Η μεγάλη στιγμή είχε φτάσει. Ήταν η δικιά μου D-Day. Σαμονί, γαλλικές Άλπεις, 26 Αυγούστου 2005. Ένας από τους χιλιάδες στρατιώτες που θα εφορμούσαν προς το βουνό μόλις έπεφταν οι μπουκαπόρτες της εκκίνησης. Αρκετές εκατοντάδες χιλιόμετρα πιο νότια από το πραγματικό θέατρο των ηρώων του 1945 στη Νορμανδία, εμείς οι ανήσυχοι αλλά καλοζωισμένοι δραπέτες του πεπρωμένου μας, ψάχνουμε για νέες δοκιμασίες, κάτι καινούργιο να μας φτάσει στα όρια, κάτι να ζήσουμε τη χαμένη κόλαση, αυτή που δεν γνωρίσαμε. Σακίδιο στην πλάτη και μπατόν έτοιμα να καρφώσουν τον ανήφορο-θηρίο κατευθείαν στην καρδιά, ο ‘ευρωπαίος’ Αη-Γιώργης σε πεζοπόρα έκδοση με δύο ρομφαίες στα χέρια. Ψύχραιμος και αφελής χάζευα τα πλήθη των αθλητών τριγύρω μου, στο «μαντρί» της εκκίνησης. Τι νούμερο φοράει αυτός? Είναι μικρό? (οι καλοί είχαν μικρά νούμερα). Πώς σου φαίνεται εκείνος? Δες αυτόν τι φοράει… πω-πω, πόσο πίσω είμαστε στην Ελλάδα από εξοπλισμό ακόμα και σήμερα (κοινοτυπία). Και ξαφνικά η ‘βόμβα’ ρίχτηκε απ τα ηχεία: μουσική απ τα Ιμαλάια. Δεν ήμουν βέβαιος αν με εξιτάρισε ή μου έκοψε τα γόνατα, όμως κάτι έγινε μέσα μου. Ασυναίσθητα έστρεψα το βλέμμα μου πρώτα προς τον Δημήτρη –που με κοίταξε σαν το βλέμμα του να πέρασε απ’ την άλλη μεριά- και μετά προς τα βουνά, ψάχνοντας να βρω αυτό που μας έταζε (εμάς τους δύο τουλάχιστον) η μελωδία.

Ξαναγύρισα γρήγορα εκεί απ’ όπου απογειώθηκα καθώς δεν κατάφερα να ταξιδέψω μακριά και βρήκα τον κόσμο γύρω μου να «μπαίνει στην πρίζα» καθώς ο χρόνος λιγόστευε. Αρκετά κοντά μας αλλά έξω απ’ τα κάγκελα, οι φίλοι μας, κάπου-κάπου μας έκλειναν το μάτι χαμογελώντας για κουράγιο. Ένιωθα σαν να ξεκινούσα ταξίδι κι όχι αγώνα –παράξενο συναίσθημα. Ο Παναγιώτης είχε χαθεί λίγο νωρίτερα, όταν μας άφησε για να μπει στο «μαντρί» με τους αγωνιζόμενους. Κοίταξα γύρω αλλά μάταια. Ποιος ξέρει πότε θα τον ξαναβρίσκαμε… Σκαρφαλωμένοι στην εξέδρα της εκκίνησης οι συντελεστές του αγώνα ζέσταιναν τις μηχανές των αθλητών από κάτω, με τα ξεσηκωτικά συνθήματά τους: «ο πιο μεγάλος αγώνας trail στην Ευρώπη» κλπ. Το πάρτι είχε αρχίσει. Κάποιος να πατήσει το κουμπί. Ναι!!! Φύγαμε… Μετά από 5 λεπτά αναμονής πίσω απ’ την αψίδα καταφέραμε να περάσουμε τη γραμμή-χωνί της εκκίνησης και να ξεκινήσουμε κι εμείς, όταν οι πρώτοι είχαν ήδη συμπληρώσει ένα ολόκληρο χιλιόμετρο διαδρομής! Δεν πειράζει, ας είναι, πέντε λεπτά δεν είναι τίποτα, τόσες ώρες θα είμαστε στο βουνό. Δώσαμε τα χέρια με το Δημήτρη «άντε, καλό αγώνα». Είχαμε αποφασίσει να κάνουμε όλο τον αγώνα μαζί, βήμα-βήμα και αυτό ήταν η επόμενη μεγάλη δέσμευση μετά απ’ αυτήν του τερματισμού.

Οι χιλιάδες άνθρωποι που μας χειροκροτούσαν στα πρώτα χιλιόμετρα ήταν ότι καλύτερο για να τονώσουμε το μουδιασμένο αγωνιστικό ηθικό μας, ξένοι στην πόλη. Προσπερνούσαμε αθλητές συνεχώς, από την εκκίνηση και μέχρι το διάσελο Voza (KM-13) για περισσότερο από μιάμιση ώρα, μέχρι που σκοτείνιασε πια. Τότε ήταν που καταφέραμε να βρεθούμε από τη θέση 1500 (περίπου) τα εκκίνησης στη θέση 250! Περάσαμε από απίθανα σκηνικά, με μπάντες να παίζουν, με μασκαρεμένους αθλητές που έκαναν την υπέρβαση, τρέχοντας με περούκες, κελεμπίες και αξεσουάρ κλόουν. Συγχαρητήρια παιδιά μας φτιάξατε το κέφι! Μαμάδες με τα μωρά στην αγκαλιά είχαν σηκώσει κι ένα χαρτόνι που θα εμψύχωνε τον μπαμπά –αν κατάφερνε να το δει μέσα στο γενικό χαμό. Εντυπωσιάστηκα από το πόσοι άνθρωποι μπορούν τελικά να χωρέσουν σ ένα στενό δασόδρομο, τόσο κατά πλάτος όσο και κατά μήκος. Συζητάμε με το Δημήτρη φωναχτά ενώ δίπλα μας κυριαρχεί η σιωπή ανάμεσα στους συναθλητές. Χαιρετώ κάποιους Ισπανούς, μου ανταποδίδουν και προσπερνώντας τους ακούω να λένε μεταξύ τους για την εθνικότητά μας. Εκείνοι που κυριαρχούν πάντως είναι οι Γάλλοι, μέσα κι έξω απ τον αγώνα.

Ο κόσμος σχεδόν παραληρούσε στις άκρες του δρόμου. «Είμαστε σε αγώνα με ευρωπαίους θεατές, αυτό είναι, αξίζει τον κόπο» σκέφτηκα. Στο Les Houches (KM-8) μια μπάντα έπαιζε με κέφι ρυθμούς χαρούμενους –βραζιλιάνικους? Δεν κατάφερα να συγκρατήσω, αφού είχα αρχίσει να θολώνω λίγο, λίγο- και οι αθλητές ανταποκρίνονταν στον ενθουσιασμό του κόσμου. Τα μπατόν άρχισαν να βγαίνουν απ τα σακίδια, καθώς ξεκινούσε ο πρώτος ανήφορος στο δάσος έξω απ το χωριό. «Πέρνα Δημήτρη, πέρνα» του φώναζα μόλις διέκρινα μια ‘τρύπα’ στον όγκο των αθλητών που καταλάμβαναν το στενό χωματόδρομο απ τη μια άκρη στην άλλη. Βγήκαμε ανηφορίζοντας στο διάσελο Voza, στον πρώτο Σταθμό. «Είμαστε 1:40» λέω «πολύ καλύτερα απ τον προγραμματισμό μας». Ρουφάω λίγη Cola και νερό. Ο Δημήτρης μου πασάρει σοκολάτα, τρώω λίγη. «Φύγαμε» προστάζω τον εαυτό μου και κυλάμε στον κατήφορο. Το ελικόπτερο έκοβε τις τελευταίες βόλτες πάνω απ τα κεφάλια μας και τραβούσε πλάνα. Σούπερ! Και οι ορδές των αθλητών ανηφόριζαν πίσω μας απ την άλλη πλευρά του διάσελου, ίδιος ο στρατός του Αννίβα.

Πέφτει το σκοτάδι και οι φακοί ανάβουν ο ένας μετά τον άλλο. Στρίψε από εδώ, τώρα από εκεί, κυνήγα εκείνον εκεί μπροστά, κόλα πίσω απ αυτόν, πέρνα τους αυτούς αργούν και πάει λέγοντας. Μπαίνουμε ‘εφενός ζυγού’ στο πρώτο μονοπάτι στο δάσος. Τα μπατόν πηγαινοέρχονται μπρος-πίσω με κινήσεις ακριβείας. Οι 9 στους 10 τρέχουν με μπατόν.

Στις 3 ώρες μπαίνουμε στο χωριό Contamines. Ενθουσιασμός, τρέλα. Παραταγμένοι θεατές δεξιά κι αριστερά του δρόμου επευφημούν τους πάντες, καθώς περνούν από μπροστά τους. Χαρτόνια που γράφουν ‘προσωπικά μηνύματα’ για κάποιους, έχουν ονόματα πάνω και τους περιμένουν να περάσουν. «Γεια σου ρε Ευρώπη…» Μάνες με καροτσάκια και μωρά, στέκουν στην άκρη να χειροκροτήσουν κι εδώ τον μπαμπά (θα τους δει κι ας νύχτωσε). Γέροι, πιτσιρικάδες, έφηβοι, όλος ο κόσμος στο δρόμο. Στην έξοδο του χωριού ένας πιτσιρίκος με κάνει να δακρύσω (ακόμα και τώρα που το θυμάμαι). Κρατάει ένα χαρτόνι πιο μεγάλο απ τον ίδιο που πάνω του γράφει «Κουράγιο». Και φωνάζει κι ο ίδιος «κουράγιο, κουράγιο». «Θα τερματίσω τον αγώνα και για τον πιτσιρίκο» σκέφτομαι λίγο πιο πέρα «του το χρωστάω».

Μαύρα σκοτάδια. «Πώς πάμε?» ρωτάω τον Δημήτρη «Μια χαρά» μου απαντά. Άμα δε βλέπεις τι γίνεται γύρω σου μια χαρά πας. Ανηφορίζουμε στο δάσος και ένας παράξενος, απροσδιόριστος ήχος μας πλησιάζει. Φτάνουμε σ ένα ξέφωτο που μια μεγάλη ομάδα νέων ανθρώπων έχει στήσει ψησταριές και τα περνάει υπέροχα. Ακούνε μουσική, πίνουν μπύρες και φωνάζουν όσο πιο δυνατά μπορούν τη στιγμή που περνάμε από μπροστά τους, γονατισμένοι δίπλα από τα πόδια μας σε απόσταση αναπνοής. Σίγουρα βοηθάει! Στον ανήφορο για το διάσελο του Bonhomme γίνεται ένας χαμός. Προσπερνάμε ένα μικρό “forest-bar” (όπως θα λέγαμε beach-bar στη χώρα μας) κι ένας μου απλώνει ένα κύπελλο με ζεστό κόκκινο υγρό «Τσάι?» τον ρωτάω, «Όχι ζεστό κρασί, πιες το κάνει καλό». «Θα αστειεύεσαι» του χαμογελάω, μου χαμογελάει κι αυτός.

Ώρα μετά, μέσα στα σκοτάδια, στρέφω πίσω το βλέμμα μου για μια στιγμή πίσω σαν τη βιβλική κυρία Λωτ που έκανε το περίφημο ιστορικό λάθος. Μένω για δευτερόλεπτα σαν στήλη άλατος: εκατοντάδες μικρά φωτάκια κάτω χαμηλά κινούνται ανεπαίσθητα μέσα στο σκοτάδι και μας δείχνουν σε φωτεινό σχέδιο τη διαδρομή που ακολουθήσαμε τα τελευταία 3-4 χιλιόμετρα. Μου θύμισαν προσκυνητές που περπατάνε μέσα στη νύχτα πηγαίνοντας για το τάμα. «Όλοι αυτοί έρχονται κατά πάνω μας, μη σταματάς» λέω χαριτολογώντας στον Δημήτρη. Προσπεράσεις επί προσπεράσεων. Μοιάζουμε να είμαστε πολύ δυνατοί και είμαστε απ αυτούς που μόνο περνούν. Μένω εντυπωσιασμένος από την απόδοσή μας, μέχρι το τέλος της ανάβασης στα 2500+ (Col Bonhomme) προσπερνάμε πάνω από 50 αθλητές! Όμως μια υποψία διαπερνά στιγμιαία την ευφορία μου: μήπως είμαστε υπερβολικοί για το ξεκίνημα, είναι δυνατόν να συνεχίσουμε έτσι?

Κατηφορίζουμε για το Chapieux και αρχίζουν κάποιοι να μας προσπερνούν. Δεν είναι η κατηφόρα το καλύτερό μου. Κάθε τόσο κιόλας πρέπει να σταματώ να βγάζω μικρά πετραδάκια από τα παπούτσια μου, που τα ίδια ευθύνονται γι αυτό, εξαιτίας του grip της σόλας. Έπρεπε να είχα φορέσει γκέτες, όπως έκαναν αρκετοί άλλοι αθλητές που παρατήρησα νωρίτερα. Με μικρές απώλειες φτάσαμε στο σταθμό του χωριού στο ΚΜ-44 σε λιγότερο από 7 ώρες και κάτω από την 200η θέση. Έτσι είπαμε να το γιορτάσουμε, τρώγοντας βασιλικό γεύμα και παρατηρώντας ως θεατές δεκάδες άλλους να μας προσπερνούν ενώ εμείς απολαμβάναμε ζεστή σούπα, νερά και αναψυκτικά στα τραπέζια του σταθμού. «Δε βαριέσαι, ο αγώνας είναι πολύ μεγάλος, ας είμαστε επιφυλακτικοί κι ας τρώμε συχνά» προτείνω. Ο μπουφές εκπληκτικός, δε σ αφήνει να φύγεις. Πάμε κι ερχόμαστε απ τον πάγκο στο τραπέζι σαν να βρισκόμαστε σε φοιτητική εστία. Τα πόδια μου αρχίζουν να έχουν συμπτώματα κόπωσης, με πόνο στους τετρακέφαλους. Ο Δημήτρης αδειάζει ένα φακελάκι άσπρη σκόνη στο ποτήρι του και το πίνει. Είναι ώρα για τα μαγνήσια μας, για να γλυτώσουμε τις κράμπες στη συνέχεια. Βγάζω τα ‘μυστικά’ χαρτονάκια μου με τον προγραμματισμό: «Πάμε καλά σε γενικές γραμμές, είμαστε μέσα στα όρια για τις 30 ώρες». Τι άλλο θέλουμε!!

Μη γνωρίζοντας τι μας περιμένει πιο πέρα, επιταχύναμε ίσως πιο πολύ απ όσο θα έπρεπε κι αυτό το πλήρωσα –εγώ τουλάχιστον- στις κατηφόρες πριν το Courmayeur, όταν οι τετρακέφαλοι των ποδιών μου δεν μπορούσαν να με κρατήσουν απ τον πόνο. Η εμπειρία ενός νυχτερινού αγώνα ήταν σπουδαία. Μικρά φώτα στο σκοτάδι είχαν αντικαταστήσει τις πραγματικές οντότητες των αθλητών. Έβλεπα φώτα να με πλησιάζουν ή να τα πλησιάζω εγώ και να προσπερνάμε ο ένας τον άλλον, θυμίζοντας αυτοκινητόδρομους τη νύχτα. Θέμα ύπνου δεν μπορούσε να υπάρχει την πρώτη νύχτα για κανέναν από εμάς που αγωνιζόμασταν, αφού όλοι ήταν ξεκούραστοι ακόμα και ζούσαμε σε μια κατάσταση πνευματικής και σωματικής εγρήγορσης αλλά και πίεσης ανάμεσά μας, καθώς ο προηγούμενος από τον επόμενο απείχαν ελάχιστη απόσταση –πράγμα που κρατούσε τον καθένα μας αφυπνισμένο.

Ανεβαίνουμε στο φεγγαρόφωτο τη δεύτερη μεγάλη ανάβαση της νύχτας, προς τα Ιταλικά σύνορα: Col Seigne (2516). Αυτή η αγχωτική φωτεινή ουρά πίσω μας δε λέει να χαθεί. Εκεί που λες «τώρα έμεινα μόνος» κάποιος εμφανίζεται σε δευτερόλεπτα από πίσω και σε προσπερνά. Ευτυχώς τα φωτάκια που βρίσκονται μπροστά μας μας δείχνουν πού τελειώνει η ανάβαση. Bella Italia! Κατηφόρα για καταφύγιο Elisabetta. Επιτέλους, φτάνουμε στο σταθμό (ΚΜ-58), μια τέντα στο πουθενά φωτισμένη με προβολείς. Τσάι, αναψυκτικά κι όλα τα καλούδια, απλωμένα για χάρη μας. Με πλησιάζει ο αθλητής με τον αριθμό 1896. «Γεια, πώς πάτε?» Τον είχα συναντήσει στο 5ο χιλιόμετρο μόλις –προσπερνούσε κι αυτός σαν εμάς τότε- και είχαμε ανοίξει κουβέντα. Από τότε τον συναντήσαμε άλλες 4-5 φορές, φοβερό! Γάλλος που τρέχει βουνό και ήταν για πρώτη φορά στον αγώνα. Συμπτωματικά πήγαινε κι αυτός για 30 ώρες, όπως κι εμείς. «Καλά πάμε» σκέφτηκα «αφού κι ο 1896 έχει τα ίδια περάσματα με μας είμαστε εντάξει». Συνεχίζουμε τον κατήφορο στη φεγγαράδα. Τα φωτάκια που μας καταδιώκουν αρχίζουν να απλώνονται πια και κάποια ιταλικά τσοπανόσκυλα κάνουν υπερωρίες, γαυγίζοντας μάταια μέσα στο σκοτάδι όλους εμάς.

Κι εκεί που τρέχουμε όμορφα κι ωραία, μια διασταύρωση μας διώχνει σε ανήφορο ξανά. «Ωχ, πώς θυμάμαι ότι δεν έχει άλλον ανήφορο μέχρι το Courmayeur? Να πάρει…» Βλέπω με δέος μπροστά και πάνω μου κάποια φώτα να αιωρούνται στο κενό. Αθλητές!!! Καλύτερα να ήταν UFO, παρά αυτός ο ανήφορος. Μπαίνω επικεφαλής σε γκρουπάκι 6-7 αθλητών, με το Δημήτρη σκιά μου (πάντα ο ένας ήταν πίσω απ τον άλλο, σπάνια χαλάσαμε τη συνέχεια μέσα στον αγώνα).

«Κάπου χαράζει, μην κλαις δεν πειράζει, πες πως τελειώνει ο κόσμος εδώ…» λέει ο λαϊκός ποιητής. Όλα τέλειωναν και όλα άρχιζαν εδώ εκείνη τη μέρα για μας, όταν είδα λίγο πιο ύστερα κάπου στο βάθος το λυκόφως. «Δημήτρη χαράζει, δες!» Πλησιάζαμε τις 10:30 ώρες και άρχισα να βλέπω δεξιά-αριστερά μου, καθώς ο καταραμένος αυτός ανήφορος ίσιωνε στο Arete Mont-Favre. Ο γίγαντας Mont-Blanc ξεπρόβαλε αριστερά μου ίδιος μεσαιωνικός δράκος. Μεγέθη κολοσσιαία, ο πάγος ποτισμένος στα χρώματα της αυγής, με το βρώμικο γκρίζο του παγετώνα να δίνει αλλόκοσμη διάσταση στο τελικό αποτέλεσμα. «Ναι, αξίζει ένα ξενύχτι μόνο γι αυτή τη θέα», είπα μέσα μου.

Ζόρικος κατήφορος αρχίζει από εδώ και μέχρι το Courmayeur. Τα πόδια δεν πάνε καλά, πονάνε οι τετρακέφαλοι στους μηρούς. Ο Δημήτρης ξεκολλάει μπροστά, πιστεύοντας το αυτονόητο, ότι ακολουθώ στον κατήφορο δηλαδή. Έλα όμως που δεν μπορώ… Κατανόηση, τι να κάνουμε τώρα. Θα πάμε πιο σιγά. Ευτυχώς δεν μας περνούν πολλοί, μόνο 5-10. Ατέλειωτος ο κατήφορος. Πέφτουμε από τα 2400 στα 1200 σε 1:20. Χάνουμε και λίγο τη διαδρομή και τέλος βγαίνουμε στο Courmayeur. Λύτρωση!

Στο μεγάλο κλειστό γυμναστήριο έχει στηθεί ο Σταθμός του αγώνα. Μπαίνουμε μέσα. Ψηλά ταβάνια, χαοτικοί χώροι, τσουβάλια με εξοπλισμό αθλητών (drop bags) παραταγμένα σε ατέλειωτες σειρές. Δεκάδες κρεβάτια με «ασθενείς» αθλητές που ανακουφίζουν τα πόδια τους για να μπορέσουν να συνεχίσουν. Πάμε στο τραπέζι με τα φαγητά, ως συνήθως… «Παιδιά, πάτε να σας κάνουν μασάζ, μη βιάζεστε να φύγετε» επιμένουν οι φίλοι μας που μας περίμεναν απ τα χαράματα εκεί. «Άσε, δε χρειάζεται μασάζ, μάσα χρειάζεται και την κάνουμε στα γρήγορα» τους απαντώ. Ξανά τα γνωστά σνακ: σοκολάτες, μεταλλικό νερό, μπανάνες κλπ. Πιο δίπλα, στο εστιατόριο του σταδίου, αθλητές έτρωγαν κανονικό φαί σε κανονικά πιάτα. «Φάτε τουλάχιστον μακαρόνια» επιμένουν οι φίλοι. «Άσε, και πολύ καθίσαμε, παντού εξάλλου βρίσκεις τόσο φαί. Φέρε αντιηλιακό, γυαλιά, καπέλο και πάμε να φύγουμε…»

«Επ, ποιος είναι αυτός εδώ δίπλα μας τώρα, ο Dawa?» Δεν το πιστεύω, ένα από τα ινδάλματά μου είναι δίπλα μου, δεν χρειάζεται καν να τσιμπηθώ, είναι αλήθεια. Τον πλησιάζω και τον ρωτώ. Ναι αυτός είναι. Του συστηνόμαστε με τον Δημήτρη και του δίνω τα χαιρετίσματα από το φίλο μας τον Μιχάλη το Στύλλα (είχαν γνωριστεί το 2003 σε αγώνα στα Ιμαλάια και κράτησαν επαφή από τότε). «Είχα έναν έντονο πόνο στο πόδι εδώ πίσω» δείχνοντας τον δικέφαλο «και αναγκάστηκα να τα παρατήσω». «Δεν πειράζει Dawa είσαι σπουδαίος έτσι κι αλλιώς. Χαρήκαμε που σε γνωρίσαμε από κοντά. Με την ευκαιρία, κάνουμε κι εμείς έναν αγώνα στην Ελλάδα (Olympus Marathon). Θα σε καλέσουμε να έρθεις να τρέξεις εκεί, θα ήταν τιμή για μας» δεν χάνω την ευκαιρία να του πω. Ανταλλάσσουμε στα γρήγορα e-mail και φωτογραφιζόμαστε, ενώ οι υπόλοιποι γύρω μας συνεχίζουν να αναπαύονται και να απολαμβάνουν το γεύμα τους. Φύγαμε! Καλή αντάμωση με τα παιδιά της υποστήριξης στο Champex, οχτώ ώρες αργότερα, αν όλα πάνε καλά πάντα.

Είχαμε φτάσει στο Courmayeur σε 12:15, πολύ κοντά στο στόχο των 12:05. Ωραία, αν καταφέρουμε να κρατήσουμε. Αργότερα μάθαμε ότι προσπεράσαμε μέσα στο γυμναστήριο (εν στάσει δηλαδή, καθώς εκείνοι ξεκουράζονταν και γευμάτισαν) πάνω από 50 συναθλητές μας!!! Κατόρθωμα? Μάλλον μέγα το λάθος μας. Δεν ήξεραν αυτοί που ξόδεψαν μία ώρα για ξεκούραση και ξέραμε εμείς που καθίσαμε μισή κι αυτή με το ζόρι? Το πληρώσαμε πιο πάνω όμως.

Η μέρα ξεκινούσε και το χωριό ξυπνούσε και ξεμούδιαζε στον πρωινό ήλιο. Ο ανήφορος άρχισε με το καλημέρα. Ξανά στο δάσος κι ένιωθα αρκετά καλά. Κάποιους περάσαμε κι αυτό ήταν. Μετά άρχισαν να μας περνούν όλοι, αργά και σταθερά. Άρχισα να νιώθω ότι δεν με φτάνει ο αέρας και η καρδιά μου χτυπά δυνατά αν και χωρίς πολλούς σφυγμούς. Στο τέρμα του ανήφορου, το καταφύγιο Bertone. «Που είναι το φαί παιδιά?» Πουθενά. Μόνο κάτι λίγα ‘κεράσματα’ για το καλώς ορίσατε πάνω σ ένα μικρό πάγκο. «Δημήτρη την πατήσαμε τώρα». Φεύγουμε έχοντας πάρει ένα-δυο σοκολατάκια και λίγο νερό. Άντε να δούμε πώς θα βγει πιο πέρα.

Μετά το καταφύγιο Bertone άρχισαν οι ευθείες. Εκεί ήταν που δεν τραβούσε η μηχανή καθόλου. Δυστυχώς, τα ‘κεράσματα’ που μας προσφέρθηκαν στο Bertone δεν ήταν αρκετά για να γεμίσω τα ρεζερβουάρ και είχαμε χάσει και τα ζυμαρικά στο Courmayeur! Τουλάχιστον είχαμε να «φάμε» θέα από τις καταπληκτικές πλαγιές του βουνού στην απέναντι πλευρά της κοιλάδας Ferret. Είδα απίθανους τύπους να με προσπερνούν, τους υποτιμούσα βλέποντάς τους και την επόμενη στιγμή το μετάνιωνα. Τα έβαλα με τον εαυτό μου που ήταν σε άθλια κατάσταση. «Δεν πάω καλά» σκέφτηκα «πώς θα τα καταφέρω μέχρι το τέλος?». Θυμήθηκα τις κουβέντες του καλού μας φίλου του Γιώργου Ψάιλα: «Κάποιες στιγμές θα νιώθεις πολύ χάλια και θα θες να σταματήσεις. Μην το κάνεις όμως, συνέχισε. Πιο πέρα θα σου περάσει και το ηθικό σου θα ανέβει και πάλι. Έτσι είναι σ αυτούς τους αγώνες, υπάρχουν σοβαρές ψυχολογικές μεταπτώσεις». «Ναι Γιώργο, δεν θα σταματήσω» υποσχέθηκα μέσα μου. Εξάλλου, όλοι οι φίλοι πίσω στην Ελλάδα περίμεναν καλά νέα. Και για να μην πάμε και τόσο μακριά, 35 χιλιόμετρα πιο πέρα με περίμεναν αγαπημένα πρόσωπα, δεν θα τους πρόδιδα. Κι ο πιτσιρίκος με το «Κουράγιο»? Με τίποτα δεν θα σταματούσα.

Το δεύτερο μισό ενός αγώνα είναι πάντα πιο δύσκολο απ’ το πρώτο. Και στην περίπτωσή μας κάπως έτσι ήταν, με τη διαφορά ότι μπορούσαμε να παρηγορηθούμε ότι οι αναβάσεις που μας απέμεναν ήταν μικρότερες στο σύνολό τους από το πρώτο μισό. Αποδείχτηκε βέβαια ότι αυτό το πλεονέκτημα εξανεμίστηκε από την συσσωρευμένη κούραση και έπρεπε να αναζητήσω αλλού ψυχολογικά στηρίγματα. Για καλή μας τύχη τουλάχιστον, ο καιρός όταν ξημέρωσε άρχισε να αλλάζει και ο ουρανός γέμισε σιγά-σιγά με αχνά σύννεφα, κρατώντας μας δροσερούς και μειώνοντας σε ικανοποιητικό βαθμό την αφυδάτωση. Κάθε τόσο ρουφούσα λίγο ισοτονικό υγρό από το σωληνάκι του ασκού που κουβαλούσα. Ευτυχώς τουλάχιστον δεν ένιωθα βάρος σακιδίου στην πλάτη, παρά τα 4 κιλά που κουβαλούσα σταθερά, είχε κάτσει σαν γάντι και δεν καταλάβαινα τίποτα, ούτε καν στον κατήφορο. Λαχταρούσα να πιω νερό, τρεχούμενο. «Ολόκληρο βουνό, δεν κυλάει τίποτα? Που είναι επιτέλους, λίγο νερό θέλω…». Ο θεός με λυπήθηκε και λίγο πιο κει μια ‘κοπάνα’ για ζώα σήμανε τη λήξη μιας ακόμα μίνι κατάστασης έκτακτης ανάγκης.

Στο πέρασμα για την Ελβετία (Col Ferret) είδα τα δύσκολα ξανά, την ώρα (18:00 ώρες) που ο καιρός άρχισε να δείχνει τις πραγματικές του προθέσεις. Οι πρώτες σταγόνες βροχής μας απείλησαν και μας θύμισαν ότι τα πράγματα μπορεί να γίνουν πολύ χειρότερα για μας. Τα σύνορα της Ελβετίας είναι τα χορταράκια της αλπικής ζώνης πάνω στο Διάσελο Ferret. Ούτε ‘πυραμίδες’, ούτε χαντάκια, ούτε κουρεμένη βλάστηση, ούτε περίπολα. Τους μοναδικούς κρανοφόρους τους συναντήσαμε παρακάτω και ήταν downhillάδες που έσπρωχναν τα ποδήλατά τους στον ανήφορο. Αποφάσισα να τρέξω στον κατήφορο του Ferret γιατί οι αντίπαλοι μας προσπερνούσαν σε ανησυχητικό βαθμό. Πονούσα φρικτά στα πόδια στην αρχή αλλά το συνήθισα και πήγαινε καλά μετά.

Βγήκαμε στην βόρεια πλευρά της κοιλάδας Ferret και πιάσαμε τα πρώτα χωριά, που ομολογώ ήταν παραμυθένια. Αντιλήφθηκα γιατί τα παραμύθια αυτά σαγηνεύουν τόσο πολύ μικρούς και μεγάλους. Ανακουφίστηκαν τα πόδια μου καθώς τρέχαμε σε ευθείες μέσα στην κοιλάδα. Ξαναπιάσαμε κάποιους που μας είχαν προσπεράσει αλλά με το που βρίσκαμε την παραμικρή ανηφόρα περπατούσαμε όλοι -και οι συναθλητές μας το ίδιο.

Τα πρώτα σημάδια της έλλειψης ύπνου ήρθαν για μένα όταν ο αγώνας διάνυε την 22η περίπου ώρα, νωρίς το απόγευμα. Τότε ένιωσα κάπως παράξενα, σαν να μη μπορούσε η σκέψη μου να παραμείνει συγκροτημένη και να αρχίσει να «σκορπίζει» σε παράλογους συλλογισμούς. Εκεί εκτίμησα ότι είχα πάθει υπογλυκαιμία και προσπάθησα να επανέλθω τρώγοντας μια μπάρα ενέργειας από τα μικρά αποθέματα του σακιδίου μου. Άλλο πράγμα όμως μου συνέβαινε και θα το καταλάβαινα αργότερα.

Φτάνοντας στο Champex (KM-117), τον δεύτερο κομβικό σταθμό του αγώνα, ήμουν αποφασισμένος να κάνω ότι είναι απαραίτητο για να καταφέρω να συνεχίσω μέχρι το τέλος, εκτός από ένα: να κοιμηθώ. Έτσι κι έγινε. Κατάφερα να βρω δύο (!) μασέρ που ασχολήθηκαν με τους πονεμένους τετρακεφάλους μου για ένα δεκάλεπτο και κατάφερα να φάω περισσότερο από το ελάχιστο που συνήθιζα στους προηγούμενους σταθμούς. Βέβαια το στομάχι μου είχε πια γίνει ένας κόμπος που με έσφιγγε δυσάρεστα, αφού κάθε τόσο έριχνα μέσα του ετερόκλητες τροφές που μόνο κακό προξενούσαν και ελάχιστα μου παρείχαν την ενέργεια που χρειαζόμουν. Ωστόσο πήρα μια πολυβιταμίνη, μια C 1000άρα και μια αμπούλα μαγνήσιο. Στο τέλος, πίσω από Cola, τσάι, μεταλλικό νερό και καφέ, πίνω και τρεις γουλιές μπύρα! Ναι, προσφερόταν και μπύρα στους αθλητές.

Η δεύτερη νύχτα ήταν το μαρτύριο για όσους χρειάστηκε να την περάσουμε κι αυτήν μέσα στον αγώνα (δηλαδή σχεδόν όλοι που δεν εγκατέλειψαν στο πρώτο μισό ή αλλιώς πάνω από 1000 αθλητές). Φεύγοντας από το σταθμό του Champex περίπου στο σούρουπο, είχε ξεκινήσει να πέφτει βροχή. Εμείς φυσικά είχαμε αναλάβει δυνάμεις κάνοντας στάση μιας ώρας. Επιπλέον με βοήθησε προσωπικά η προοπτική ότι μου απομένουν μόνο 41 χιλιόμετρα μέχρι τον τερματισμό, δηλαδή ένας μαραθώνιος. Αυτό το τελευταίο όμως, μάλλον ήταν παραπλανητικό αφού στην καλύτερη περίπτωση θα χρειαζόμασταν τουλάχιστον 9-11 ώρες (στατιστικά αποδεδειγμένο για την προσδοκώμενη επίδοσή μας). Εδώ κάπου μου ‘χάιδεψε’ τα αυτιά η πληροφορία ότι μία ώρα πριν από εμάς έφτασε ο Dean Karnazes και δεν έδειχνε και τόσο καλά. Τέτοιες ειδήσεις σου ανεβάζουν το ηθικό έστω κι αν κρύβουν άλλη πραγματικότητα μέσα τους (ο Karnazes αποδείχτηκε ότι είχε κάποιο σοβαρό πρόβλημα –άγνωστο σε μας- που τελικά τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τον αγώνα του εκεί).

Το πιο σκληρό κομμάτι της διαδρομής για μένα ήταν η ανάβαση που ακολούθησε μετά, το Bovine (KM123-126). Σκοτάδι, δυνατή βροχή, λάσπη και κακό μονοπάτι που θύμιζε έντονα ελληνικά βουνά και κυρίως ελληνικά μονοπάτια. Εδώ το σκηνικό παρέπεμπε αμέσως σε κέλτικες μεσαιωνικές ιστορίες, όπου το απόλυτο μούσκεμα και η λάσπη κυριαρχούν, με τα σύννεφα να χαϊδεύουν τις κορυφές των δέντρων πάνω απ τα κεφάλια μας. Προσπερνάμε ένα ορμητικό ρυάκι με δυσκολία, τσαλαβουτώντας. Ο Δημήτρης είναι μπροστά. Ανάβουμε φακούς μέσα στη βροχή και στο σούρουπο. Πίσω μου ακολουθεί ένας αθλητής. Με ρωτάει αν πάμε καλά. «Ναι, μην ανησυχείς, ακολούθα με» του λέω. Ο ρυθμός μου του έρχεται γρήγορος. Σταματάει. «Είσαι καλά?» τον ρωτάω. «Όχι, με πονάει η καρδιά μου και ανησυχώ μην πάθω τίποτα. Συνέχισε εσύ θα μείνω λίγο πίσω». Τον αφήνω, ελπίζω να είναι καλά, εξάλλου κάποια φωτάκια έρχονται στο βάθος.

Πιάνω το Δημήτρη που είχε αποσπαστεί και στο τέλος της ανηφόρας τραβερσάραμε πλατσουρίζοντας στα νερά της βροχής που συγκρατούσε το μονοπάτι-χαντάκι στην αλπική ζώνη. Ξαφνικά μια φωταύγεια που χτυπούσε πίσω από την κορυφογραμμή άνοιξε μπροστά μας μια μαγική φωτεινή σκηνή: κάτω χαμηλά –αλλά όχι μακριά- χιλιάδες φώτα μέσα στη σιωπή παραταγμένα, σαν σκηνικό ταινίας επιστημονικής φαντασίας. Αποικία των Αρειανών, η χαμένη Ατλαντίδα, το Chamonix? Τι ήταν αυτό που σε τραβούσε να κάνεις μια σιωπηλή νυχτερινή πτήση από πάνω του? Ανοησίες, η νύστα μου μ έκανε να βλέπω μαγικές εικόνες… Κι όμως ήταν εκεί και φώτιζε. Προφτάσαμε δυο κοπέλες με σακίδια στην πλάτη –ήταν στον αγώνα? κανένας δεν ξέρει πια- τις ρωτήσαμε και μας είπαν ότι πρόκειται για το Martigny, τη μεγάλη πόλη της περιοχής. Άρα δεν ήταν το Chamonix –μα τι βλακεία, πώς θα είναι το Chamonix αφού μας μένουν ακόμα 30 χιλιόμετρα.

Η νύστα άρχισε να μας καταβάλει και ο σταθμός στο ψηλότερο σημείο ήταν μόνο ένα ξεγέλασμα γι αυτήν. Κατηφορίζοντας προς το χωριό Trient αρκετοί ήταν εκείνοι που μας προσπέρασαν (24 απ ότι είδα εκ των υστέρων στην αναλυτική εικόνα μας στο site της διοργάνωσης), όμως ο κύβος είχε ριχτεί: πάμε σαν να κάνουμε διάσχιση μόνοι μας, δεν είμαστε πια σε αγώνα! Η βροχή είχε κοπάσει και μόνο η γλίστρα στο λασπωμένο μονοπάτι μας κρατούσε (ευτυχώς) ξυπνητούς. Αυτοί που μας προσπερνούσαν έμοιαζαν να έχουν μπει μόλις στον αγώνα, με ζωηρά πηδηχτά βήματα απέφευγαν τις κακοτοπιές και είχαν ακμαίο ηθικό.

Αποφασίσαμε να κοιμηθούμε στον πρώτο σταθμό που θα βρίσκαμε. Το χωριό Trient (KM-132) θα μας έβγαζε από το αδιέξοδο. Στο σταθμό ζητήσαμε από τον γιατρό που πρόσφερε τις υπηρεσίες του στους αθλητές να μας αφήσει ξαπλωμένους για 20 λεπτά και μετά να μας ξυπνήσει… Ένα ελαφρό άγγιγμα στιγμές αργότερα στην κουβέρτα που με σκέπαζε σήμανε το ‘τέλος χρόνου’. «Διάβολε» σκέφτηκα, «πέρασε κιόλας?» Είδα το ρολόι μου, σκούντησα τον Δημήτρη και ανακαθίσαμε υπνωτισμένοι στα στρώματά μας. Ο γιατρός βεβαιώθηκε ότι δεν θα κοιμηθούμε καθιστοί και μας άφησε. Ξαναβάλαμε τα λασπωμένα παπούτσια μας και κατευθυνθήκαμε στην τέντα της τροφοδοσίας, εγώ άρχισα να τρέμω από υποθερμία. Μας θυμήθηκαν οι εθελοντές του ελέγχου αριθμών –είχαμε περάσει πριν κοιμηθούμε για το σχετικό τσεκάρισμα. Μία απ αυτούς είχε κάνει διακοπές Ελλάδα και μας έκανε μια σύντομη παρουσίαση γνώσεων της γλώσσας μας. Κρύωνα πολύ και κρύφτηκα στην τέντα για να μη βρέχομαι -είχε αρχίσει ξανά να βρέχει- και δεν μπόρεσα να συμμετάσχω στη μικρή γιορτή που είχε στηθεί πίσω απ την πλάτη μου προς τιμήν των δύο Ελλήνων αθλητών.

Ξύπνησα για τα καλά από τη ζεστασιά των κοριτσιών της πίσω πλευράς του πάγκου: «Τι θα πιείτε?» με ρώτησε «καφέ, τσάι?» Το καλοσκέφτηκα… «καφέ» (βέβαια) για να ξυπνήσουμε όσο γίνεται περισσότερο. Μπροστά μου σοκολάτες, μπανάνες, ψωμιά, τυριά και σαλάμια με περίμεναν. «Δεν θέλω τίποτα» είπα μέσα μου και γέμισα ένα κύπελλο με μεταλλικό νερό, το αγαπημένο μου ρόφημα στον αγώνα. Οι μικροφωνικές εγκαταστάσεις κάτω απ τη μεγάλη τέντα άρχισαν να παίζουν το all time classic “Careless whispers” με τον George Michael να τραγουδά μια γενιά τώρα τις ερωτικές τύψεις του για τα ένοχα πόδια του που δεν είχαν ρυθμό και τον πρόδωσαν την πιο κρίσιμη στιγμή, αυτή του χορού. Κι εγώ κάπως έτσι ένιωθα για τα δικά μου πόδια, την πιο κρίσιμη δική μου στιγμή… Στάθηκα μισοζαλισμένος και ανατρίχιασα –δεν ξέρω αν ήταν ακόμα απ’ το κρύο. Οι εθελοντές το διασκέδαζαν πάντως και 4-5 ζευγάρια λικνίζονταν στους ήχους εκείνου του ‘καταραμένου’ σαξόφωνου που στοίχειωσε τους έρωτες της γενιάς μου. Το μπατόν ενός αθλητή που κάθισε δίπλα μου, του γλίστρησε και σημάδεψε ένα κύπελο με καυτό τσάι που χύθηκε πάνω στο πόδι μου. Πήδηξα όρθιος και συνειδητοποίησα ότι ήταν ώρα «να την κάνουμε». Πάτησα το κουμπί του φακού στο κεφάλι μου και είδα το ρολόι, ήταν 29:10. Απομακρυνθήκαμε στο σκοτάδι κι εγώ έτρεμα ξανά σαν το ψάρι, από το κρύο και πάλι.

Πόσοι μας είχαν «πιάσει στον ύπνο» άραγε? Από ότι κατάλαβα μάλλον πολλοί, αφού στην ανάβαση δεν ‘τραβούσαν’ οι διώκτες μας, ήταν η πρώτη φορά από την προηγούμενη νύχτα που δεν μας προλάβαιναν οι πίσω. Εκ των υστέρων έμαθα (από το site) ότι όσο καθυστερήσαμε στο Trient μας προσπέρασαν 39 αθλητές! Κι άλλοι 24 όταν κατηφορίζαμε στην κοιλάδα του Trient, ίσον 63. Πανωλεθρία δηλαδή, μέσα σε λιγότερο από τρεις ώρες. Από τη θέση 200 βρεθήκαμε πέρα από το 260. Όμως τέτοιες στιγμές δε σε νοιάζει τίποτα πια, μόνο να τερματίσεις, μόνο να τελειώσει το μαρτύριο.

Καρφί ανήφορος για το καταφύγιο Les Tseppes (KM-135). Εξαιρετικό μονοπάτι και λίγη βροχή να μας θυμίζει ότι δεν πρέπει να ξεθαρρεύουμε. Πιο πάνω ομίχλη και στο σταθμό γελαστοί εθελοντές με μπύρες και φωτιές για ζεστασιά. Τριγύρω είχε καθίσει η ομίχλη. Εμείς φρέσκοι και ευδιάθετοι τραβήξαμε μπροστά με διάθεση. Ομίχλη και μόνο ομίχλη (μαζί με λίγη βροχή), ορατότητα μηδέν. Φακός κεφαλής, το πιο χρήσιμο εργαλείο στον αγώνα. Χωρίς φακό είσαι τελειωμένος, δεν πας πουθενά. Δυο μεγάλες φωτιές καίνε κοντά στο σταθμό και μας προσφέρουν τη ζέστη τους, είναι καλοδεχούμενη. Στη συνέχεια μπαίνουμε σε μια ατέλειωτη ευθεία σε γυμνό τεραίν με την ομίχλη να με κάνει να μπερδεύομαι κάθε τόσο. Ευτυχώς εκείνα τα φωσφορούχα σήματα της διοργάνωσης (τα balisages) μας σώζουν κάθε τόσο που τα βρίσκουμε μπροστά μας.

Η κατηφόρα για το Vallorcine είναι η τελευταία μεγάλη κατηφόρα του αγώνα. Είναι όμως φαρμακερή. Λάσπη κυριαρχεί παντού για 2 χιλιόμετρα κατήφορου. Αδύνατο να πατήσεις κάπου χωρίς λάσπη. Δίνω το ένα μου μπατόν στο Δημήτρη για να μπορεί να σταθεί όρθιος. Δεν γίνεται τίποτα, γλιστράμε κάθε στιγμή. Τα παπούτσια μου βουλιάζουν στη λάσπη, νερά κυλούν από παντού και κάποια φαντάσματα με φακούς ξεπροβάλουν πίσω μας στην ομίχλη. Δεν ψάχνουν για μας, γυρεύουν να ξεφύγουν απ το καταραμένο μέρος, ψάχνουν τη λύτρωση όπως κι εμείς. Κάποια στιγμή απογειώνομαι, πέφτω όμως στα μαλακά και σβήνω την πτώση με ένα απαλό γλίστρημα στη λάσπη. ΟΚ, δεν τρέχει τίποτα, είμαστε καλά, συνεχίζουμε. Μπαίνουμε σε χωματόδρομο και συνεχίζεται ο κατήφορος, ευτυχώς χωρίς λάσπη. Το τοπίο γύρω μου οικείο, θα μπορούσε να είναι μια από τις πολλές φορές που νύχτωσα στο βουνό και πήρα έναν άχαρο δασικό δρόμο για να βγω στον πολιτισμό. Νυστάζουμε και πάλι, δεν μας έκανε πολλά το 20λεπτο στο Trient, τώρα όμως δεν προβλέπεται άλλος ύπνος. Κουράγιο μέχρι το Chamonix.

Στις 33 ώρες φτάνουμε στο χωριό Vallorcine. Σταθμός-ανάσα. Στέγη και πάγκος να καθίσω. Ο Δημήτρης παραπονιέται για το πόδι του. Στο 118 (Champex) άλλαξε παπούτσια κι έσφιξε τα κορδόνια του ενός από τα δύο υπερβολικά. Ξανά μπροστά μου το τραπέζι των 7 νάνων στο μαγεμένο δάσος: Σαλάμια, τυριά, σοκολάτες, τσάγια, καφέδες και βέβαια μεταλλικό νερό. Βάλε λοιπόν. Κοιτάω τα (πλαστικοποιημένα) χαρτιά μου. Είμαστε στο 142 και πρέπει να φτάσουμε στο 158, άρα μας μένουν 16 χιλιόμετρα. Επί 8 την ώρα ίσον δύο ώρες, άρα 35 θα κάνουμε τελικά. «Εντάξει, δεν είναι κι άσχημα» σκέφτομαι, μπουκώνοντας σαλάμια και σοκολάτες το στόμα μου. «Βάλε ξανά λίγο τσάι», κρυώνω. Βγαίνει ο Δημήτρης από ένα δωμάτιο και μου επιδεικνύει με υπερηφάνεια το μπανταρισμένο πόδι του. Ο φυσιοθεραπευτής του το τύλιξε, πρήστηκε! «Δεν μπορώ να τρέξω τώρα πια, μόνο να περπατήσω μπορώ» μου λέει. «Ωχ!». Τα ξαναβάζω κάτω: βαδίζουμε με 4χλμ την ώρα, άρα θέλουμε 4 ώρες ακόμα και όχι 2. Δε βαριέσαι, ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται. Ας πάμε και σε 37 ώρες, απ’ το τίποτα καλό είναι και το 37, όλα μια ιδέα είναι.

Ξεκινάμε, τρέμω και πάλι. «Άντε να περπατήσουμε να ζεσταθώ» μασουλάω απ’ το τρέμουλο τις λέξεις μου. «Πού πάμε?» Άστα να πάνε. «Ας ακολουθήσουμε αυτούς εδώ, είναι Γάλλοι και θα ξέρουν» λέει ο Δημήτρης. Σωστά. Αρχίζουν οι παραισθήσεις τώρα πια. Η νύστα δεν παλεύεται, καθόλου μα καθόλου. Κοιμάμαι όρθιος. Κοιμάμαι και ξυπνάω, ξυπνάω και κοιμάμαι, δεν καταλαβαίνω καν τι μου συμβαίνει. Βαδίζω σαν αυτόματο, κάτι σαν ρομπότ. Προσπαθώ να αρθρώσω μια κουβέντα για να ξυπνήσω ο ίδιος και να κρατήσω ξυπνητό και το Δημήτρη, δεν τα καταφέρνω όμως. Ούτε κι εκείνος, όπως καταφέρνει κάποια στιγμή να μου πει και να με ξυπνήσει για δευτερόλεπτα. Μετά βίας αναγνωρίζω με το φως του φακού μου τα φωσφορίζοντα σημάδια εδώ κι εκεί. Δεν μπορώ καν να συγκρατήσω την κατεύθυνση που ακολουθούμε. Έχω παραισθήσεις: νομίζω ότι με έβαλαν να οδηγήσω ένα γκρουπ με τουρίστες κι ότι πίσω μου ακολουθούν διάφοροι. Μετά βλέπω κάτι και νομίζω ότι είχα περάσει κι άλλη φορά από εκεί: Déjà vu, αυτό δεν το περίμενα. Νομίζω ότι πιο κάτω με περιμένει η αδερφή μου να μου δώσει άλλα ρούχα -ποια αδερφή μου, τι γυρεύει εδώ; Βρέχει ξανά, αλλά δεν είναι αρκετό για να με κρατήσει ξυπνητό. Τίποτα δεν μπορεί να με κρατήσει ξυπνητό. Ο Δημήτρης είναι καλύτερα από μένα και τον αφήνω να μπει μπροστά. Αραιά και που κάποιοι εμφανίζονται απ’ το πουθενά –κι άλλα φαντάσματα- και εξαφανίζονται μπροστά στο θολό οπτικό μου πεδίο. Ξαφνικά βγαίνουμε σε άσφαλτο για λίγες εκατοντάδες μέτρα κι ένα-δυο αυτοκίνητα περνούν μέσα στο σκοτάδι και μας χτυπάνε τα φώτα τους μέσα στην ομίχλη. Που βρισκόμαστε? Ποιοι είναι αυτοί? Γιατί μας φωτίζουν? Είναι γνωστοί μας? Χανόμαστε ξανά στο δάσος, τα φωσφορούχα balissages μας δείχνουν το δρόμο. Κρατιέμαι ακόμα όρθιος…

Χαράζει, είναι 35 ώρες και φτάνουμε στον τελευταίο σταθμό, στο Argentiere (KM-149). Ξυπνάω ξαφνικά, βλέπω τις φιγούρες των φίλων μας που μας περιμένουν στο μισοσκόταδο. Εκεί βρίσκονται αυτοί, ο άνθρωπος του Σταθμού κι ένας ενθουσιώδης αθλητής που αν και εγκατέλειψε στέκεται και μας χειροκροτεί αδιάκοπα. Υποκλίνομαι στον ενθουσιασμό του κι αυτός ανταπαντά «bravo, bravo». «Αυτό ήταν, σώθηκα» σκέφτομαι. Τώρα ξύπνησα, δεν έχω ανάγκη τίποτα πια. «Άντε παιδιά, λίγο πιο κάτω τελειώνετε» λέει ο ένας φίλος. «Ωραία» σκέφτομαι με την μουδιασμένη σκέψη μου βλακωδώς «δηλαδή άλλα 5-10 λεπτά». Που να φανταστώ ότι τα 9 χιλιόμετρα που μας έμεναν δεν βγαίνουν σε 5-10 λεπτά. Οι εγκεφαλικές λειτουργίες ατόνησαν σε επικίνδυνο βαθμό αλλά δεν είχα ιδέα, όλα είχαν γίνει αχταρμάς στο μυαλό μου.

Αργά, χωρίς να βιαζόμαστε πήραμε το δρόμο για το Chamonix αλλά τα λεπτά περνούσαν, το ίδιο και κάποιοι αθλητές που έδιναν την τελευταία μάχη με τους εαυτούς τους. Τελικά χρειαστήκαμε δύο ολόκληρες ώρες για να μπούμε στην πόλη του Chamonix. Φώτισε η μέρα κι ο ουρανός κρεμόταν μολυβένιος και απειλητικός από πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Οι πρώτοι περαστικοί στους άδειους δρόμους της πόλης σταματούσαν και χειροκροτούσαν. Συγκινήθηκα και πάλι με την συμμετοχή του κόσμου. Συνεχίσαμε να βαδίζουμε προς τον τερματισμό, χαρίζοντας μερικές ακόμα θέσεις τερματισμού σε κάποιους συμπάσχοντες που μας προσπερνούσαν τσακισμένοι κι αυτοί τρέχοντας με στυλ ‘πρόσφυγα’. Τους δικαιολογήσαμε αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε το ίδιο.

Ο κόσμος πύκνωνε κοντά στον τερματισμό και παρότι δεν περάσαμε την αψίδα τρέχοντας, οι λίγοι άνθρωποι που ήταν στημένοι τριγύρω χειροκροτούσαν παρατεταμένα γιατί γνώριζαν ότι οι δεν είναι εύκολο πράγμα να φέρεις βόλτα το Mont-Blanc non-stop, έστω και σε 37 ώρες. Το ξέραμε κι εμείς καλά και τους το ανταποδώσαμε μ ένα ζεστό χαμόγελο, βγαλμένο βαθιά απ’ την καρδιά μας. Everyone’s a winner. «Πιτσιρίκο από το Contamines, τα κατάφερα, στο είχα υποσχεθεί». Τέλος! Αγκαλιαστήκαμε με το Δημήτρη, μια κίνηση συμπόνιας και αμοιβαιότητας που χτίστηκε τις προηγούμενες 37 ώρες στα μονοπάτια του Mont-Blanc. «Θα τα ξαναπούμε του χρόνου υπέροχοι θεατές μας, σας ευχαριστούμε». Το UTMB ξεκινούσε για μας μόλις στον τερματισμό…