Οι πρωτότυπες ιδέες προκύπτουν κάποιες φορές από συμπτώσεις ή από αστοχίες αλλά και ατυχείς αποστολές (misadventures). Η περίπτωση του “Glaciers Fun-Hike” είναι μια τέτοια και εμφανίστηκε μπροστά μου λίγες εβδομάδες πριν την υλοποίησή της, σαν μοναδική λύση σε ένα αδιέξοδο που ορθωνόταν μπροστά μου σαν τοίχος. Ο αγώνας “Tor des Glaciers” γίνεται κάθε Σεπτέμβριο στην Κοιλάδα της Αόστα, στην ομώνυμη επαρχία της Ιταλίας και είναι το plus στη διοργάνωση του TorX, όπου κυριαρχεί ο δημοφιλής Tor des Geants. Τον τελευταίο αυτόν αγώνα των 350 χιλιομέτρων, τον τερμάτισα τρεις φορές τα τρία τελευταία χρόνια. Το “Glaciers” είχε μπει στον φετινό μου σχεδιασμό, όμως οι αλλαγές σχεδίων μήνες τώρα, με μια μεγάλη διάσχιση στα Ιμαλάια στο ίδιο χρονικό διάστημα να ξεπροβάλει ως το σχέδιο της χρονιάς, εκτόπισε το Glaciers και έτσι οι εγγραφές του έκλεισαν χωρίς τη δική μου αίτηση συμμετοχής!

Όμως τα σχέδια και οι σχεδιασμοί συχνά ανατρέπονται για πολλούς και διάφορους λόγους. Κάπως έτσι συνέβη και στην περίπτωσή μας και το project των Ιμαλαΐων μετατέθηκε για την επόμενη χρονιά, αφήνοντας κενό το διάστημα που είχε αρχικά καταλάβει, εκτοπίζοντας το Glaciers από εκεί. Με λίγα λόγια, η ανατροπή της ανατροπής!
Μελετώντας τον χάρτη του Tor des Glaciers νωρίτερα τον Αύγουστο, με αφορμή τις αναγνωριστικές εξορμήσεις της Ασημίνας Ιγγλέζου εκεί προκειμένου να συμμετάσχει στον φετινό αγώνα, μπήκα στο πετσί της διαδρομής και άρχισα να παρατηρώ λεπτομέρειες, να φαντάζομαι αλλά και να βλέπω εικόνες και οπτικό υλικό γενικά, από τα μέρη του αγώνα. Τότε σκέφτηκα αμυδρά πως θα μπορούσα να βρεθώ κι εγώ εκεί, έστω για μια μοναχική εξόρμηση, όπου θα είχα την ευκαιρία να δω από κοντά καινούργια μέρη. Έτσι κι αλλιώς είχα πληρωμένα τα αεροπορικά μου εισιτήρια αλλά και τη διαμονή, πριν καν ανοίξουν οι εγγραφές, θεωρώντας δεδομένη τη συμμετοχή μου τότε! Ο χρόνος υπήρχε, το μόνο που έλειπε ήταν η απόφαση.

Το σχέδιο σχηματοποιήθηκε οριστικά και πήρα τη μεγάλη απόφαση, όταν είδα εκείνες τις μέρες του Αυγούστου την εφταήμερη hut-to-hut προπονητική εξόρμηση ενός παλιού γνωστού από τον Mythical, του Γάλλου Martin Perrier, ο οποίος έκανε περίπου όλη τη διαδρομή του Glaciers δίκην προετοιμασίας του για τον επερχόμενο αδελφό αγώνα Tor des Geants, στον οποίο πρωταγωνιστεί τα τελευταία χρόνια. Ήταν για εκείνον μια ιδανική back-to-back εβδομαδιαία σκληρή προπόνηση, για να του δώσει τον όγκο που είχε προγραμματίσει στο καλεντάρι του. Η όμορφη διάσχιση του Martin ήταν ο καταλύτης για τα μπερδεμένα σχέδια που τριγύριζαν στο μυαλό μου, ήταν το κλειδί που μου άνοιξε την πόρτα!

Εκεί ήταν που σκέφτηκα ότι όλο αυτό θα μπορούσε να δουλέψει τριπλά στην υλοποίησή του:
- Θα έκανα τον αγώνα, χωρίς το άγχος και την πίεση του αγώνα!
- Θα δοκίμαζα την τεχνική του «κινούμαι τη μέρα, κοιμάμαι τη νύχτα»
- Θα έκανα ένα γερό τεστ εν όψει της επερχόμενης διάσχισης των Ιμαλαΐων
Ήταν αναμφισβήτητα πολλά τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας προσπάθειας, χωρίς να χρειαστεί να έχω απώλειες από τυχόν ανατροπές στην εξέλιξη του αγώνα, ενδεχομένως από μια αναπάντεχη επιδείνωση του καιρού, που στο παρελθόν έχει επανειλημμένα ανατρέψει την εξέλιξή του.
Το δικό μου σχέδιο ήταν το απλούστερο δυνατό: μια πολυήμερη διάσχιση, αυτοϋποστηριζόμενη (self-supported) από καταφύγιο σε καταφύγιο (hut-to-hut). Ένας απόλυτα συνηθισμένος τρόπος πεζοπορικών διασχίσεων στις μεγάλες οροσειρές του κόσμου, με προϋπόθεση την ύπαρξη σημείων ανεφοδιασμού τροφής ή/και τροφοδοσίας και διανυκτέρευσης. Για καλή μου τύχη, τα ορειβατικά καταφύγια πάνω στη διαδρομή του Tor des Glaciers θα παρέμεναν ανοιχτά για την υποστήριξη των αθλητών του αγώνα, πριν κλείσουν οριστικά για την χειμερινή περίοδο.

Αυτό ακριβώς θα εκμεταλλευόμουν κι εγώ, αξιοποιώντας το γεγονός ότι ως ένας πεζοπόρος των μονοπατιών, μπορούσα να διανυκτερεύσω εκεί αλλά και να έχω τη δυνατότητα γευμάτων. Παράλληλα, τα όποια χωριά συναντά η διαδρομή στο δρόμο της, μπορούν σε κάποιο βαθμό να σου εξασφαλίσουν τροφή ή και γεύματα, όπως ακριβώς τα καταφύγια. Τα υπόλοιπα αφορούσαν εμένα αποκλειστικά και τις όποιες οργανωτικές μου πρόνοιες και ικανότητες, μια και για εμένα δεν μπορούσε να υπάρχει «σάκος ανεφοδιασμού» (resupply bag) όπως θα υπήρχε για τους αθλητές του αγώνα σε τρία σημεία κατά μήκος, όμως αυτό δεν μπορούσε να αποτελέσει αποτρεπτικό παράγοντα, σε καμία περίπτωση.
Από τα χαρακτηριστικά που ο ίδιος προσέδωσα στο εγχείρημα, που σκωπτικά αποκάλεσα “fun-hike” περισσότερο για να ξορκίσω τις δυσκολίες θα αντιμετώπιζα, ήταν και μια πειραματική προσπάθεια να συγκρίνω δύο διαφορετικούς τρόπους κίνησης στη διάρκεια ενός πολυήμερου αγώνα αντοχής (5-8 ημέρες) σε ορεινό περιβάλλον. Εκεί, η περιβόητη έλλειψη ύπνου (sleep deprivation) ανάγεται σε ρυθμιστικό παράγοντα για την απόδοση των αθλητών και σε αρκετές περιπτώσεις επηρεάζει και το τελικό τους αποτέλεσμα, λόγω της διαφορετικής ικανότητας των αθλητών να αντέχουν στην έλλειψη του ύπνου.
Θα δοκίμαζα λοιπόν το σενάριο του να κοιμάται κάποιος με επάρκεια τη νύχτα και να κινείται αποτελεσματικά τη μέρα, αντί να έχει λίγο, ακατάστατο και περιστασιακό ύπνο, ανεξαρτήτως του αν είναι ημέρα ή νύχτα. Θα ήταν η απώλεια χρόνου για περισσότερο ύπνο, ικανή να τραβήξει πίσω κάποιον ή η αποκατάσταση πνεύματος και σώματος σε ένα επαρκές χρονικό διάστημα 4-6 συνεχόμενων ωρών θα ισοστάθμιζε αυτήν την απώλεια? Και πόσο χρόνο τελικά ξοδεύει κάποιος αθροιστικά, που μετά την 2η-3η μέρα αναγκάζεται να λαγοκοιμάται μισάωρα και μονόωρα κάθε 8 ώρες κατά μέσο όρο? Και τέλος, τέσσερις μονόωροι ύπνοι μέσα στο 24ωρο ισοδυναμούν όντως με έναν τετράωρο συνεχόμενο? Έχουν το ίδιο ευεργετικό αποτέλεσμα ως προς την αποκατάσταση των δυνάμεών του ή η καμπύλη της επιδεινούμενης φθοράς τέμνει πλέον την καμπύλη του άλλου σεναρίου, αυτού του συνεχόμενου ύπνου τις νύχτες?

Σύμφωνα με τον δικό μου σχεδιασμό, θα χρειαζόμουν περίπου τον μέγιστο προβλεπόμενο από τη διοργάνωση χρόνο των 8 ημερών (190 ώρες) ή και κάτι παραπάνω (8+1 ημέρες στη χειρότερη) για να το καταφέρω, βάσει: α) της δυναμικότητάς μου, β) του «χαμένου» χρόνου τις νύχτες αλλά και γ) του βάρους που θα μετέφερα στην πλάτη και που κατά μέσο όρο θα ήταν 2-3 φορές μεγαλύτερο από εκείνο των αθλητών, όπως και των παπουτσιών μου (παρόμοια βαριά). Όντας ο ίδιος ένας αθλητής στη μέση περίπου της δυναμικότητας όσων συμμετέχουν σε τέτοιους αγώνες, είχα ένα θεωρητικό προβάδισμα 30% περίπου από τους αθλητές που θα αγωνίζονταν για τον οριακό τερματισμό των 8 ημερών, όμως εξαιτίας του συνολικού μου φόρτου αφενός (8-9 κιλά μονίμως) αλλά και της νυχτερινής διακοπής αφετέρου (7-8 ώρες συνολικά), αυτό το πλεονέκτημα όχι μόνο θα εκμηδενιζόταν αλλά και θα γύριζε σε μειονέκτημα -ξεκάθαρα- και ένα περίπου μάταιο κυνηγητό του 8ήμερου ορίου.
Εν τέλει, βασίστηκα σε δύο πυλώνες για να ξεκινήσω το εγχείρημα του “Glaciers fun-hike” : στην «τρέλα» του αυθόρμητου και αυθαίρετου, που μου επέτρεπε η μέχρι σήμερα πορεία μου στο χώρο της ορεινής υπεραντοχής και φυσικά στην χαλαρότητα ενός εγχειρήματος, που κανένας δεν μπορούσε να μου καθορίσει τα χρονικά όρια ολοκλήρωσης, ήμουν απόλυτα ελεύθερος να το ολοκληρώσω όποτε μπορούσα και ήθελα!
Πιο κάτω και μέσα από μια αδρή και περιληπτική εξιστόρηση αυτών των επτά ημερών, θα προσπαθήσω να δώσω και γενικά συμπεράσματα που βγήκαν από την εμπειρία μου, η οποία ξεκίνησε το βράδυ της 11ης Σεπτεμβρίου και έκλεισε λίγα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα της 19ης Σεπτεμβρίου, δηλαδή 7 ημέρες και 4 ώρες, διανύοντας σε αυτές τις 172 ώρες 388 χιλιόμετρα και 27.300 μέτρα ανάβασης (μαζί με τα χασίματά μου).

Επί του πρακτέου, όσον αφορά την επίσημη διαδρομή, κατάφερα να φτάσω μέχρι το K-368 καλύπτοντας 27.000 μέτρα ανάβασης (επίσημο ίχνος διοργάνωσης στην ITRA). Αναφορικά με τη διαφορά στα χιλιόμετρα, τα επιπλέον 28 που έγραψα, οφείλονται εν μέρει σε χασίματα, εν μέρει σε «θόρυβο» του σήματος σε σημεία που έκανα ολιγόωρα διαλείμματα χωρίς να απενεργοποιήσω το ρολόι μου και εν μέρει στην έτσι κι αλλιώς διαφορετική καταγραφή που κάνουν τα ρολόγια μεταξύ τους.
Όσο για τα λιγότερα 1700 μέτρα υψομετρικής που κατέγραψα σε σχέση με τους αριθμούς της διοργάνωσης, διαπίστωσα ότι το επίσημο ίχνος που κατέθεσε στην ITRA συμφωνεί μάλλον με το δικό μου αριθμό (27.000 αντί των 27.300 δικών μου) παρά με τα στοιχεία που παραθέτει η διοργάνωση σε πίνακα-πρόγραμμα, με όλους τους σταθμούς και τα waypoints για τους αθλητές. Είναι σαφώς μια ανακολουθία από πλευράς της, το να διαφωνούν τα δεδομένα της διαδρομής ανάμεσα σε δύο διαφορετικά σημεία πληροφόρησης, επίσημα και τα δύο!
Η συνολική διαδρομή του Glaciers, στον επίσημο πίνακα της διοργάνωσης φαίνεται να αριθμεί 440 χιλιόμετρα με 35.000 μέτρα ανάβασης, ενώ στο ίχνος που υπέβαλε στην ITRA, οι αντίστοιχοι αριθμοί είναι 448 / 32600. Δεν έχω να σχολιάσω κάτι περαιτέρω επ’ αυτού, θα πω μόνο ότι από ένα σύνολο 13 καταγραφών στο Strava από αθλητές του φετινού αγώνα, ο μέσος όρος εκεί είναι 465 / 32700. Κατά συνέπεια, τόσο τα 440 χιλιόμετρα του επίσημου πίνακα μοιάζουν λειψά, όσο και τα 35.000 μέτρα μοιάζουν υπερβολικά. Είναι προφανές βέβαια ότι το 465 των αθλητών περιλαμβάνει «θόρυβο» από στάσεις, μια και οι καταγραφές τους ήταν συνεχόμενες σε μεγάλο βαθμό (χωρίς pause σε πολλές στάσεις τους).

Ξεκίνησα την προσπάθειά μου ένα 24ωρο πριν την εκκίνηση του αγώνα, για ευνόητους λόγους. Πρώτον, για λόγους δεοντολογίας δεν έπρεπε να ανακατευτώ από την εκκίνηση ακόμα του αγώνα με το πλήθος των 200 αθλητών που θα ξεκινούσαν έναν αγώνα, στον οποίον εκείνοι συμμετείχαν, όχι εγώ! Το να βρεθείς όμως ανάμεσα στους αθλητές αυτούς μετά από 24-48 ώρες είναι εντελώς διαφορετικό, ο οποιοσδήποτε πεζοπόρος μπορεί να βρεθεί να κινείται παράλληλα με μια ουρά ανθρώπων, όπου η απόσταση του προηγούμενου από τον επόμενο είναι κατά μέσο όρο 10-30 λεπτά της ώρας. Δεύτερον, ήθελα την μία επιπλέον ημέρα ως πίστωση χρόνου για την πιθανή ολοκλήρωση σε 8+1 ημέρες. Και τέλος, μου άρεσε η μοναχικότητα και η αίσθηση ότι η κούρσα είναι πίσω μου και σταδιακά θα αρχίσουν να με προσπερνούν οι αθλητές της, σε μια φάση όμως όπου η ουρά θα έχει ανοίξει πολλά χιλιόμετρα από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο.
Δεν είχα σε λειτουργία την αυτόματη αναγνώριση της σωστής διαδρομής στο ρολόι μου, παρότι είχα φορτωμένο το gpx αρχείο και εκεί! Δεν το έκανα, κυρίως για να εξοικονομήσω μπαταρία, θεωρώντας ότι η κατανάλωσή της θα γινόταν με γοργό ρυθμό, βάζοντας σε κίνδυνο έτσι την καταγραφή της διαδρομής, βασικό αποδεικτικό στοιχείο της προσπάθειάς μου εκεί. Προτίμησα να συμβουλεύομαι το κινητό μου τηλέφωνο, όταν ένιωθα πως πρέπει να το κοιτάξω, κάτι όμως που ήταν αρκετά χρονοβόρο, σε αντίθεση με το ρολόι, το οποίο σε ειδοποιεί αμέσως, χωρίς καν να το κοιτάξεις μάλιστα (δόνηση)! Είχα λοιπόν φορτωμένο το ίχνος της διαδρομής σε application πλατφόρμας (All Trails) στο κινητό μου και μπορούσα να το συμβουλεύομαι ακόμα και αν το τηλέφωνο ήταν σε λειτουργία πτήσης. Αυτή η μέθοδος συνηθίζεται στις πλατφόρμες χαρτών, προκειμένου να μην γίνεται άσκοπη κατανάλωση της μπαταρίες των κινητών τηλεφώνων. Βέβαια, αρκετές ήταν οι φορές που πρώτα χάθηκα και μετά το συνειδητοποίησα, ώστε να συμβουλευτώ το κινητό μου. Πολλές φορές δε ακόμα, έκανα επιβεβαίωση 3 και 4 φορές αφότου έμπαινα σε κάποιο σωστό μονοπάτι, από το φόβο μήπως έχω κάνει λάθος. Όλη αυτή η διαδικασία ήταν σίγουρα χρονοβόρα, αν προσθέσουμε σε όλα τα παραπάνω και το γεγονός ότι άλλο είναι να στρίβεις 90 μοίρες τον καρπό σου για να δεις το ρολόι σου και άλλο να βγάζεις από το τσεπάκι του σακιδίου το κινητό, να το ξεκλειδώνεις, να ανοίγεις την εφαρμογή και να κάνεις zoom in στον χάρτη, για να δεις τη λεπτομέρεια που πρέπει να δεις, κινδυνεύοντας να στραβοπατήσεις με απρόβλεπτες συνέπειες.

Γενικά, μια διάχυτη ανασφάλεια ως προς την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών μου (ρεύμα από μπαταρίες) με οδήγησε στο να είμαι αρκετά συντηρητικός, τις πρώτες 2-3 μέρες μόνο όμως, μέχρι να βεβαιωθώ ότι θα μπορούσα με άνεση να τις καλύψω στα καταφύγια που διανυκτέρευα. Επιπλέον, η ελάχιστη κίνηση μέσα στη νύχτα, το πολύ 5-6 ώρες ανά 24ωρο, μου επέτρεπε να εξοικονομώ ενέργεια από τον φακό κεφαλής, μειώνοντας περαιτέρω το ξόδεμα ενέργειας από τα power banks.
Ο ρυθμός κίνησης που ακολούθησα, καθορίστηκε από τη δική μου εκτίμηση, αναφορικά με τις δυνατότητές μου αλλά και σε σχέση με όλο αυτό που σχεδίαζα να κάνω. Στην πράξη αποδείχτηκε ότι εύκολα βρίσκεις έναν ρυθμό ανάλογο με τη διάρκεια της προσπάθειάς σου αλλά και ανάλογα με το φορτίο που κουβαλάς στην πλάτη. Φυσικά, μετρά και η εμπειρία του καθενός αλλά το σώμα το ίδιο σου δείχνει το δρόμο στο θέμα του ρυθμού. Αρκούν λίγα λεπτά της ώρας σε κίνηση, για να κατανοήσεις αν κινείσαι αργά ή κινείσαι γρήγορα. Θα ήταν περιττό να πω ότι μιλάμε για την γνωστή «Ζώνη-1» της αθλητικής προσπάθειας, αυτό που θα λέγαμε αντοχή. Εννοείται πως σε τέτοιες προσπάθειες, διάρκειας ημερών, δεν υπάρχει άλλη επιλογή, για κανέναν!
Εδώ θα μνημονεύσω τη μικρή μου εμπειρία, όταν την δεύτερή μου μέρα βρέθηκα να ακολουθώ για μιάμιση ώρα τον προπορευόμενο αθλητή και νικητή του αγώνα εντέλει, Sebastien Raichon. Εγώ επαρκώς ξεκούραστος, μετά από διάλειμμα για γεύμα στο καταφύγιο Emanuele στο Κ-125 της διαδρομής, ακολούθησα τον Raichon μέχρι το επόμενο καταφύγιο-σταθμό (Chabod) για μια απόσταση 5 χιλιομέτρων. Εκείνος, φορτωμένος ήδη με 23 ώρες προσπάθειας και άυπνος φυσικά, κινούταν με έναν ρυθμό, που σε μένα έμοιαζε χαλαρός, επιεικώς! Και φυσικά δεν είχα κανένα πρόβλημα να τον ακολουθήσω, παρότι φορτωμένος με τα εννιά κιλά μου στην πλάτη. Εκεί όμως είναι και η διαφορά, στο ότι άλλο είναι το συνεχές και ασταμάτητο και άλλο το διακοπτόμενο! Εννοείται πως αν συνέχιζα και πιο πέρα από εκεί που εγώ σταμάτησα κι εκείνος συνέχισε, σύντομα θα έβλεπα τις δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν και να μένω πίσω.

Η όποια φθορά των δυνάμεών μου, ήταν περίπου πρόσκαιρη και τύχαινε απόσβεσης το πρωί της κάθε επόμενης ημέρας. Και λέω πρόσκαιρη, γιατί δεν μπορεί να είναι πρόσκαιρο το φορτίο των 15-18 ωρών καθημερινά, back-to-back. Απλά, το σώμα προσαρμόζεται και μπορεί να συνεχίζει να ανταποκρίνεται στο έργο που του αναθέτεις, τουλάχιστον για έναν αριθμό ημερών βέβαια και όχι ες αεί! Ήταν όμως εντυπωσιακό, το πόσο ανάλαφρος ένιωθα κάθε πρωί, εφόσον βέβαια είχε προηγηθεί πραγματικός ύπνος τη νύχτα που μεσολάβησε, έστω και για 4 ώρες!
Γιατί υπήρξαν τρεις νύχτες στις επτά, ανάμεσά τους η 4η, 5η και 7η, στη διάρκεια των οποίων ναι μεν ξάπλωσα πρόχειρα κάπου, μπαίνοντας σε ένα «τσουβάλι επιβίωσης» (bivy-bag), χωρίς όχι μόνο όμως να κοιμηθώ αλλά και να ταλαιπωρηθώ κυρίως από ένα συνδυασμό ζέστης και κρύου ταυτόχρονα, με κακή ανατομία στην πλάτη, ένα μαρτύριο χωρίς τέλος, στο οποίο το τέλος το έβαζα ο ίδιος όσο πιο σύντομα μπορούσα μέσα στη νύχτα. Ήταν χαρακτηριστικό ότι στη χειρότερη από αυτές τις διανυκτερεύσεις, στην 5η νύχτα μου, όταν ξεκίνησα να κινούμαι στο μονοπάτι μετά τη μαρτυρική 4ωρη παραμονή μου μέσα στο bivy-bag στο ύπαιθρο, δεν είχα παρά ελάχιστη δύναμη να βάλω το ένα πόδι μπροστά από το άλλο στον ανήφορο, ήμουν ένα ράκος! Χρειάστηκε, ώρες αργότερα όταν είχε μεσημεριάσει πια, να ξαπλώσω σε πράσινα γρασίδια στα περιαστικά της κωμόπολης του Gressoney Saint Jean, μήπως και αναλάβω δυνάμεις μετά από έναν σύντομο ύπνο. Εκεί συνειδητοποίησα πόσο καταστροφικά λειτουργεί η αϋπνία στην απόδοση και πόσο πλημμελής στην αναπλήρωση δυνάμεων είναι ο ύπνος του μισάωρου μέρα μεσημέρι ή και καταμεσής της νύχτας. Κερδίζεις χρόνο αλλά τον χάνεις αμέσως μετά με τη μειωμένη σου απόδοση. Απλές, τετράγωνες αλήθειες!

Μια και αναφέρομαι στην στρατηγική του «κινούμαι μέρα, κοιμάμαι νύχτα», να πω ότι λόγω ώρας εκκίνησης (8:00 το βράδυ όπως και ο αγώνας ένα 24ωρο μετά), την πρώτη νύχτα φυσικά την έβγαλα χωρίς ύπνο και πριν κλείσω τα μάτια μου για πρώτη φορά, είχαν συμπληρωθεί ήδη 27 ώρες και 100 χιλιόμετρα. Επιπλέον, τη δεύτερη βραδιά «εγκλωβίστηκα» από νωρίς σε διανυκτέρευση, περίπου στις 9:00 το βράδυ και εν μέσω βροχής, καθώς στη συνέχεια θα βρισκόμουν αντιμέτωπος με την αλυσίδα στο γκρεμό του Col Neyron και σε συνθήκες νύχτας αλλά και φρεσκοστρωμένου χιονιού στα 3100 μέτρα, κάτι που δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να περάσω κάτω από τέτοιες συνθήκες, όντας εκτός συναγωνισμού, ο κίνδυνος ήταν άγνωστος και εν τέλει μεγάλος! Εννοείται πως εφόσον θα συμμετείχα στον αγώνα, φυσικά και θα συνέχιζα, γιατί έτσι είναι οι αγώνες, δεν σε ρωτούν πότε θα βρεθείς στα δύσκολα, οφείλεις να κοιτάξεις κατά πρόσωπο κάθε δυσκολία, όποτε κι αν εμφανιστεί μπροστά σου, δεν υπάρχουν εκπτώσεις θάρρους και δράσης, ο χρόνος μετρά αμείλιχτα!
Αν τα πράγματα ήταν αλλιώς και είχα συνεχίσει, θα κέρδιζα κρίσιμα χιλιόμετρα κι έτσι δεν θα βρισκόμουν τόσο πίσω από τη δεύτερη κιόλας ημέρα, με ότι αυτό συνεπαγόταν και για τις μέρες που ακολούθησαν και που για να καλύψω το συγκεκριμένο κενό θα έπρεπε να μπαίνω για τις επόμενες δύο ημέρες βαθιά μέσα στη νύχτα, μέχρι να μαζέψω το χάσιμο της καθυστέρησης αυτής, πράγμα που φυσικά δεν έκανα, δεν είχα το κίνητρο ούτε και την πίεση. Από την 3η μέρα και μετά, η πορεία μου ήταν φυσιολογική, με προσπάθειες που διαρκούσαν σταθερά 16-18 ώρες, μικτές.

Η χαλαρότητα της 2ης μέρας ήταν που μου στοίχισε εν τέλει την αποτυχία του εγχειρήματος, καθώς δεν είχα τη θέληση να θυσιάσω κομμάτια από τις νύχτες που ακολούθησαν για να ισορροπήσω την κατάσταση και στο τέλος να βρεθώ εκτός κούρσας, μόλις 80 χιλιόμετρα (μιάμιση μέρα προσπάθειας) πριν το τέλος. Αυτό ήταν ένα ψυχολογικό πλήγμα που σε συνδυασμό με την κακή 7η διανυκτέρευση κάπου στο πουθενά, με αποθάρρυναν να ολοκληρώσω την προσπάθεια. Αυτό προσμετράται φυσικά στα αρνητικά μιας αυτόνομης προσπάθειας, όπου το κίνητρο είναι η ολοκλήρωση της διαδρομής αλλά χωρίς τον πιεστικό χαρακτήρα που προσδίδει η συμμετοχή σε έναν αγώνα.
Αναφορικά με τη σταδιακά φθίνουσα δική μου πορεία σε σχέση με τον ρυθμό κίνησης του συνόλου της κούρσας, στη συμπλήρωση του δικού μου 48ωρου προσπεράστηκα από τον προπορευόμενο αθλητή, στη συμπλήρωση του δικού του 24ώρου, κάπου στο 130ο χιλιόμετρο, όπου και όπως εξήγησα πιο πάνω αναγκάστηκα να διανυκτερεύσω μερικές ώρες νωρίτερα από τον σχεδιασμό μου, λόγω επερχόμενης νύχτας και βροχής-χιονιού. Όταν ξημέρωσε η 3η μέρα για μένα (58 ώρες) στο καταφύγιο που διανυκτέρευσα (Rifugio Chabod), ήμουν ήδη πίσω από τους πρώτους 15 αθλητές, οι οποίοι είχαν προσπεράσει από εκεί μέσα στη νύχτα, όταν εγώ κοιμόμουν ή προσπαθούσα τέλος πάντων, γιατί στους μεγάλους κοιτώνες υπάρχει και ο παράγοντας ροχαλητό.

Περνώντας ο ίδιος το Col Neyron λίγο αργότερα, αυτό το κρίσιμο σημείο με την καταρρίχηση, με υποστήριξη αλυσίδας, ενσωματώθηκα παρεΐστικα σε ένα δίδυμο Γάλλων αθλητών, με τους οποίους κινήθηκα μέχρι το τέλος της ημέρας αυτής, καλύπτοντας μαζί τους 50 χιλιόμετρα και 4000+ σε 16 ώρες (με 2ωρη στάση στο ενδιάμεσο), πιεζόμενος όμως πολύ προς το τέλος εξαιτίας του γρήγορου ρυθμού τους. Οι δύο Γάλλοι βρέθηκαν στην πρώτη 25άδα στο τέλος του αγώνα. Την 4η μέρα υποχώρησα σε παρέες που τελικά τερμάτισαν στην πρώτη 40άδα και με αυτόν το ρυθμό κατέληξα σταδιακά στην τελευταία ημέρα για μένα, την 7η, να κινούμαι παρέα με τους τέσσερις τελευταίους αθλητές της κούρσας που έφτασαν εμπρόθεσμα στο προτελευταίο σημείο αποκλεισμού στο Κ-365 της διαδρομής. Να πω ότι στον αγώνα, από τους 195 αθλητές που ξεκίνησαν, μόνο οι 89 κατάφεραν να τερματίσουν μέσα στο όριο των 190 ωρών. Ήμουν έτοιμος γι’ αυτό το σενάριο της φθίνουσας πορείας, δεν είχα υπολογίσεις όμως αυτήν την ατυχία στη δεύτερη μέρα, που είχε μοιραία επίπτωση στην παραπέρα εξέλιξη, αλλιώς ήταν αυτό ακριβώς που είχα σχεδιάσει: θα με προσπερνούσαν όλοι, μέχρι να φτάσω να κινούμαι με τους τελευταίους, που λόγω δυναμικότητας θα μπορούσα να «σταθώ» δίπλα τους. Αυτό όμως έγινε όχι εκεί που το ήθελα (Κ-400 και πέρα) αλλά σχεδόν μία μέρα νωρίτερα (Κ-360).

Σχετικά με τον εξοπλισμό μου έχω να πω πολλά, θα σταθώ όμως με κάποιο μέτρο, αναλύοντας τα βασικά, για να μη χαθώ στις λεπτομέρειες και θα το κάνω με τίτλους. Πάμε λοιπόν:
Παπούτσια: το #1 στοιχείο σε μια πεζοπορική προσπάθεια, αγωνιστική ή μη, είναι μακράν του επόμενου (σακίδιο) τα παπούτσια. Επέλεξα λοιπόν ένα καθαρόαιμο trekking παπούτσι, το Aequilibrium Trek της La Sportiva, εκτιμώντας απόλυτα σωστά, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, αυτό που σκόπευα να κάνω! Καθαρόαιμο trekking, σημαίνει στιβαρή κατασκευή που καλύπτει και τον αστράγαλο, με ημιάκαμπτη σόλα αδρής πρόσφυσης, δερμάτινη βάση, ενισχύσεις σε όλα τα πλαϊνά και τις μύτες. Όλα αυτά φυσικά στοιχίζουν σε βάρος, κάνοντας τελικά ένα παπούτσι 3πλάσιου βάρους από τα γνωστά trail running sneakers, με όλα όσα συνεπάγεται ένα τέτοιου τύπου παπούτσι, ή μάλλον άρβυλο, για να είμαστε ακριβέστεροι.
Με το άρβυλο μπορείς να τρέξεις λίγο, με πιο αργές ταχύτητες και μόνο εφόσον είσαι ήδη εξοικειωμένος με τέτοια υπέρβαση (δυνατοί τετρακέφαλοι κλπ). Επιπλέον, η άνεση του ποδιού μέσα σε μια αρβύλα πεζοπορίας, όσο κι αν αυτές έχουν εξελιχθεί στις μέρες μας, δεν είναι εκείνη ενός αθλητικού παπουτσιού, ειδικά στις πατούσες. Εκεί, η παγκόσμια βιομηχανία έχει κάνει θαύματα και τα sneakers σε κάνουν άλλον άνθρωπο, χάρη σε πανάλφρα υλικά, καινοτόμες μεσόσολες, συστήματα συγκράτησης και κάποια ακόμα στοιχεία. Και κάπου εκεί τελειώνουν τα πλεονεκτήματα των sneakers κι αρχίζουν τα μειονεκτήματά τους (ευστάθεια, προστασία, αντοχή υλικών, πρόσφυση, κράτημα, ασφάλεια). Γι’ αυτό και προτίμησα ένα ζευγάρι αρβύλες, για να μπορέσω να διασφαλίσω τη συνέχιση της προσπάθειάς μου μέχρι το τέλος. Θυσίασα την επίδοση για λογαριασμό της σιγουριάς. Δεν είχα την πολυτέλεια των drop-bags όπως οι αθλητές του αγώνα, ώστε να έχω εναλλακτικές λύσεις. Ένα ζευγάρι παπούτσια, από την αρχή μέχρι το τέλος! Αν είναι εντάξει και δεν σε χτυπήσουν, είσαι τυχερός, διαφορετικά θα πρέπει να βρεις το κουράγιο ή αλλιώς να εγκαταλείψεις. Ήμουν και τυχερός αλλά και το υλικό που επέλεξα ήταν πρώτης τάξεως και με έβγαλε παλικάρι. Κι αν αποφάσιζα να κάνω το ίδιο εγχείρημα και δεύτερη φορά, πάλι αυτά τα παπούτσια θα επέλεγα! Να μην παραλείψω να επισημάνω την απόκρισή των παπουτσιών μου στα χειρότερα πεδία που μπορεί να συναντήσει πεζοπόρος σε ορεινό περιβάλλον, τους ατέλειωτους σχηματισμούς μεγάλων βράχων άτακτα στημένων, με τεράστια κενά-τρύπες ανάμεσά τους και όλα αυτά τις περισσότερες φορές σε μεγάλες κλίσεις! Εκεί, οι αρβύλες μου πήραν 10 άριστα. Ένιωθα την απόλυτη σιγουριά ότι εκεί που θα πηδήξω, θα σταθώ κιόλας, κάτι που με 9 κιλά στην πλάτη και με αθλητικά παπούτσια δεν θα το τολμούσα. Επίσης, οι αρβύλες μου έδωσαν ρεσιτάλ σε χωμάτινες κατηφόρες μεγάλων κλίσεων (υπήρχαν και σχοινιά υποστήριξης εκεί), όπου άνετα μπορούσα να εμπιστευθώ και πλαγιοκατάβαση αλλά και κατά μέτωπο (φτέρνες), χωρίς να πιάνομαι καν από τα σχοινιά. Σε κάθε περίπτωση πάντως, όταν το βάρος στην πλάτη ξεπερνά ένα όριο, σχετικό για τον καθένα, τότε τα παπούτσια στον κατήφορο έχουν κομβικό ρόλο.

Σακίδιο: Το αμέσως επόμενο εξάρτημα εξοπλισμού που πρέπει κάποιος να προσέξει σε μεγάλες εξορμήσεις, είναι αυτή η κατασκευή που κουβαλάμε ατέλειωτες ώρες στις πλάτες μας. Για τις δικές μου επιλογές, βασικός είναι ο ρόλος του συστήματος πλάτης που έχουν τα σακίδια! Απαιτείται ένας «σκελετός» με την ανατομία της ανθρώπινης σπονδυλικής στήλης και των καμπυλών που αυτή διαγράφει. Χωρίς ανατομία πλάτης, το σακίδιο γρήγορα θα σε κουράσει, με ότι αυτό συνεπάγεται. Εξαίρεση βέβαια αποτελούν τα «τρεξιματικά γιλέκα», που όμως δεν είναι φτιαγμένα για να κουβαλούν πάνω από 3-5 κιλά, μοιρασμένα μάλιστα στα πλάγια αλλά και στους ιμάντες (παγούρια-φλασκιά), άρα το 50% του βάρους δεν βρίσκεται στην πλάτη! Στη δική μου περίπτωση, το 90% του συνολικού βάρους ήταν στην πλάτη μου. Επέλεξα ένα 30λιτρο σακίδιο στιβαρής κατασκευής όμως, με ανατομικό σύστημα και υλικά αντοχής στο σώμα του. Το Talon Velocity των 32 λίτρων από την κορυφαία Osprey, ήταν το σακίδιο που αποφάσισα να βάλω στην πλάτη μου.
Ενώ είναι ένα σακίδιο hiking κατηγορίας (ημερήσιες πορείες δηλαδή), έχει χαρακτηριστικά που ταιριάζουν με προσπάθειες ταχύτητας όπως η δική μου, κάνοντας το κεντρικό του σώμα εύκολα και γρήγορα προσβάσιμο. Το ότι δεν έχει καπάκι (lid) αλλά ένα flap που δένει με το σώμα για να συγκρατεί το περιεχόμενο, δεν το κάνει να μειονεκτεί, όταν επιδιώκεις ταχύτητα κίνησης και ελάχιστο χαμένο χρόνο στο βάλε-βγάλε. Θεωρώ ότι το roll-top άλλων σακιδίων μειονεκτεί σε σχέση με το κλείσιμο που επέλεξε η Osprey για αυτό το σακίδιο. Σωτήρια τα ελαστικά δίχτυα-τσέπες (mesh pockets) τριγύρω του σακιδίου, έδιναν λύσεις για άμεση αποθήκευση αντικειμένων “on the go” χωρίς καν να σταματήσω! Οι δύο τσέπες στον ιμάντα της μέσης (hip belt pockets) αποδείχτηκαν σωτήριες, ειδικά η δεξιά, στην οποία έβαζα κι έβγαζα όλη την ώρα το κινητό μου, είτε για να πλοηγηθώ είτε για να φωτογραφήσω, είτε ακόμα και για να μιλήσω σε σπάνιες περιπτώσεις. Καταπληκτικός ο σκελετός πλάτης του Talon, μινιμαλιστικός για ανατομικός αλλά απόλυτα λειτουργικός. Μοναδικό μειονέκτημα του σακιδίου, η απουσία κεντρικού κάθετου φερμουάρ για εναλλακτική πρόσβαση στο κεντρικό σώμα του σακιδίου, το οποίο στην Large εκδοχή του ζυγίζει μόλις 1030 γραμμάρια.

Λοιπός εξοπλισμός: επέλεξα να έχω ένα θερμικό μπουφάν (γέμιση με επεξεργασμένο μαλλί) για να αντιμετωπίσω τυχόν μεγάλα κρύα και διανυκτέρευση στο ύπαιθρο και χρειάστηκε σε 2-3 περιπτώσεις μόνο, χάρη στις ήπιες θερμοκρασίες που επικράτησαν. Ελαφρύ αδιάβροχο μπουφάν, με καλό δείκτη αδιαβροχοποίησης και διαπνοής (20.000). Μια μακρυμάνικη μπλούζα και ένα μακρύ παντελόνι κολάν, όπως και αδιάβροχο παντελόνι, που λόγω ευνοϊκών συνθηκών δεν φορέθηκε ποτέ στις 7 ημέρες. Ένας σάκος επιβίωσης (bivy bag) έπαιξε το ρόλο υπνόσακου και ένα φουσκωτό στρώμα, χρησιμοποιήθηκαν για τις τρεις από τις επτά διανυκτερεύσεις μου, χωρίς ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα όμως. Βέβαια το βάρος και ο όγκος του σετ διανυκτέρευσης δεν μπορούσε να περιλαμβάνει κάτι περισσότερο, οπότε ακόμα και αυτά ήταν μια πολυτέλεια για μένα. Όταν όμως δεν συμμετέχεις στον αγώνα και πρέπει να βρεις λύση στη διανυκτέρευση που αποφάσισες να κάνεις, οφείλεις να έχεις στο τσεπάκι και τις επιλογές σου. Στα υπόλοιπα του εξοπλισμού μου δεν θα επεκταθώ, πέρα από το φαρμακείο που ήταν επαρκέστατο, σε συστήματα φόρτισης που έμοιαζαν έως και υπερβολικά (δύο power-banks) και διάφορα αξεσουάρ. Καίριο ρόλο έπαιξε η κρέμα πρόληψης φουσκαλών στις πατούσες, σε συνδυασμό πάντα με τη νυχτερινή στάση, η οποία έδινε τον χρόνο στα πόδια να επανέλθουν σε φυσιολογική κατάσταση, έτοιμα να δεχτούν τον φόρτο της επόμενης μέρας των 16-18 ωρών. Κλείνω με τα τρόφιμα, που καταλάμβαναν περίπου 2 κιλά και 4-5 λίτρα χώρο.

Θα ήθελα να πω πιο κάτω, λίγα λόγια για το πεδίο της διαδρομής του Tor des Glaciers. Είναι πραγματικά αξιοσημείωτο το εύρος δυσκολίας που συναντά κανείς εκεί, από το καλύτερο μέχρι το χειρότερο. Όμως η αναλογία καλού-κακού πεδίου είναι εκείνη που καθορίζει στο τέλος και τις επιδόσεις των αθλητών, γιατί όταν η ζυγαριά δεν γέρνει με σαφήνεια προς το καλό, τότε οι αριθμοί -αλλά και οι άνθρωποι- αρχίζουν να υποφέρουν. Η διαδρομή του Glaciers είναι ευνόητο πως αποτελεί μια συρραφή μονοπατιών, δεδομένου ότι είναι κύκλος και οι κυκλικές διαδρομές ποτέ δεν αποτελούν ενιαίες πεζοπορικές διαδρομές. H διαδρομή του Glaciers, όπως και η γνωστότερη και παλιότερη, του Geants, κινείται στην περιφέρεια της γεωγραφικής ενότητας της Αόστα, η οποία διατρέχεται από ένα ποτάμι (Bassac Dere), το οποίο τροφοδοτείται από δεκάδες παραπόταμους που σε μια κάτοψη της περιοχής μοιάζουν με ακτίνες ενός κύκλου που ενώνονται με μια διάμετρο αυτού του κύκλου, την κεντρική οδό απορροής. Ως εκ τούτου, δεκάδες είναι και οι μικρές και μεγαλύτερες κοιλάδες που κινούνται από την περιφέρεια προς το κέντρο. Αυτές τις κοιλάδες τέμνουν εγκάρσια οι διαδρομές των δύο αγώνων, στην κυκλική του ς τροχιά με αρχή και τέλος το Courmayuer, ένα σημείο στην δυτική πλευρά της περιφέρειας αυτού του κύκλου.
Το Geants των 350 χιλιομέτρων διατρέχει τον βασικό κορμό που σχηματίζουν τα κεντρικά μονοπάτια Alta Via 1 και Alta Via 2, ενώ το Glaciers των 450, έχει ένα πιο «ατίθασο» σχεδιασμό, ακολουθώντας κατά βάση ξεχασμένα και δευτερεύοντα μονοπάτια, σε έναν κύκλο εκ των πραγμάτων ευρύτερο. Θα πρέπει να επισημάνω βέβαια και κάποια φλύαρα τμήματα της διαδρομής, κάπου στην περιοχή ανάμεσα σε Breithorn και Cervino (Matterhorn), μια αλπική περιοχή που έχει όμως αλωθεί από δρόμους και εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν τεράστιες χιονοδρομικές πίστες τον χειμώνα. Ας πούμε ότι αυτό το τμήμα των 10 χιλιομέτρων του Glaciers είναι το μόνο του μελανό σημείο στο θέμα της χάραξης.

Ευτυχώς πάντως για τους διοργανωτές, τα βουνά-γίγαντες στην Κοιλάδα της Αόστα βρίθουν μονοπατιών, από τα πιο χαμηλά υψόμετρα μέχρι και στα ψηλά διάσελα των 3000 μέτρων αλλά και ακόμα πιο ψηλά. Όμως, σε ελάχιστες ευτυχώς περιπτώσεις, για να βγει η συνέχεια της διαδρομής, επιλέχτηκαν μονοπάτια που μικρή σχέση έχουν με το άθλημα του τρεξίματος, πιο πολύ απευθύνονται σε πεζοπόρους με στοιχειώδεις ορειβατικές δεξιότητες. Δεν θα τα χαρακτήριζα καν μονοπάτια, ούτε και ατραπούς, αν αυτός ο όρος προσδιορίζει κάτι ακόμα πιο δύσκολο. Απλά, κάποιοι πέρασαν με ένα κουτί μπογιά κι έβαψαν με ένα πινέλο όσο άτακτα επιβάλει η μορφολογία επικίνδυνα ειρημένους βράχους. Και μάλιστα επειδή πριν και μετά από το περιγραφόμενο πεδίο αναπτύγματος εκατοντάδων μέτρων ή και χιλιομέτρου, υπάρχει όντως μονοπάτι αριθμημένο, η αρίθμηση μπήκε με φροντίδα και πάνω στους εν λόγω βράχους (boulders), που περισσότερο μοιάζουν με αλλόκοτα πλάσματα που σου δίνουν την αίσθηση ότι σε περιμένουν να κάνεις το λάθος βήμα! Σε κάθε περίπτωση, τα σημάδια μπήκαν μελετημένα, ώστε ο χαμένος στην έρημο των βράχων πεζοπόρος, να μπορεί από το προηγούμενο σημάδι να δει το επόμενο.
Πάντως, είναι αξιοσημείωτη η εξοικείωση των βουνίσιων ανθρώπων στις Άλπεις με το κακοτράχαλο τερέν, οπότε ότι και να συναντήσεις στο δρόμο σου εκεί πάνω θεωρείται εύλογο, αν όχι και αυτονόητο. Αλυσίδες, συρματόσχοινα, σχοινιά, μεταλλικά σκαλιά βιδωμένα στο βράχο, σκαψίματα, τα πάντα στην υπηρεσία της πεζοπορίας. Και προσοχή: όλα αυτά δεν στήνονται για τον αγώνα, υπάρχουν εκεί για να εξυπηρετούν τους πεζοπόρους των βουνών. Όταν λοιπόν κάποιος κινείται σε αρκετά από τα επιμέρους τμήματα της διαδρομής του Glaciers, έχει απελπιστικά αργή ταχύτητα ενώ την ίδια στιγμή ρισκάρει πολλά από τα βήματα που κάνει, ειδικά μέσα στο σκοτάδι.

Συγκριτικά τώρα με τη διαδρομή του αδελφού αγώνα “Tor des Geants”, ο οποίος έχει παγκόσμια αίγλη και φυσικά σκεπάζει από άποψη δημοσιότητας το νεότερο αδέλφι του, το “Tor des Glaciers”, υπάρχει μια βασική διαφορά: ο Geants των 350 χιλιομέτρων κινείται κατά βάση σε εύκολο πεδίο, συγκριτικά πάντα με τον Glaciers των 450 (σημαντική λεπτομέρεια: το 25% της διαδρομής του Glaciers είναι κοινό με εκείνη του Geants). Άρα, η διαφορά ανάμεσα στους δύο αγώνες της ίδιας διοργάνωσης δεν βρίσκεται στα 100 επιπλέον χιλιόμετρα, ούτε και στα 7000 επιπλέον υψομετρικά. Για όσους γνωρίζουν τον Geants, να πω ότι ο Glaciers δεν είναι Geants+100 χιλιόμετρα, είναι κάτι άλλο! Κι όπως εξήγησα και πιο πάνω, άλλο είναι να τρέχεις πάνω σε χωμάτινο μονοπάτι κι άλλο να ακροβατείς βήμα-βήμα πάνω σε ετοιμόρροπους, μυτερούς βράχους ή σε απόκρημνες πλαγιές. Αν τώρα, προσθέσουμε στην μεγάλη διαφορά δυσκολίας πεδίου των δύο διαδρομών και τον παράγοντα των χρονικών ορίων για τους δύο αγώνες, βγάζουμε κι άλλο συμπέρασμα: ότι το χρονικό όριο στον Glaciers είναι συγκριτικά πιο αυστηρό από εκείνο του Geants. Απόδειξη?
Tor des Geants = 350+250(00) = 600pts : 150hrs = 4,00
Tor des Glaciers = 450+320(00) = 770pts : 190hrs = 4,05
Τι μας λέει το πηλίκο? Συνυπολογίζοντας και τα υψομετρικά πάντα, ότι η μέση ταχύτητα στον μεγαλύτερο και τεχνικότερο Glaciers πρέπει να είναι μεγαλύτερη (!) για να προλάβει να φτάσει κάποιος έγκυρα στη γραμμή του τερματισμού. Εννοείται βέβαια, πως όσο μεγαλώνει ένας αγώνας τόσο μικραίνει η μέση ωριαία ταχύτητα, το εύλογο! Πόσο μάλιστα, όταν πολλά από τα μονοπάτια του Glaciers θεωρούνται μονοπάτια μέσα σε αρκετά εισαγωγικά. Φυσικά, δεν είναι τυχαίο πως το κριτήριο συμμετοχής στο Glaciers είναι ο προηγούμενος τερματισμός στο Geants σε λιγότερες από 130 ώρες (150 είναι το κανονικό όριο).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ “TOR DES GLACIERS FUN-HIKE”
Απαριθμώ πιο κάτω τα συμπεράσματά μου, ολοκληρώνοντας την ανάλυση για την εμπειρία μου στις Άλπεις:

Είναι άλλο να κάνεις τη δική σου προσπάθεια, της οποίας μοναδικός στόχος είναι η ολοκλήρωση και άλλο να συμμετέχεις σε έναν αγώνα, όπου υπάρχει εξωτερική αλλά και εσωτερική πίεση για να πετύχεις το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα! Φυσικά, όλα εξαρτώνται από την τελική επίδοση και στη μία και στην άλλη περίπτωση. Κάλλιστα μπορεί μια ατομική προσπάθεια -ας την αποκαλέσω καταχρηστικά FKT- να φέρει ένα αποτέλεσμα καλύτερο από αγώνα. Εξαρτάται από το ίδιο το υποκείμενο, τον άνθρωπο που επιχειρεί και τη δυναμικότητά του, με λίγα λόγια. Ο χαρακτηρισμός «αγώνας» δεν αποτελεί πανάκεια, δεν καθαγιάζει μια προσπάθεια από μόνος τους. Τα χρονόμετρα εξάλλου για αυτόν τον λόγο υπάρχουν και χρησιμοποιούνται, καλύτερος είναι ο γρηγορότερος! Το αν έχεις ή δεν έχεις νούμερο στο στήθος, ουδόλως αναβαθμίζει το όποιο αποτέλεσμα, ούτε σε βάζει σε μια κατηγορία ψηλότερη από κάποιον χωρίς νούμερο! Αυτά, για να μην υπάρχουν παρανοήσεις και λανθασμένες εντυπώσεις σχετικά με τις αθλητικές και αγωνιστικές προσπάθειες. Ας μην ξεχνάμε ποτέ, ότι κορυφαίοι παγκόσμια αθλητές της ορεινής υπεραντοχής, έχουν καταγράψει αξιομνημόνευτες προσπάθειες ταχύτητας σε συγκεκριμένες διαδρομές (FKT fastest known times) χωρίς να συμμετέχουν σε αγώνα.Συνιστώ αυτόν τον τρόπο γνωριμίας με τη διαδρομή του Tor des Glaciers, άσχετα με τον αριθμό των ημερών που χρειάζεται κάποιος (από 8 μέχρι 15 ημέρες είναι ένα λογικό χρονικό διάστημα). Αν όμως κάποιος δεν είναι βέβαιος ότι ήρθε η ώρα να το παλέψει με την πρώτη φορά -τυπική προϋπόθεση το κριτήριο των 130 ωρών στο Geants πάντα- τότε θα του πρότεινα να κάνει ότι έκανα εγώ. Ένα σακίδιο στην πλάτη και διάθεση για περιπέτεια. Η διαδρομή δεν είναι σηματοδοτημένη με ειδική σήμανση αλλά με τη σήμανση των τοπικών μονοπατιών που κάθε τόσο αλλάζουν καθώς η συρραφή απαιτεί πλήθος τοπικών μονοπατιών, υπάρχει όμως ένα ακριβέστατο ψηφιακό αρχείο (GPX) που μπορεί να αποτελέσει τον οδηγό του πεζοπόρου, με απόλυτη ασφάλεια και κυρίως, με απόλυτη ακρίβεια! Αν πάλι κάποιος θεωρεί χάσιμο χρόνου και κόπου αλλά και χρήματος, για να κάνει μια τέτοια αυτόνομη διάσχιση, τότε ο δρόμος είναι ανοιχτός να πάρει μέρος στον αγώνα (έχοντας το κριτήριο συμμετοχής), δεν θα έχει όμως την συνολική εικόνα της διαδρομής, κάτι που θεωρώ σημαντικό. Για τους υπόλοιπους, που δεν έχουν το κριτήριο συμμετοχής ή που δεν ενδιαφέρονται για την αγωνιστική τους παρουσία εκεί, μια διάσχιση 450 χιλιομέτρων στις Άλπεις, έχει πάντα ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον. Φανταστείτε 15 ημέρες καθημερινής πορείας σε μια από τις ομορφότερες ορεινές περιοχές της Ευρώπης, στη σκιά κορυφών που μετρούν πάνω από 4000 μέτρα υψόμετρο.

Αθλητές χωρίς προηγούμενη εμπειρία ή και με εμπειρία, καλό είναι να μεταφέρουν έναν ελάχιστο εξοπλισμό πάνω τους και να κάνουν τη διάσχιση από καταφύγιο σε καταφύγιο, μέσα στον Αύγουστο! Νωρίτερα (Ιούλιο), υπάρχουν ακόμα αρκετά χιόνια στα διάσελα ενώ αργότερα (Σεπτέμβριο) κλείνουν τα καταφύγια και έρχονται τα πρώτα χιόνια του επόμενου χειμώνα. Τα καταφύγια προσφέρουν απόλυτα ικανοποιητική φιλοξενία (διαμονή-διατροφή-ρεύμα-wifi) ενώ στο ενδιάμεσο υπάρχουν και μικρές κωμοπόλεις, που μπορούν να εξυπηρετήσουν μια αυτοϋποστηριζόμενη προσπάθεια, κάτι που αξιοποίησα και εγώ αλλά μπορεί να αξιοποιήσει φυσικά ακόμα και ένας αθλητής των αγώνων. Δεν υπάρχει κανονισμός απαγόρευσης στους αθλητές να αξιοποιούν πρόσθετες πηγές τροφοδοσίας επί πληρωμή. Θυμάμαι χαρακτηριστική σκηνή σε πιτσαρία στο Donnas, όπου μπήκα βράδυ για να φάω, λίγο μετά να μπαίνουν δύο αθλητές του Tor des Geants και να κάνουν το ίδιο, λέγοντας στην υπεύθυνη του μαγαζιού ότι προτιμούσαν μια ζεστή πίτσα από την τροφοδοσία της διοργάνωσης, λίγα μέτρα μακρύτερα.

Η χρήση αμιγώς αθλητικών παπουτσιών σε τέτοιες διασχίσεις και σε ρυθμό πεζοπορίας με πρόσθετο βάρος στην πλάτη, δεν είναι η ενδεδειγμένη λόγω κακού τερέν. Φυσικά δεν είναι ακατόρθωτο, συμβαίνει στον αγώνα εξάλλου, όμως έτσι αυξάνεται το ρίσκο για μικροατυχήματα που μπορούν να στοιχίσουν ολόκληρη την προσπάθεια. Σε μια μοναχική προσπάθεια χωρίς υποστήριξη, καλό είναι να προσπαθήσει κανείς να διασφαλίσει μερικά βασικά ζητήματα ασφάλειας, υγείας και σωματικής ακεραιότητας εν γένει.
Σε ατομικό επίπεδο τώρα, θεωρώ ότι έκανα τις καλύτερες επιλογές, τόσο σχεδιασμού, όσο και υλοποίησης αλλά και εξοπλισμού. Φυσικά, μια προσπάθεια χωρίς το μαστίγιο του χρονομέτρου και μόνο με το καρότο της ολοκλήρωσης (=τερματισμού), χωρίς όμως αυστηρά χρονικά όρια, δεν ήταν αρκετή για να με παρακινήσει σε μια δύσκολη στιγμή να συνεχίσω μέχρι το τέλος, γι’ αυτό και τα παράτησα έχοντας καλύψει τα 4/5 της προσπάθειας. Είχα φάει τον γάιδαρο αλλά έκανα πίσω όταν έφτασε η ώρα της ουράς του. Πάντως, μετά από επτά συνεχόμενες ημέρες, ένιωθα ότι είχα ακόμα τις δυνάμεις να ανταποκρίνομαι σε έργο κατά μέσο όρο 15 ωρών, 50 χιλιομέτρων και 4000+ ανάβασης. Φαντάζομαι ότι όταν μιλάμε για 1400 χιλιόμετρα με 100.000+ ανάβαση, που είναι τα επερχόμενα Ιμαλάια, η δοσολογία κατεβαίνει και από ένταση και κυρίως, από όγκο (15ω/40χ/3500+ και με διάλειμμα 2-3 φορές στο σύνολο περίπου 40 ημερών) αποτελεί μια λογική συνταγή επιτυχίας εκεί. Φυσικά το βάρος πλάτης στο επερχόμενο σχέδιο δεν θα είναι 8-9 αλλά 12-14, με τερέν όμως σαφέστατα καλύτερο από αυτό των Άλπεων. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, ο προσδοκώμενος στόχος δεν ακούγεται ανεδαφικός. Από την άλλη, στη ζυγαριά αυτή πρέπει να προστεθεί το μεγαλύτερο μέσο υψόμετρο στα Ιμαλάια, οι κακές συνθήκες διατροφής και η απουσία στοιχειωδών ανέσεων που στις Άλπεις υφίστανται. Φυσικά, ο σπουδαιότερος παράγοντας που προσθέτει βάρος σε αυτή τη ζυγαριά, είναι το μέγεθος της διαδρομής του Great Himalaya Trail, που αποτελεί το τριπλάσιο της διαδρομής του Tor des Glaciers στις Άλπεις.

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΑΓΩΝΑ – Υπάρχουν 9 περάσματα (διάσελα ή Cols) πάνω από 3000μ. Τα 113 από τα 448 χιλιόμετρα (25%) της διαδρομής του Glaciers, συμπίπτουν με τη διαδρομή του Geants. Υπάρχουν 4 ενδιάμεσα χρονικά όρια αποκλεισμού (κόφτες). Υπάρχουν 3 Life Bases (κεντρικοί σταθμοί με δυνατότητα χρήσης σάκων ανεφοδιασμού των αθλητών) ενώ οι σταθμοί τροφοδοσίας συνολικά είναι 31 (συμπεριλαμβανομένων των 3 Life Bases). Συνήθως η διαδρομή του αγώνα υφίσταται μικρές τροποποιήσεις για λόγους ασφάλειας, εξαιτίας ακραίων καιρικών φαινομένων. Φέτος οι ιδανικές καιρικές συνθήκες επέτρεψαν να υλοποιηθεί ο αγώνας στην αυθεντική του διαδρομή. Το ποσοστό τερματισμών στον αγώνα είναι πάντα κάτω από το 50% (φέτος ήταν 46%). Οι γυναικείες συμμετοχές είναι πάντα χαμηλές (μονοψήφιο ποσοστό), με εξαίρεση τη φετινή χρονιά, που έφτασαν στο 11% με μόλις 6 από τις 21 που εκκίνησαν να τερματίζει (29%).
ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ FUN-HIKE – Παραθέτω εδώ επιγραμματικά τα στοιχεία της καθημερινής μου προσπάθειας στο Glaciers (μικτός χρόνος – απόσταση – ανάβαση – περιγραφή – link ίχνους)
- 11 Σεπτ. > 26.04 h – 98,5 km – 6590m+ > Courmayeur – Rif. Bezzi – (link)
- 13 Σεπτ. > 13.43 h – 41,1 km – 3030m+ > Rif. Bezzi – Rif. Chabod – (link)
- 14 Σεπτ. > 16.57 h – 54,4 km – 3870m+ > Rif. Chabod – Rif. Miserin – (link)
- 15 Σεπτ. > 17.23 h – 50,5 km – 3240 m+ > Rif. Miserin – Donnas – (link)
- 16 Σεπτ. > 17.24 h – 44,6 km – 4400 m+ > Donnas – Niel – (link)
- 17 Σεπτ. > 17.43 h – 44,8 km – 2990 m+ > Niel – Rif. Frachey – (link)
- 18 Σεπτ. > 16.29 h – 54,3 km – 3210 m+ > Rif. Frachey – Place Moulin – (link)
O συνολικός χρόνος που απαιτήθηκε για τη διάσχιση των 360 επισήμων χιλιομέτρων (388 κατέγραψα αθροιστικά ο ίδιος, όμως σε αυτά περιλαμβάνονται χασίματα και «θόρυβος» από στασεις), ήταν 172 ώρες και 29 λεπτά. Από αυτές τις 172 ώρες, οι 126 ήταν ο μικτός χρόνος κίνησης, περιλαμβάνονται δηλαδή και τα όποια διαλείμματα στη διάρκεια της μέρας. Αυτό σημαίνει ότι ο χρόνος νυχτερινής στάσης ήταν περίπου 46 ώρες, που επιμεριζόμενο σε 5 νύχτες που μεσολάβησαν (από τις 6, η πρώτη νύχτα ήταν όλη σε κίνηση), δίνει έναν μέσο όρο 9 ωρών στάσης. Παρόλα αυτά, ο ύπνος σε καμία περίπτωση δεν ξεπέρασε τις 6 ώρες (την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκα) και συνήθως ήταν 4-5, με εξαίρεση δύο νύχτες υπαίθριου ύπνου, όπου δεν ξεπέρασε το 2ωρο.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Το Tor des Glaciers δεν το ολοκλήρωσα για να έχω μια πλήρη εικόνα, αυτό όμως που αποκόμισα από τα 4/5 της διαδρομής και την ήδη γνώση του μισού από το υπολειπόμενο 1/5 της, μπορώ να πω με αρκετή βεβαιότητα, ότι ως διαδρομή τουλάχιστον αξίζει να προσεχτεί! Αξίζει δηλαδή κανείς, να την διασχίσει σε μη αγωνιστικό ρυθμό και σε χρόνο που ο ίδιος θα επιλέξει κάπου στο καλοκαίρι, έχει πολλές εικόνες να του προσφέρει στα 450 της χιλιόμετρα. Φυσικά, λόγω μεγέθους αλλά και φυσικού κάλλους, καλό είναι να το μοιραστεί με μια καλή παρέα και για λόγους ασφάλειας! Η παρουσία καταφυγίων αλλά και χωριών σε κάποιες περιπτώσεις κάνουν τα πράγματα λιγότερο δύσκολα από ότι μαρτυρούν οι σκληροί αριθμοί. Τώρα, εάν αξίζει να μπει κάποιος στον αγώνα, θα έλεγα ΝΑΙ, σχεδόν με το χέρι στην καρδιά. Και λέω σχεδόν, ίσως γιατί δεν δοκίμασα ο ίδιος την εμπειρία αυτή πηγαίνοντας εκεί φέτος. Ποιος ξέρει, ίσως του χρόνου οι συγκυρίες να μου δώσουν το δικαίωμα να αφαιρέσω την αίρεση του «σχεδόν», ο καιρός θα δείξει…



