιο χωριό είναι εκείνο στο βάθος? Α, το La Thuile, κοντά στο Κ-20, πάμε λοιπόν, έχει σταθμό εκεί! Στα γρήγορα έφτασα κιόλας. Αγώνας βουνού αλλά με πολύ δρόμο, να μην ξεχνιόμαστε. Μια χαρά τον έτρεχα το δρόμο κι ας τον έχω καταργήσει χρόνια τώρα στον Όλυμπο, ως μέρος προπόνησης. Το σώμα δεν ξεχνά τελικά, τα χρόνια μου στους μαραθώνιους κάτι μου άφησαν να θυμάμαι όταν βγαίνω σε δρόμο. Έφτασα στο Θουΐλ και με φούρια μπήκα στο σταθμό, όπου μας περίμεναν ένα σωρό καλούδια. Έπεσα κατευθείαν στο τραπέζι με τα τυριά και τα αλλαντικά, τίμησα και κάτι πορτοκάλια του ιταλικού νότου, κλασσικά και διαχρονικά αναψυκτικά και λόγω προτίμησης, στο απλό και ταπεινό ανθρακούχο νερό, που τόσο περιφρονούμε στην Ελλάδα. Ο σταθμός το Θουΐλ θύμιζε drive-in κατάσταση, έμπαινες τρέχοντας από μία μεριά και έβγαινες από άλλη, πατώντας σε άσφαλτο μέσα! Κοντοστάθηκα στα τραπέζια, όπου ο κόσμος ήταν λιγότερος πια και μετρούσα τους συναθλητές, να δω στα πρόσωπά τους σημάδια κούρασης ή αποφασιστικότητας.

Βγήκα τρέχοντας στην άσφαλτο του πανέμορφου χωριού, με απλωμένα παραδοσιακά σπίτια και βίλες. Άνθρωποι απολάμβαναν τον κυριακάτικο ήλιο, καθισμένοι σε πρασιές και πάρκα, παρέες με τα κατοικίδιά τους αρκετοί, επευφημώντας μας “bravo, bravo”. Μετά το τέλος του χωριού, αρκετοί πεζοπόροι έστεκαν με ευγένεια στην άκρη του μονοπατιού για να περάσουμε. Άνθρωποι με χαμόγελο, συγκατάβαση και διάθεση. Ξεκινώντας τις ανηφόρες και πάλι, βλέπω έναν Ασιάτη συναθλητή να σταματά στην άκρη και να ανοίγει το σακίδιό του, κάτι να πάρει προφανώς. Επιτόπου του ζήτησα κάψουλα ηλεκτρολύτη, μια και λίγο πριν την εκκίνηση είχα διαπιστώσει ότι το δικό μου σακουλάκι με τις κάψουλες κάπου είχε παραπέσει. Ο άνθρωπος χωρίς δεύτερη σκέψη –ευτυχώς είχε- βρήκε στο δευτερόλεπτο το δικό του σακουλάκι και μου πρόσφερε αυτονόητα μια. Είχαν περάσει πάνω από 4 ώρες και σίγουρα τη χρειαζόμουν, μέχρι να πάρω από το εφεδρικό απόθεμα όταν θα έφτανα στο drop-bag μου ώρες αργότερα. Αλληλεγγύη που αν και θα την επεδείκνυε ο καθένας μας σε ανάλογη περίσταση, δεν μπορώ να μην την αναφέρω!

Μπήκαμε για τα καλά στην καρδιά του βουνού πλέον, στις πλαγιές του Γκραν Παραντίζο (Gran Paradiso) του ενός από τους τέσσερις γίγαντες που χάρισαν τον τίτλο τους στον αγώνα. Ο ήλιος είχε φύγει κάπως από το απόγειό του στον ουρανό και εμείς μπαίναμε σιγά-σιγά στο πνεύμα του αγώνα, ο δρόμος μας ήταν πολύ μακρύς και φυσικά ήμασταν ακόμα στο κατώφλι του, ούτε καν είχαμε ανοίξει την πόρτα, μόλις στα 25 πρώτα χιλιόμετρα από τα 350! Η πρώτη πραγματική ανηφόρα μπροστά μας απλώνονταν στην αλπική πλαγιά, με καγκέλια να σκορπίζουν τους αθλητές δεξιά κι αριστερά. «Εδώ είμαστε λοιπόν, βουνό, το ψωμί μας» και πέρασα τους ιμάντες από τα μπατόν σφιχτά στις παλάμες, μετρώντας κόσμο στον ανήφορο. Τώρα πια το μάτι μπορούσε να μετρήσει χωρίς να χάσει το λογαριασμό από το πλήθος. Κάποιους πέρασα μέχρι πάνω, κάποιοι με πέρασαν, ελάχιστοι και οι μεν και οι δε.

Φτάνοντας στο καταφύγιο Deffeyes στο Κ-28. Τα χιόνια στο βάθος είναι το Gran Paradiso

Στον επόμενο σταθμό, βουνίσια πράγματα! Καταφύγιο Ντεφεγιέ, στα 2500 μέτρα, σε καθαρά αλπικό τοπίο. Ο πάγκος του αγώνα λίγο παρακεί, πνιγμένος στους αθλητές! Γιατί? Αφού πέρασε χρόνος και απόσταση, δεν θα έπρεπε να έχει μειωθεί η κοσμοσυρροή? Πολύ απλά, όσοι έφταναν εδώ έπαιρναν ανάσες, άρα ξόδευαν χρόνο, συνεπώς δημιουργούσαν πολυκοσμία. Άρπαξα στα κλεφτά κάτι από τα πανέρια και την κοπάνησα κατευθείαν, δεν ήταν μέρος για να σταματήσεις. Θα πρέπει να πέρασα πάνω από 20 συναθλητές εκεί, έτσι χωρίς να χρειαστεί να ανοίξει μύτη από προσπεράσεις στο μονοπάτι. Ο πιο σίγουρος τρόπος να κερδίζεις θέσεις –και χρόνο- στο TOR, είναι να ξοδεύεις λιγότερο χρόνο καθυστέρησης από τους άλλους! Αρκεί να σου μείνει στο μυαλό αυτή η αρχή και να μην την παραβλέψεις από κάποια στιγμή και μετά, ολίσθημα στο οποίο υπέπεσα στη συνέχεια του αγώνα, άλλοτε ακούσια και άλλοτε συνειδητά, ότι χειρότερο.

Έριξα την κλεφτή μου ματιά στο σκονάκι, ήμουν μία ώρα και βάλε μπροστά από το πλάνο! Ή ήμουν υπερβολικά συντηρητικός στο σχεδιασμό ή το παράκανα στον αγώνα χωρίς να πάρω χαμπάρι τι μου γίνεται. Φυσικά, όντας ακόμα ξεκούραστος, πάντα σκέφτεσαι πόσο επιφυλακτικός γίνεσαι όταν είσαι μακριά από την πράξη και απλά διαχειρίζεσαι αριθμούς με ένα κομπιουτεράκι σε ένα γραφείο και μια κούπα καφέ από δίπλα.

Έφυγα μπαίνοντας σε εξαιρετικά ενδιαφέρον πεδίο, με ρυάκια από δίπλα μας και φυσικά δεν έχασα την ευκαιρία να σκύψω για λίγο και να πιω, το νερό κρύσταλλο και παγωμένο, έως επικίνδυνα. Πιο πέρα, τεράστια κουβάρια βράχων μας ανάγκαζαν να κάνουμε λεπτές κινήσεις για να περάσουμε πηδώντας από το ένα στο άλλο. Είπαμε, πάνω στο ίχνος της “Alta Via” (εθνικό μονοπάτι) η διαδρομή του TOR αλλά το μονοπάτι είναι στρωμένο με βράχους, ποτέ με ροδοπέταλα ή άσφαλτο τέλος πάντων. Κι άλλη ανηφόρα μπροστά μας, πάμε για Haute Pass ή Passo Alto ιταλιστί, διαλέγεις και παίρνεις τι σου κάνει, τελικά όμως αυτή είναι και η κουλτούρα της περιοχής της Αόστα, το χαρμάνι των δύο γλωσσών! Πόσο όμορφο όλο αυτό και πόσο θα ήθελα να μπορούμε κι εμείς σε αυτά τα ταραγμένα Βαλκάνια να έχουμε αυτήν την πολυτέλεια να μοιραζόμαστε κουλτούρες χωρίς τον κίνδυνο να γίνουμε βορά του εξ ανατολής αναθεωρητισμού.

Ανεβαίνοντας στο Col Crosatie, στο Κ-40. Η αθλήτρια 289 της φωτογραφίας, Γιαπωνέζα Saki Nakamura,τερμάτισε σε 125:53

Όμορφος κατήφορος μετά τα 2850 του Passo Alto αλλά και έντονο κρύο πλέον, στην απόσκια πλευρά της πλαγιάς, την ανατολική. Στο βάθος κάτω οι ακτίνες του ήλιου μας υπόσχονταν ένα γενναίο encore στο ηλιόλουτρο που απολαμβάναμε μέχρι τώρα, εξάλλου θέλαμε κανένα 3ωρο ακόμα για να δύσει ο ήλιος. Στον επόμενο μικρό σταθμό (Ζαπέλι) στο Κ-33 στάθηκα λίγο παραπάνω, για να γεμίσω φλασκιά με νερό και να φάω, ένιωθα την ανάγκη πια μετά από 6:30 ώρες να φάω κάτι παραπάνω κι έτσι άφησα στην άκρη τις ντροπές και ανακατεύτηκα με το μικρό πλήθος τσιμπολογώντας δυο και τρεις φορές πριν φύγω. Το στομάχι άδειο και γερό ακόμα, σήκωνε τα πάντα! Φεύγοντας, διαπίστωσα ότι παραδίπλα έτρεχε νερό πηγής από μια σωλήνα. Όπως είχα γεμίσει τα φλασκιά με εμφιαλωμένο, τα άδειασα επιτόπου και τα ξαναγέμισα με παγωμένο, φρέσκο από την πηγή! Το δόγμα μου είναι πως το εμφιαλωμένο το χρησιμοποιούμε μόνο όταν τελειώσει το φρέσκο από τις πηγές.

Φεύγοντας, θυμήθηκα να κοιτάξω πίσω αλλά δεν έτρεφα πλέον ελπίδες ότι θα δω το Θωμά ή την Ασημίνα, παρότι ο Θωμάς είναι πιο δυνατός αθλητής από μένα. Ο λόγος, ήταν πως όντας συστηματικός και συνεπής σε προγραμματισμούς, ο Θωμάς θα πήγαινε by-the-book, όπως το είχε δηλώσει εξάλλου, άρα θα πρέπει να ήταν τουλάχιστον μία ώρα πιο πίσω. Είχα τη δυνατότητα και την αξιοποίησα αργότερα μες στον αγώνα, να βλέπω από το κινητό μου το live της διοργάνωσης, για να παρακολουθώ την πορεία των δύο ανθρώπων μου, για την ώρα όμως όλα εξελίσσονταν καταιγιστικά, χώρια που στην καρδιά των βουνών δεν υπήρχε 4G για να μπορώ να έχω πρόσβαση.

Μπροστά μου το επόμενο διάσελο, το Col Crosatie (Κροζατί) στα 2800 κάτι. Μια υπέροχη ανάβαση 3 χιλιομέτρων και 800 ανάβασης σε αλπικό φυσικά πεδίο. Μετρώ αθλητές μπροστά, μόνο μπροστά! Κι όταν πήρα για τα καλά τον ανήφορο άρχισα να κοιτώ περισσότερο προς τα πίσω για τον Θωμά όμως πλέον, πήγαινα γρήγορα και η Ασημίνα δεν θα ακολουθούσε στα σίγουρα αυτόν το ρυθμό. Εκ των υστέρων, έχοντας τελειώσει ο αγώνας, διαπίστωσα πως ο Θωμάς πέρασε από εκεί 10 λεπτά μετά από μένα, άρα δεν υπήρχε περίπτωση να τον διακρίνω όσο μακριά κι αν έφτανε το βλέμμα στη γυμνή πλαγιά! Μικρά γκρουπάκια 3-4 αθλητών κρατούσαν ρυθμό μπροστά και πίσω μου. Αποφάσισα να μην ενσωματωθώ σε κανένα από αυτά, θα κρατούσα τον δικό μου αποκλειστικά ρυθμό. Διαπίστωσα πως κάποιοι μάλλον το παραέκαναν και με προσπερνούσαν σταδιακά ή με εξωθούσαν έμμεσα να ανεβάσω ρυθμό. Ή μήπως όχι? Μήπως εγώ άρχισα να φθείρομαι σταδιακά? Μάλλον όχι, σκέφτηκα και στην τελική ανάλυση ήμουν ήδη πολύ μπροστά από το σχεδιασμό μας. Ή είμαι σε λάθος μέρος της κούρσας ή λάθος κάνουν ετούτοι που πάνε τόσο γρήγορα, η γνωστή θεωρία με το «στραβό γιαλό». Γεροί ανήφοροι μπροστά μου, οι πρώτοι σοβαροί μέσα στον αγώνα, μέχρι και κάποια σχοινιά για υποβοήθηση στα πιο απότομα σημεία της ανάβασης.

O τύμβος (cairn) του Col Crosatie στο Κ-41

Κάποια στιγμή έφτασε και το τέλος αυτής της ανάβασης, της 3ης από τις 16 της διαδρομής. Το ενδιαφέρον στη διαδρομή του TOR, είναι πως πάνω στα μονοπάτια που ακολουθεί (Alta Via 1 & Alta Via 2) σε κάθε διάσελο, υπάρχει ένας χτισμένος «τύμβος» ή «κούκος» όπως το ονομάζουμε στην Ελλάδα (cairn στα αγγλικά), μια όμορφη κατασκευή ξερολιθιάς, που σηματοδοτεί το διάσελο, φέροντας τη σχετική πινακίδα που πληροφορεί τον πεζοπόρο πού βρίσκεται ακριβώς! Ταυτόχρονα είναι και αδιάσειστο τεκμήριο παρουσίας κάποιου στο σημείο, γι’ αυτό και αυτοφωτογραφιζόμουν σε αρκετά από τα col που περνούσε η διαδρομή. Οι τύμβοι του TOR είναι μια ατραξιόν για τους αθλητές που συμμετέχουν στον αγώνα και σε αυτά τα σημεία έχουν τραβηχτεί μερικές από τις πιο εμβληματικές φωτογραφίες της διοργάνωσης. Στην κορφή του Col Crosatie δυο εθελοντές δέρνονταν από τον αέρα, για να μπορούν να ελέγχουν τη ροή των αθλητών, να είναι το μάτι της διοργάνωσης. Τους λυπήθηκα, ξέροντας ότι είχαν να μείνουν εκεί τουλάχιστον μέχρι να σκοτεινιάσει. Μια γρήγορη φωτογραφία με το κινητό και στα γρήγορα φευγιό στον κατήφορο, για πιο χαμηλά και λιγότερο κρύα υψόμετρα.

Η αλπική λίμνη Lac du Fond του Gran Paradiso massif, κατηφορίζοντας από το Col Crosatie προς το Planaval

Μπροστά μου δυο-τρεις εντυπωσιακές αλπικές λίμνες και στο βάθος οι ψηλές κορυφές του Γκραν Παραντίζο, έδιναν έναν ξεχωριστό τόνο στο απογευματινό φως του ήλιου και οι σκιές όλο και μεγάλωναν, η σκόνη όμως από όλους εμάς που κατηφορίζαμε δημιουργούσε ένα αλλόκοσμο σκηνικό κόντρα στις ακτίνες του ήλιου που χτυπούσαν στα μάτια. Κάτω από αυτές τις συνθήκες φωτισμού, άδραξα την ευκαιρία να τραβήξω λίγες ακόμα φωτογραφίες με τις μοναδικές αυτές εικόνες στα μάτια μου. Κάποιοι μπροστά μου κουβέντιαζαν ακόμα στα ιταλικά, ένδειξη της ιδιοσυγκρασίας του λαού αλλά και της πυκνότητας των ιταλών αθλητών στον αγώνα, που σύμφωνα με τους κανονισμούς καλύπτουν το 40% του συνόλου, δηλαδή φέτος οι 400 περίπου ήταν Ιταλοί.

Τα περάσματά μου στο πρώτο τμήμα του αγώνα (Courmayeur-Vagrisenche)

Οι γυναίκες του αγώνα, αυτές τουλάχιστον που εγώ έβλεπα στο δικό μου ρυθμό, έδειχναν συγκροτημένες και είχαν σταθερό και δυναμικό ρυθμό στην κίνησή τους. Η εμφάνιση αρκετών από τους αθλητές γενικότερα δεν σε προϊδέαζε για τη δυναμικότητά τους, μόνο ο αριθμός αγώνα (bib) μας «πρόδιδε» αναφορικά με τη δυναμικότητά μας, καθώς η διοργάνωση αριθμοδότησε τους αθλητές με βάση τη βαθμολογία τους στην ITRA. Όχι όλους, ο κανόνας όμως ήταν αυτός. Έτσι, έβλεπες ένα νούμερο στην πλάτη του μπροστινού σου και ήξερες πάνω-κάτω τι ήταν σε θέση να κάνει. Φυσικά, κρίνοντας από το αποτέλεσμα, αρκετοί τα πήγαν καλύτερα στο TOR από το επίπεδό τους και αρκετοί χειρότερα, άρα ο αριθμός ήταν μια ένδειξη και μόνο. Πλησιάζοντας στο επόμενο χωριό-σταθμό, το Planaval, θυμάμαι ότι συνάντησα τον αθλητή με το αμέσως επόμενο νούμερο από το δικό μου (96) και χαιρετηθήκαμε, σαν κάτι ιδιαίτερο να μας συνέδεε, ε και δεν ήταν και λάθος αυτό, τέτοιες συμπτώσεις δεν περνούν απαρατήρητες. Πάντα όμως όλοι τους οι αθλητές, όσους κι αν συνάντησα σε όλον τον αγώνα, ήταν ευγενικοί και με διάθεση να ανοίξουν κουβέντα, αν είχες κι εσύ!

Το τέρμα του κατήφορου μας έφερε στο Planaval, ένα σχεδόν παραμυθένιο χωριό, χτισμένο ανάμεσα σε τεράστια καταπράσινα λιβάδια, κάτω από τις απόκρημνες πλαγιές του βουνού, με έναν μεγάλο καταρράκτη να έρχεται κατευθείαν από τους παγετώνες του Gran Paradiso και να πέφτει πάνω από τα κεφάλια των κατοίκων του γραφικού αυτού χωριού. Μπήκαμε ουρά 7-8 αθλητές και πέρασα στα γρήγορα το σταθμό συνεχίζοντας να τρέχω στην άσφαλτο που ξεκινούσε από εκεί, με μηδενικές σχεδόν κλίσεις. Είχαν περάσει 9 ώρες αγώνα και 46 χιλιόμετρα με 3 μεγάλα διάσελα και 3700 μέτρα ανάβασης. Ένιωθα καλά και έτρεχα αβίαστα. Η ώρα ήταν 7 το απόγευμα και ο ήλιος είχε χαθεί οριστικά πίσω από τις θεόρατες πλαγιές. Το σκονάκι μου έγραφε 10:30 για εδώ, άρα ήμουν 1:30 ώρα νωρίτερα. Έπρεπε να ανησυχώ άραγε? Εγώ εκείνο που σκέφτηκα για τελευταία φορά ήταν πως ο Θωμάς και η Ασημίνα έχουν μείνει πολύ πίσω αλλά πλέον δεν υπήρχε δρόμος «επιστροφής» σε άλλο ρυθμό για μένα.

Μπαίνοντας στο Planaval στο Κ-45

Βγήκα σε κεντρικό αυτοκινητόδρομο για λίγο και ξαφνικά ένιωσα τον αέρα ενός αθλητή που με έφτανε με γοργό ρυθμό. Με έφτασε πράγματι και με ρώτησε αν πάμε σωστά. Έτρεχε πραγματικά γρήγορα και μόλις με προσπέρασε είδα πως φορούσε 4ψήφιο νούμερο. Ήταν λοιπόν ο πρώτος αθλητής από το δεύτερο γκρουπ εκκίνησης, που ξεκίνησε τον αγώνα δύο ώρες μετά από εμάς, άρα ο συγκεκριμένος είχε φτάσει στις 7 ώρες στο σταθμό όπου εγώ έφτασα στις 9. Τον ακολούθησα για λίγο αλλά σύντομα κατάλαβα πως και μάταιος κόπος ήταν για μένα αλλά και κακό στον εαυτό μου θα έκανα και έκοψα όσο ήταν καιρός. Το σκηνικό ήταν ελαφρά σουρεαλιστικό, με αυτοκίνητα να περνούν πέρα-δώθε κι εμάς να τρέχουμε δίπλα από την άσφαλτο, όταν πριν από λίγο χοροπηδούσαμε σε απόκρημνα μονοπάτια. Ευτυχώς όμως, ο σουρεαλισμός διήρκεσε περίπου μισό χιλιόμετρο, μετά τα κίτρινα σημαιάκια του TOR μας έστειλαν αριστερά του δρόμου, σε λιβάδια και μια ρηχή ρεματιά που δέσποζε εκεί.

Σε 3-4 χιλιόμετρα θα φτάναμε στον πρώτο κεντρικό σταθμό (Base Vita ή Life Base) του αγώνα, από τους έξι στο σύνολο, οπότε έπρεπε να σκεφτώ τι χρειάζομαι να κάνω, για να μην καθυστερώ άσκοπα εκεί. Συμβουλεύτηκα το άλλο σκονάκι που είχα πάνω μου, ένα πλαστικοποιημένο χαρτάκι με αριθμημένες δέκα ενέργειες που πρέπει να ελέγχουμε στους έξι βασικούς σταθμούς, όπου και οι σάκοι ανεφοδιασμού. Ο ρόλος από ετούτο το σκονάκι ήταν να σου θυμίζει πράγματα όταν μετά από 3-4 μέρες, η εγκεφαλική λειτουργία έχει εξασθενίσει και ενδέχεται να ξεχάσεις ζωτικά πράγματα. Το πιο βασικό ήταν ότι αμέσως μετά από τον κεντρικό σταθμό θα μπαίναμε στη νύχτα, οπότε χρειαζόμουν ρούχα. Κι αν υπολογίσω πως μέχρι την άλλη μέρα το πρωί θα έχω περάσει και το ψηλότερο σημείο ολόκληρης της διαδρομής, τότε θα πρέπει να σφηνώσω στο σακίδιό μου κάτι παραπάνω, όπως γάντια, σκούφο, μπουφάν, παντελόνι μακρύ. Θα χωρέσουν όλα αυτά σε ένα σακίδιο που λέει ότι χωράει 18 λίτρα αλλά όπως το έβλεπα, μάλλον τα μισά έπαιρνε.

Στις ανηφόρες για το Col Cosatie μετά το Promoud στο Κ-40. Η αθλήτρια της φωτογραφίας (300) Teresa Mustica, τερμάτισε σε 105:08

Να, από εκεί πάμε, επιτέλους φτάνω στον πρώτο βασικό σταθμό, στο Βαλιγκρισάνς (Valgrisenche), 50 μέτρα με χωρίζουν, φαίνεται ο κόσμος μαζεμένος απέξω. Κι εκεί που παίρνω μια κλειστή στροφή και το βλέμμα μου γυρίζει προς τα πίσω, ξαφνικά μου χαμογελά ο Θωμάς, απίστευτο! Χαθήκαμε στο 20λεπτο από την εκκίνηση και ξαναβρισκόμαστε εννέα ώρες αργότερα, τι όμορφη έκπληξη! «Πού χάθηκες?» με ρωτά, «έτρεχα για να σε προλάβω αλλά δεν φαινόσουν πουθενά». Ο καλός μου φίλος με βρήκε στην κατάλληλη στιγμή. «Η Ασημίνα που είναι?» το πρώτο που τον ρώτησα. Την είχε περάσει πολύ πιο πίσω και δεν ήξερε περισσότερα. Σε δευτερόλεπτα ήμασταν μπροστά στο χώρο που η διοργάνωση μοιράζει τα drop-bags. Πήραμε τα κίτρινα «τσουβάλια» μας και πιάσαμε ένα τραπέζι εκεί κοντά. Δίπλα μας ο πάγκος με τα φαγητά, κάθε λογής καλούδι. Ανοίγουμε στα γρήγορα τους σάκους και προσπαθούμε να μη χρονοτριβούμε. Μπαταρίες, φακούς, ρούχα, χάπια, μπάρες, φλασκιά. Τα πόδια μας μετά από αυτές τις πρώτες 10 ώρες δεν είχαν τίποτα, ήταν μια χαρά! Μπροστά μας είχαμε μια μεγάλη νύχτα και ένα εξαιρετικά απαιτητικό τμήμα της διαδρομής για τα επόμενα 60 χιλιόμετρα, με 3 σοβαρά διάσελα, ανάμεσά τους και τα δύο ψηλότερα στο σύνολο της διαδρομής του αγώνα. Ήταν ευτύχημα ότι θα περνάγαμε παρέα αυτήν τη νύχτα.

Στιγμές χαράς με τον πάντα ευδιάθετο φίλο μας Francesco Turra στον πρώτο κεντρικό σταθμό (Valgrisenche K-51). Ο Francesco τερμάτισε τον αγώνα σε 121:30

Κι εκεί που προσπαθούμε να φάμε κάτι, να και ο Φραντσέσκο, ο Ιταλός φίλος μας, με τον οποίον ήμασταν παρέα χτες βράδυ! Γνωριστήκαμε το καλοκαίρι, όταν ήρθε στον Mythical για να αγωνιστεί εκεί. Φίλος της Ασημίνας, είχαν τρέξει παρέα μεγάλο μέρος του TOR το 2019, φέτος του μίλησε για τον Mythical και αυτός ήρθε για να γνωρίσει τα ελληνικά βουνά. Μες στα χαμόγελα και με διάθεση για χιούμορ όπως πάντα ο Φραντσέσκο. Μεσολάβησε στα γρήγορα για εμάς λόγω γλώσσας, ώστε να φάμε αυτό που θα θέλαμε. Πήρε μια μπύρα εκείνος και τον ακολούθησα, τσουγκρίσαμε τα πλαστικά μας κύπελλα –αρκεί να έχεις διάθεση και το πρωτόκολλο ξεπερνιέται εύκολα- και ευχηθήκαμε καλόν αγώνα ο ένας στον άλλον. Άβολα όλα όμως τριγύρω μας, ενώ ο κόσμος που έφτανε αυξανόταν και ο χώρος λιγόστευε. Α, να κι ο Μποσατέλι, τοπικός ήρωας και νικητής του TOR δύο φορές μέχρι τώρα! «Έϊ Μπος» τον φωνάζει ο Φραντσέσκο κι εκείνος γυρίζει και απαντά αμέσως. Με εντυπωσιάζει αυτή η αυθόρμητη και πηγαία οικειότητα ανάμεσα στους απλούς αθλητές και στους ελίτ, όλοι δείχνουν ισότιμοι. Κι αυτό το είχα ήδη διαπιστώσει και τις μέρες πριν τον αγώνα. Μου άρεσε πολύ όλο αυτό το κλίμα συναδέλφωσης, ήταν μακριά από το ελληνικό φατριακό σύστημα, που δυστυχώς λίγη ώρα αργότερα σε αυτό εδώ το σημείο, έδειξε για μια ακόμα φορά –ας ελπίσω από τις τελευταίες- τα δόντια του, με ένα ανεπίτρεπτο επεισόδιο αθλητή εναντίον αθλητή, ελληνικού δυστυχώς ενδιαφέροντος (καταφέραμε να εξαγάγουμε τη μιζέρια μας και στο TOR).

Συνεχίζεται…