Δεν είναι λίγες οι φορές όπου αναβάσεις σε κορυφές των Ιμαλαΐων αμφισβητήθηκαν. Και φυσικά, εκείνες που αντιμετώπισαν τον σκεπτικισμό της κοινής γνώμης, δεν είναι αναβάσεις που έτσι κι αλλιώς θα πέρναγαν απαρατήρητες, όπως για παράδειγμα μια από τις χιλιάδες πια αναβάσεις εμπορικών αποστολών στο Everest ή σε κάποια άλλη «Οχτάρα», αναβάσεις που δεν μεταβάλλουν τίποτα περισσότερο από κάποιους στατιστικούς πίνακες και έχουν μια συλλεκτική σημασία για τους κατόχους τους.
Τα πυρά της αμφισβήτησης όμως δέχονται αναβάσεις που καθορίζουν σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό την πορεία της ορειβατικής ιστορίας των Ιμαλαΐων, όπως για παράδειγμα η ανάβαση των Messner-Habeler το 1978 στο Everest, χωρίς οξυγόνο. Γι’ αυτό και αποτελεί παράδοση από τις απαρχές ακόμα των αναβάσεων στις μεγάλες κορυφές, ένα φωτογραφικό ντοκουμέντο! Ας μην ξεχνάμε την ανεύρετη θρυλική πια κάμερα των Mallory & Irvine, από την ιστορική ανάβαση του 1924 στο Everest, η οποία -αν ποτέ βρεθεί στους πάγους- θα λύσει το μυστήριο εκείνης της αποστολής, για χάρη της οποίας γράφτηκαν δεκάδες βιβλία και ξοδεύτηκε ατέλειωτος χρόνος έρευνας από τους ιστορικούς της ορειβασίας. Μία πιθανή φωτογραφία από το 1924 στην κορυφή του Έβερεστ θα ανατρέψει εκ βάθρων την ιστορία όπως την γνωρίζουμε σήμερα, θεωρώντας ότι ο άνθρωπος πάτησε εκεί πάνω το 1953 για πρώτη φορά. Κι αν έρθουμε σε πιο κοντινές εποχές, πάντα θα βρούμε τον πρωταγωνιστή μιας περιπέτειας στις κορυφές των Ιμαλαΐων, να έχει πάντα στον σάκο του μια κάμερα, για μία και μοναδική έστω φωτογραφία, ακόμα και αν σε αυτήν δεν φαίνεται ο ίδιος αλλά μια άδεια κορυφή με καρφωμένο ένα πιολέ και μια σημαία (περίπτωση Herman Buhl το 1953, στην πρώτη -και μοναχική- ανάβαση του Nanga Parbat).
Το 2013, ο περίφημος τότε Ελβετός Ueli Steck, ο αποκαλούμενος και «Ελβετική μηχανή», χάρη στις φυσικές και αδιαμφισβήτητες τεχνικές του ικανότητες στο πεδίο, επέστρεψε από έναν θρίαμβο στη διαβόητη νότια όψη (South Face) του Annapurna (8091μ), επαναλαμβάνοντας την “Lafaille route”. Η συγκεκριμένη πλαγιά θεωρείται ακόμα και σήμερα ένα από τα δυσεπίλυτα προβλήματα των Ιμαλαΐων και ελάχιστοι τα έχουν καταφέρει εκεί, συνήθως σε χρονοβόρες και επίπονες αποστολές. Ο Steck, βραβεύτηκε με το Piolet d’ Or του 2014 για αυτή του την επιτυχία στο Annapurna. Όμως, η απουσία τεκμηρίων από εκείνη την ανάβαση-εξπρές των 28 μόλις ωρών, όπως το ίχνος στο ρολόι του, το στίγμα στο tracker του (η κάμερα χάθηκε σε μια μικρή χιονοστιβάδα ανεβαίνοντας, όπως δήλωσε ο ίδιος) γέννησαν προβληματισμό στην ορειβατική κοινότητα. Ο ίδιος ισχυρίστηκε πως κανένα από τα τρία αυτά όργανα δεν δούλεψε, εξαιτίας των χαμηλών θερμοκρασιών και τελικά, αρκούσε η μαρτυρία δύο Σέρπα που παρακολουθούσαν με κιάλια την προσπάθειά του από την Κατασκήνωση Βάσης για να επικυρωθεί ο ισχυρισμός του. Οι δυο τους κατέθεσαν ότι είδαν το φως από το φακό του Steck στα σκοτάδια της νύχτας, λίγο πιο κάτω από την κορυφή. Άλλα μέλη όμως της αποστολής στη Βάση, δεν συνηγόρησαν σε κάτι τέτοιο, εκείνοι δεν είχαν δει απολύτως τίποτα!
Δυστυχώς για τον Steck, η περίπτωση του Annapurna δεν ήταν η πρώτη αμφιλεγόμενη επιτυχία του στα Ιμαλάια! Είχε προηγηθεί το 2011 και μια παρόμοια ανάβαση χωρίς τεκμήρια στο Shishapangma (8027m), την χαμηλότερη από τις 14 Οχτάρες, όπου επίσης δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο από τα τρία που θα έπρεπε να έχει στη διάθεσή του! Δυστυχώς, ο Steck δεν είναι πια ανάμεσά μας και ποτέ δεν θα μάθουμε ποια ήταν η αλήθεια. Σκοτώθηκε το 2017 στις πλαγιές του Nuptse στα Ιμαλάια, παίρνοντας μαζί του και την αλήθεια για το τι είχε συμβεί στα δύο αυτά βουνά, για τα οποία τόσο αμφισβητήθηκε.
Σε μια εποχή όμως όπου η τεκμηρίωση στην ορειβασία αποτελεί σχεδόν ρουτίνα, χάρη στην ανάπτυξη της τεχνολογίας και στην πληθώρα των μέσων καταγραφής, η περίπτωση του Steck δικαίως θεωρήθηκε «ύποπτη» και χτύπησε συναγερμό στα γραφεία των ερευνητών. Υπό το βάρος μάλιστα μιας σπουδαίας, αξιοσημείωτης ανάβασης, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί και η «ανάβαση του αιώνα», αν δεν ξεσπούσε στη συνέχεια η αμφιβολία για την αξιοπιστία του ίδιου του θριαμβευτή.
Ο άνθρωπος που κλήθηκε να «βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά» στην υπόθεση Steck-Annapurna, ήταν ο Γάλλος Rodolphe (Rollo) Popier, ερευνητής ορειβασίας και μέλος της περίφημης ομάδας της Himalayan Database από το 2012, με ειδίκευση σε πρώτες αναβάσεις και σημαντικές επαναλήψεις στα Ιμαλάια. Ο Popier είναι συνεργάτης επίσης του French Alpine Club, του Piolet d’ Or και του American Alpine Journal.
Ο Popier έδωσε τον Απρίλιο του 2021, συνέντευξη στην “El Pais” και συγκεκριμένα στον δημοσιογράφο Oscar Gogorza, την οποία το Born Ultra αναδημοσιεύει εδώ. Από τα λεγόμενα του Popier στη συνέντευξη αυτή, φαίνεται πως ο ερευνητής ξόδεψε πολύ περισσότερο χρόνο και κόπο από εκείνο που θα θεωρούσαμε εύλογο, προκειμένου να υποστηρίξει με κάθε τρόπο την αρχική του άποψη για το θέμα, χωρίς όμως να μεροληπτεί, όπως ακριβώς αρμόζει σε έναν ερευνητή, του οποίου στόχος είναι η αποκάλυψη της αλήθειας και μόνο αυτή.
Το ηθικό δίδαγμα της υπόθεσης “Steck”, είναι πως στην εποχή μας κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί! Ποιος μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν έχει ούτε ένα αποδεικτικό στοιχείο από μια ανάβαση σε κορυφή 8000 μέτρων και πως αυτό το κάνει μόνο για προσωπική του ικανοποίηση. Η λογική του συναισθηματισμού δεν έχει καμία θέση σε έναν κόσμο δεδομένων όπως αυτός των Ιμαλαΐων, όπου όλοι όσοι συμμετέχουν -σε εμπορικές ή μη αποστολές- γνωρίζουν εκ των προτέρων πως ότι κάνουν καταγράφεται και αποτελεί έστω και στο ελάχιστο ένα κατόρθωμα, συνεπώς είναι υπόλογοι λογοδοσίας μέσα από μια στοιχειώδη (ίχνος/φωτογραφία) τεκμηρίωση. Οτιδήποτε λιγότερο από αυτήν την αντιμετώπιση αποτελεί επιεικώς υποκρισία, αν δεν υποκρύπτει και δόλο. Σε έναν κόσμο όπου τα κινητά τηλέφωνα προσεγγίζουν σε αριθμό τον πληθυσμό της Γης, ποιος μπορεί να μας πείσει ότι δεν είχε μαζί του στην κορυφή ένα κινητό τηλέφωνο?
Σε χρόνια όπου όλα απαιτούν απόδειξη, η ορειβασία δεν μπορεί να αποτελεί μια ρομαντική αναχρονιστική εξαίρεση και να μισοσβήνει στην αχλύ του θρύλου. Οι θρύλοι αποτελούν συστατικό στοιχείο άλλων, μακρινών εποχών του παρελθόντος, όπου μύθος και πραγματικότητα αναμειγνύονταν σε ένα συναρπαστικό αφηγηματικό χαρμάνι, το έπος. Θα ήταν αφελές όμως να αντιμετωπίζουμε την ανθρώπινη περιπέτεια σήμερα με τα μέτρα και την προσέγγιση του παρελθόντος, σαν ένα λογοτεχνικό αφήγημα. Τα έπη του καιρού μας είναι μόνο πραγματικές ιστορίες (κατορθώματα) και απαιτούν τεκμηρίωση, όχι τον αριστοτεχνικό αφηγηματικό λόγο ενός παραμυθά. Ειδικά, όταν τα χρησιμοποιούμε για να χτίσουμε ένα οποιοδήποτε προφίλ, σε κάποιον επαγγελματικό ή άλλο, παρόμοιο χώρο.
Ας διαβάσουμε όμως τη συνέντευξη του Rodolphe Popier στην El Pais
———————————————————————————————
Rodolphe Popier: “Nομίζω πως ο Ueli Steck είπε ψέματα”
Το 1990, ο Σλοβένος ορειβάτης Tomo Česen ισχυρίστηκε ότι είχε αναρριχηθεί στη νότια ορθοπλαγιά του Lhotse, του τέταρτου ψηλότερου βουνού στον κόσμο (8.516μ). Το επίτευγμα χαρακτηρίστηκε ως το κορυφαίο στην ιστορία της ορειβασίας στα Ιμαλάια, αν και ο ίδιος είχε προειδοποιήσει ότι δεν διέθετε φωτογραφίες για να το αποδείξει. Λίγο αργότερα, ωστόσο, παρουσίασε ορισμένα στιγμιότυπα – τα οποία όμως είχαν κλαπεί από άλλους ορειβάτες, που είχαν επιχειρήσει να κατακτήσουν την ίδια πλαγιά χρόνια νωρίτερα.

Το 2015, ο Γάλλος ερευνητής Rodolphe Popier κατάφερε να αποκαλύψει ένα δεύτερο ψέμα του Σλοβένου: φωτογραφίες που είχαν ληφθεί με τηλεφακό από έναν φίλο του Česen δεν είχαν τραβηχτεί στην κατασκήνωση βάσης της νότιας ορθοπλαγιάς του Lhotse, αλλά σε άλλη τοποθεσία.
Στη συνέχεια, το 2017, μια έκθεση του Popier σχετικά με τις σόλο αναρριχήσεις του Ueli Steck στα Ιμαλάια —στη νότια ορθοπλαγιά του Shishapangma και στον ορεινό όγκο του Annapurna— επιβεβαίωσε την υποψία ότι ο Ελβετός ορειβάτης είχε πει ψέματα για τις δικές του αναρριχήσεις. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα EL PAÍS, ο Popier μιλά για την έρευνά του και για την επιεική στάση που τηρεί ο κόσμος της ορειβασίας απέναντι σε επιτεύγματα που βασίζονται αποκλειστικά στις δηλώσεις των ίδιων των ορειβατών.
El Pais : Οι αμφιβολίες σχετικά με τη σόλο ανάβαση του Ueli Steck στο Shishapangma το 2011 προέκυψαν πριν ή μετά την ανάβασή του στην Annapurna το 2013;
Popier : Πριν. Μάλιστα, μπόρεσα να του θέσω ερωτήματα μόνο στο διάστημα μεταξύ 2015 και 2017, μέσω μιας κατ’ ιδίαν συνάντησης στο Κατμαντού το φθινόπωρο του 2015 και ορισμένων αρκετά τεταμένων συζητήσεων το 2016. Ο Eberhard Jurgalski, από την ορειβατική ιστοσελίδα 8000ers.com, μου ανέθεσε τη μελέτη για την Annapurna το 2016, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόλαβα να συζητήσω με τον Steck, καθώς η σχέση μας είχε ήδη διαταραχθεί μετά τη συνάντηση που προανέφερα… έτσι η έκθεση δημοσιεύτηκε χωρίς να έχουν προηγηθεί συνεντεύξεις μαζί του.
El Pais.: Ποια ήταν η αντίδραση της κριτικής επιτροπής του ετήσιου ορειβατικού βραβείου Piolets d’Or όταν παρουσιάσατε τη μελέτη σας για τον Steck στους διοργανωτές του βραβείου το 2017;
Popier : Ο A. Lindsay Griffin έκρινε ότι δεν υπήρχαν επαρκή ενοχοποιητικά στοιχεία ώστε να αμφισβητηθεί ο λόγος του. Ο Christian Trommsdorff πίστεψε τον συνάδελφό του Yannick Graziani, ο οποίος διατηρούσε αμφιβολίες και για τις δύο αναβάσεις, αφού διάβασε τις μελέτες μου. Υπήρξε διχογνωμία στην επιτροπή που απένειμε το βραβείο στον Ueli Steck το 2014 για τη σόλο ανάβασή του στην νότια πλευρά του Annapurna, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2013. Η Catherine Destivelle και ο Georges Lowe εξέφρασαν τις αμφιβολίες τους και αμφότεροι με συνεχάρηκαν τρία χρόνια αργότερα, όταν παρουσίασα τη δουλειά μου.
El Pais. Δηλώνετε ότι πρόθεσή σας δεν είναι να ενοχοποιήσετε τον Česen ή τον Steck, αλλά να προκαλέσετε προβληματισμό σχετικά με την ανάγκη απαίτησης αδιάψευστων αποδεικτικών στοιχείων για τις δραστηριότητες των ορειβατών;
Popier : Ακριβώς, αυτό αποτελεί το πραγματικό πνεύμα της δουλειάς μου από την αρχή. Μάλιστα, το 2017 συνδέθηκα με τη “Himalayan Database” και το 8000ers.com, δύο φορείς που καταγράφουν αναβάσεις στα Ιμαλάια, ενώ συνεργαζόμουν ήδη με το French Alpine Club, καθώς και με το American Alpine Journal. Είχε γίνει πλέον σαφές σε εμένα ότι κάτι έλειπε από τον τρόπο που προσεγγίζαμε το ζήτημα της επαλήθευσης των κορυφών ή των σχετικών δραστηριοτήτων, και πρόκειται για ένα πρόβλημα που αφορά τόσο τους ορειβάτες όσο και τους φορείς. Όταν παρουσίασα τις μελέτες μου το 2017, πυροδοτήθηκε μια συζήτηση, αλλά ήταν πολύ απογοητευτικό να βλέπω εκείνη την περίοδο προβληματισμού να σβήνει γρήγορα. Όταν ο Steck έχασε τη ζωή του στο Nuptse (δυτική κορυφή του Everest), διαμορφώθηκε μια κατάσταση στασιμότητας. Η Catherine Destivelle δέχτηκε απειλές κατά της ζωής της, εμένα με έβριζαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και υπήρξαν υπαινιγμοί ότι έπρεπε να εγκαταλείψω την υπόθεση Steck αν ήθελα να συνεχίσω να εργάζομαι για τη Himalayan Database. Επιπλέον, το 2018, η “Groupe de Haute Montagne” [διοργανώτρια των βραβείων Piolets d’Or] εξέδωσε μια κάπως δυσνόητη ανακοίνωση, στην οποία απέρριπτε διπλωματικά την πρόοδο που είχε σημειωθεί το 2017, όταν είχαμε καταφέρει να επιβάλουμε την απαίτηση από τους υποψήφιους για βράβευση να προσκομίζουν «επαρκή τεκμηρίωση της δραστηριότητάς τους».
El Pais. Εξήγησε ο Ueli Steck γιατί δεν χρησιμοποίησε το ρολόι GPS του για να αποδείξει τις αναβάσεις του στο Shishapangma ή στο Annapurna;
Popier : Όπως ανέφερα προηγουμένως, δεν μπορούσα να τον ρωτήσω για την Annapurna, επειδή θύμωνε πολύ μαζί μου όταν του έθετα άβολες ερωτήσεις. Όσον αφορά τη Shishapangma, μου είπε ότι το ρολόι του είχε τη δυνατότητα αποθήκευσης μόνο περίπου 10 δραστηριοτήτων και ότι τα δεδομένα για τη Shisha είχαν εν τω μεταξύ διαγραφεί. Δεν θυμάμαι αν είχε ακόμα εκείνο το ρολόι, αλλά αν το είχε, θα μπορούσε να το είχε στείλει στη Suunto -την εταιρεία ρολογιών που τον χορηγούσε- ή σε άλλους ειδικούς. Το γεγονός είναι ότι διέθετε επίσης μια ανεξάρτητη συσκευή GPS, με την οποία κατέγραφε ένα σημείο στην αρχή της διαδρομής ώστε να τη βρίσκει ξανά κατά την κατάβαση-επιστροφή. Με αυτό εννοώ απλώς ότι θα μπορούσε να είχε καταγράψει ένα σημείο στην κορυφή —κάτι που το ρολόι του έκανε ήδη— αν και θα ήταν περιττό. Κάτι που πρέπει να επανεξεταστεί στις αναφορές…
El Pais. Πόσο χρόνο αφιερώσατε στη μελέτη της υπόθεσης της Shisha και της Annapurna;
Popier : Η έρευνά μου ξεκίνησε το 2015 και ολοκληρώθηκε το 2017. Ήταν μια μακρά και εντατική διαδικασία, αν και δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς πόσο χρόνο αφιέρωσα. Οι συνεργάτες μου στο 8000ers.com παρακολουθούσαν συνεχώς τη μελέτη και με διόρθωναν όποτε χρειαζόταν, γεγονός που με βοήθησε πολύ να μην χάσω τον προσανατολισμό μου.
El Pais. Γιατί δεν ακούστηκαν επικριτικές φωνές, φωνές που να αμφισβητούν τον Ueli Steck; Υπήρξε κάποιο σύμφωνο σιωπής; Τι συνέβη με άτομα όπως ο Αυστραλός αναρριχητής βράχου Greg Child ή ο Γάλλος ορειβάτης Ivano Ghirardini, ο οποίος τη δεκαετία του 1990 είχε αμφισβητήσει τον Tomo Česen;
Popier : Ένας από τους πρώτους που εξέφρασαν αμφιβολίες για την υπόθεση Steck ήταν ο Andreas Kubin στη Γερμανία [πρώην αρχισυντάκτης του γερμανικού ορειβατικού περιοδικού “Bergsteiger”. Αργότερα, υπήρξαν ορειβάτες όπως ο Rolo Garibotti και τα αδέλφια Huber, οι οποίοι διατύπωσαν ξεκάθαρα τις αμφιβολίες τους κατά τη διάρκεια της απονομής των βραβείων Piolets d’Or το 2017. Αμφιβολίες είχε επίσης η Leslie Fuczko, πρώην πρόεδρος της Groupe de Haute Montagne, καθώς και άλλοι, των οποίων τα ονόματα έχω ξεχάσει ή για τους οποίους δεν γνώριζα τότε ότι είχαν τέτοια άποψη.
Ωστόσο, καμία από αυτές τις φωνές δεν αναδείχθηκε από τα μέσα ενημέρωσης, τα οποία παρέμεναν πιστά στον «σούπερ σταρ» Steck. Τα άρθρα και οι αμφιβολίες του Kubin ήταν σε γνώση των διοργανωτών των Piolets d’Or του 2014. Επιπλέον, ο Steck δεν ήταν κάποιος άσημος νεοφερμένος που εμφανίστηκε ξαφνικά από το πουθενά, όπως ο Česen. Ο Steck ήταν μια γνωστή προσωπικότητα, ελκυστικός και προσιτός· τι άλλο θα μπορούσε να ζητήσει κανείς; Στη Γαλλία, όλοι τον αποκαλούσαν Ueli, σαν να ήταν φίλος που γνώριζαν προσωπικά, ή «Ελβετική Μηχανή» (Swiss Machine), σαν οι ικανότητές του να ήταν ανεξάντλητες. Όμως, πίσω από όλα αυτά υπήρχε ο ανταγωνισμός —όπως αυτός που είχε με τον [Ελβετό αλπινιστή] Dani Arnold, όταν ο Arnold κατέρριψε το ρεκόρ του στη Βόρεια Ορθοπλαγιά του Eiger και ο Steck τού υπενθύμισε ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει το σταθερό σχοινί στη διάσχιση Hinterstoisser.
Ακόμη κι αν ο Steck μερικές φορές δυσαρεστούταν που τον αποκαλούσαν «Μηχανή», αυτό απλώς τροφοδοτούσε τη συζήτηση σύμφωνα με την οποία όλα όσα έκανε φάνταζαν απλά. Η ίδια η ιδέα της αμφισβήτησης της εκδοχής των γεγονότων από έναν ορειβάτη τόσο υψηλού επιπέδου, που διέθετε τόσο θετική δημόσια εικόνα, φάνταζε παράλογη. Όποιος εναντιωνόταν στον Steck φάνταζε ως ζηλιάρης και μέτριος, ανίκανος να τον φτάσει, και ο ίδιος ήμουν πεπεισμένος ότι βρισκόταν υπεράνω πάσης υποψίας μέχρι το 2015.
Όταν ο Steck ανέβηκε στο Gasherbrum II, μια άλλη ορειβάτισσα αποφάσισε να ελέγξει τα αποδεικτικά στοιχεία των κορυφώσεων από τις αποστολές στην περιοχή, αλλά δεν έθεσε ερωτήματα στον Ελβετό: επρόκειτο για τον Ueli, που μόλις είχε επιστρέψει από την προσπάθεια διάσωσης του Iñaki Ochoa de Olza [ο οποίος πέθανε ενώ προσπαθούσε να ανέβει στην κορυφή του Annapurna] και ήταν ένας άνθρωπος υπεράνω πάσης αμφιβολίας. Κι όταν άρχισαν να προκύπτουν αμφιβολίες, ο Steck ισχυριζόταν ότι δεν γνώριζε πως έπρεπε να «παρέχει αποδείξεις» — κάτι απίστευτο να το λέει ένας επαγγελματίας ορειβάτης, ο οποίος γνωρίζει την ιστορία της ορειβασίας και τις διαμάχες που προκλήθηκαν από τα ψέματα του Ιταλού ορειβάτη Cesare Maestri και του Česen. Πρόκειται για ιστορίες που όλοι γνωρίζουν, καθώς είναι βαθιά ριζωμένες στο συλλογικό υποσυνείδητο των ορειβατών.
Τελικά, πιστεύω ότι ο Steck αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του κακού που μπορεί να προκαλέσει το σύγχρονο marketing, σε συνδυασμό με το διαρκές πρόβλημα της μετατροπής κάποιου σε αγαπημένο πρόσωπο των ΜΜΕ. Η εικόνα του ενισχύθηκε από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και υιοθετήθηκε από τα παραδοσιακά ΜΜΕ με τέτοια ταχύτητα, που προηγήθηκε των πραγματικών γεγονότων. Μας αρέσει να διαβάζουμε ή να ακούμε ωραίες ιστορίες για συμπαθείς υπερήρωες στους οποίους χαμογελά η ζωή. Στην πραγματικότητα, στη δήλωση που έκανε στα βραβεία Piolets d’Or το 2017, υπήρχαν δύο διαφορετικές ομιλίες: μία για το κοινό, όπου μιλούσε για το «ελεύθερο πνεύμα» του ή για «υπερβατικές εμπειρίες», και μία για τους δημοσιογράφους, όπου μιλούσε για ταχύτητες ανάβασης, για να υποστηρίξει ότι όντως μπορούσε να αναρριχηθεί με τέτοιους ρυθμούς. Από τότε που έφυγε από τη ζωή ο Steck, δυσκολεύομαι να μιλήσω για το θέμα αυτό και φαίνεται πως έχει δημιουργηθεί ένα «σύμφωνο σιωπής». Διατηρώ τη θέση μου στη βάση δεδομένων Himalayan Database, αλλά ακόμη και αυτή η συνέντευξη ίσως βλάψει τη θέση μου.
El Pais.: Πώς χρησιμοποιούσατε τις φωτογραφίες στη δουλειά σας;
Popier : Οι φωτογραφίες αποτελούν το πιο άμεσο αποδεικτικό στοιχείο που διαθέτουμε και μας παρέχουν τη μέγιστη δυνατή πληροφόρηση για αυτού του είδους την εργασία. Την τελευταία δεκαετία, χρειάστηκε να αναλύσω αρκετές χιλιάδες φωτογραφίες από αναβάσεις και περιοχές κοντά στις κορυφές. Αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να εντοπίσω το σημείο λήψης μιας φωτογραφίας συγκρίνοντάς την με άλλες· με αυτόν τον τρόπο, μπόρεσα να διαπιστώσω ότι οι φωτογραφίες του Tomo Česen από το Jannu και το Lhotse δεν είχαν τραβηχτεί στα σημεία που ο ίδιος ισχυριζόταν. Στην περίπτωση του Česen, η ανάλυση των φωτογραφιών παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω του πλούσιου υλικού που υπήρχε διαθέσιμο, κάτι που έλειπε στην περίπτωση του Steck, καθώς για τις περισσότερες αναβάσεις του στα Ιμαλάια δεν είχε δώσει σχεδόν καθόλου φωτογραφίες -ισχυριζόταν ότι είχε χάσει τη φωτογραφική του μηχανή ή ότι οι μπαταρίες ή η ίδια η μηχανή είχαν παγώσει. Και στις δύο περιπτώσεις, το βασικό πρόβλημα έγκειται στην πρόσβαση σε φωτογραφίες άλλων ορειβατών που βρίσκονταν εκείνη την εποχή στο βουνό· ωστόσο, θα απαιτούνταν νομικές εξουσίες που δεν διαθέτουμε για να τους αναγκάσουμε να τις παραδώσουν —κάτι δύσκολο, δεδομένου ότι το περιεχόμενό τους ενδέχεται να έρχεται σε αντίθεση με τα λεγόμενα ενός φίλου.
El Pais Τι μπορούν να κάνουν οι ορειβάτες και τα μέσα ενημέρωσης σε αυτές τις περιπτώσεις;
Popier : Ο καθένας οφείλει να σχηματίσει τη δική του άποψη και να ενεργήσει ανάλογα, τόσο στην εξάσκηση της ορειβασίας όσο και στη δημοσιογραφία, έχοντας κατά νου ότι αποτελούμε μέρος της ίδιας κοινότητας. Δεν αρκεί να λες «σκαρφαλώνω για τον εαυτό μου», όταν διεκδικείς δημόσια και στα μέσα ενημέρωσης την αναγνώριση ενός κορυφαίου επιτεύγματος.
Πρέπει να αναρωτηθούμε, πώς μπορούμε να οργανώσουμε τα πράγματα έτσι ώστε η ορειβασία να παραμείνει ένα ελεύθερο πεδίο δράσης, όπου τρέφουμε σεβασμό ο ένας για τον άλλον. Θέλουμε να συμβάλουμε ή όχι, στη δίκαιη καταγραφή της ιστορίας —ανεξάρτητα από το μέγεθος του επιτεύγματος— θεσπίζοντας σαφή κριτήρια που μπορούμε να διαμορφώσουμε συλλογικά αλλά και ατομικά;
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα κατορθώματα που επικαλέστηκαν ο Česen και ο Steck θα μπορούσαν να ανοίξουν το Κουτί της Πανδώρας για επικίνδυνες πρακτικές ακραίας δέσμευσης. Θέλουμε να ταυτιστούμε με ιστορίες που είναι φτιαγμένες για μαζική κατανάλωση και για να πουλήσουν περισσότερα ρολόγια GPS ή οτιδήποτε άλλο; Ή μήπως προτιμάμε να ταυτιστούμε με κορυφαίους ορειβάτες, των οποίων τα κατορθώματα εμπιστευόμαστε, ακόμη και όταν αυτά σηματοδοτούν τεράστια ποιοτικά άλματα; Το ζήτημα είναι σύνθετο, καθώς —όπως συμβαίνει πάντα με τα ευαίσθητα θέματα— οι ορειβατικοί φορείς δεν δίνουν σαφείς ορισμούς. Οι υπεύθυνοι για τα βραβεία Piolets d’Or επέδειξαν θάρρος το 2017, αλλά είναι κρίμα που αυτό το θάρρος εξανεμίστηκε το 2018.
El Pais Πιστεύετε ότι υπάρχει πιθανότητα ο Steck να μην είπε ψέματα;
Popier : Δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε αυτό. Μόνο εκείνος ήξερε τι συνέβη. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι τόσο ο Steck όσο και ο Česen ήταν σπουδαίοι αναρριχητές και ορειβάτες. Έχοντας μελετήσει τη δράση και των δύο, δεν διαθέτω στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι είπαν ψέματα. Η αμφιβολία παραμένει, γι’ αυτό και αυτού του είδους οι αναβάσεις χαρακτηρίζονται ως «αμφισβητούμενες» ή «μη αναγνωρισμένες». Οι συγκεκριμένες αναβάσεις του Steck και του Česen αμφισβητούνται. Αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε είναι να αναλύσουμε τις πληροφορίες που διαθέτουμε και να τις εξετάσουμε στο κατάλληλο πλαίσιο, ώστε να συμφωνούν με τα πραγματικά δεδομένα. Υπό αυτό το πρίσμα, η ανάβαση του Steck στο Shisha το 2011 δεν μπορεί να γίνει ορθολογικά αποδεκτή και θα πρέπει να χαρακτηριστεί ως αμφισβητούμενη. Το ίδιο ισχύει και για το Annapurna, καθώς δεν πιστεύουν όλοι ότι αυτό που περιέγραψε ήταν εφικτό, και ο λόγος του από μόνος του δεν αρκεί σε μια τέτοια περίπτωση. Προσωπικά πιστεύω ότι κάπου υπάρχει ένα ψέμα, αλλά αυτό δεν είναι κάτι που μπορώ να αναφέρω στις εκθέσεις μου, καθώς αυτές βασίζονται αποκλειστικά σε δεδομένα.
El Pais : Γιατί να πει ψέματα ο Ueli Steck; Λόγω πίεσης από τους χορηγούς του;
Popier : Δεν νομίζω ότι του ασκούσαν πίεση οι χορηγοί του, αλλά –όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα στην ιστορία της ορειβασίας– ίσως ο ίδιος να πίεζε τον εαυτό του για να διασφαλίσει ότι το εγχείρημά του βρισκόταν στο υψηλότερο επίπεδο. Θα έπρεπε να αναλύσουμε την εικόνα που πρόβαλλε στα ΜΜΕ ο Steck: ποιος δεν θα ήθελε να είναι ένας πανίσχυρος και συμπαθής άνθρωπος, που εμπνέει τους άλλους και για τον οποίο όλα φαίνονται απλά; Ωστόσο, αυτό ήταν ταυτόχρονα αληθές και ψευδές: προπονούνταν σκληρά και οι αναβάσεις του κάθε άλλο παρά απλές ήταν, αλλά ίσως, για να παραμείνει ο κορυφαίος, ορισμένοι ειδικοί πιστεύουν ότι πρέπει να εντοπιστεί κάποιο τραυματικό γεγονός που να εξηγεί τη συμπεριφορά που οδηγεί στο ψέμα. Θα μπορούσε να είναι η περίπτωση του Yalung Kang το 1985 για τον Česen -όταν ο φίλος του πέθανε κατά την κατάβαση- ή το τραύμα από το περιστατικό με τους Σέρπα του Steck στο Έβερεστ το 2013. Θα έπρεπε να ρωτήσετε ψυχολόγους για να διευκρινίσουν αυτές τις υποθέσεις. Είμαι πεπεισμένος ότι σε ακραία υψόμετρα, άνθρωποι που σε κανονικές συνθήκες (στο επίπεδο της θάλασσας) είναι λογικοί ορειβάτες, μπορεί να συμπεριφερθούν με ακατάλληλο τρόπο και να το μετατρέψουν σε συνήθεια, εφόσον κανείς δεν τους εκθέτει.
El Pais : Η ορειβασία διέπεται από κανόνες, αλλά χωρίς διαιτητές. Θα έπρεπε να θεσπιστούν διαιτητές για την πιστοποίηση των ορειβατικών επιτευγμάτων;
Popier : Είναι αδύνατο να παρακολουθούνται όλα τα ορειβατικά επιτεύγματα. Στο 8000ers.com προσπαθούμε να το κάνουμε για τις 14 κορυφές πάνω από τα 8.000 μέτρα και πρόκειται για ένα τεράστιο έργο που γίνεται χωρίς αμοιβή. Όχι, εναπόκειται στους ίδιους τους ορειβάτες να οργανωθούν και να αναλάβουν την ευθύνη διαφύλαξης της θεμελιώδους αρχής, ότι ασκούν τη δραστηριότητά τους με ελευθερία. Θα έπρεπε να τους ενδιαφέρει αυτό, καθώς ζούμε σε εποχές όπου ο λόγος κάποιου δεν έχει πλέον αξία· επομένως, είναι προτιμότερο να διασφαλίζει κανείς τη θέση του με αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία εύκολα παρέχονται. Τα αποδεικτικά στοιχεία τροφοδοτούν την ατομική και συλλογική μνήμη, και θα ήταν εξαιρετικό αν οι ορειβατικοί φορείς ενθάρρυναν τους ορειβάτες να τα προσκομίζουν. Κατά τα άλλα, οι φορείς που καταγράφουν την ορειβατική δραστηριότητα οφείλουν να εξελίξουν τη μεθοδολογία τους, ώστε να διαχειρίζονται αποτελεσματικότερα τις αμφιλεγόμενες περιπτώσεις. Γι’ αυτόν τον λόγο ζήτησα τη συνδρομή ενός πανεπιστημίου, καθώς έχω επίγνωση των ορίων της εμπειρικής μου γνώσης.
El Pais : Κατά κάποιον τρόπο, είστε ο διάδοχος της δημοσιογράφου Elizabeth Hawley, η οποία αγωνίστηκε σχεδόν σε όλη της τη ζωή ενάντια στα ψεύδη που περιβάλλουν την ορειβασία στα Ιμαλάια.
Popier : Είμαι διάδοχος της Hawley, της οποίας το πεδίο εξειδίκευσης αφορούσε τις κορυφές άνω των 8.000 μέτρων και ειδικότερα το Έβερεστ, αλλά στη διαμόρφωσή μου συνέβαλαν και άλλοι: πρώτος μου μέντορας ήταν ο Pierre Chapoutot, και στη συνέχεια οι Eberhard Jurgalski και Lindsay Griffin. Θα ήθελα επίσης να είχα γνωρίσει και να είχα διδαχθεί από τους Xavier Eguskitza και Ken Wilson. Εργάζομαι με αμοιβή για την Γαλλική Αλπική Ομοσπονδία (French Alpine Club), αλλά δεν πληρώνομαι από το 8000ers.com ή τη Himalayan Database, ούτε για τις προσωπικές μου μελέτες. Η δουλειά μου συνίσταται στην προσπάθεια να παρουσιάζω όσο το δυνατόν ακριβέστερα τα βασικά στοιχεία και δεδομένα μιας ανάβασης, με τον πλέον αντικειμενικό τρόπο. Δεν έχει καμία σχέση με την εξερεύνηση με το πνεύμα της ορειβασίας, τη διαχρονική φιλοσοφική και ψυχολογική αίσθηση του λόγου για τον οποίο αναρριχόμαστε· ωστόσο, οφείλω να πω ότι μελέτες όπως αυτή για τον Steck είναι σπάνιες και, αν αναλύσουμε τα στατιστικά στοιχεία της Himalayan Database, μόλις το 1% των αναβάσεων φέρει την ένδειξη «αμφισβητούμενη» ή «μη αναγνωρισμένη».

—————————————————————————-
Πιο κάτω ακολουθεί η έκθεση του Popier προς την επιτροπή του Piolet d’ Or, σχετικά με την τεκμηρίωση της ανάβασης του Ueli Steck στο Annapurna το 2013 :
Annapurna 1, Νότια Ορθοπλαγιά – 8η, 9η Οκτωβρίου 2013 – Ueli Steck
Ανάλυση πραγματικών δεδομένων, σύνοψη βασικών στοιχείων
του Rodolphe Popier
1) Δεν υπάρχουν άμεσα (είτε από συσκευή GPS/ρολόι, κάμερα, δορυφορικό τηλέφωνο, νυχτερινή λήψη time-lapse από την Προχωρημένη Κατασκήνωση Βάσης – ABC…) είτε έμμεσα αντικειμενικά στοιχεία (φώτα που εντοπίστηκαν από την ABC, ίχνη…) που να αποδεικνύουν ότι ο Steck ανέβηκε πάνω από το σημείο διανυκτέρευσής του (bivouac) κατά τη διάρκεια της νύχτας της 8ης προς την 9η Οκτωβρίου 2013. Η επιβεβαιωμένη άμεση παρατήρηση του Steck σταμάτησε όταν έφτασε στο σημείο διανυκτέρευσής του, σε υψόμετρο περίπου 6.900 μ., στις 8 Οκτωβρίου γύρω στις 17:00, και ξεκίνησε ξανά στις 9 Οκτωβρίου από τα περίπου 6.500 μ., νωρίς το πρωί, καθώς εκείνος κατέβαινε. Το σημείο διανυκτέρευσής του εντοπίστηκε από τους Γάλλους ορειβάτες Graziani και Benoist δύο εβδομάδες αργότερα, αλλά δεν βρέθηκαν ίχνη διέλευσης σε υψηλότερο σημείο (και οι δύο Γάλλοι το επιβεβαίωσαν ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον).
2) Οι μαρτυρίες τόσο του Tenji Sherpa όσο και του Ngima Sherpa, ότι είδαν φώτα στην ανώτερη ορθοπλαγιά (headwall) και στη συνέχεια κάτω από την κορυφή κατά τη διάρκεια της κατάβασης, έρχονται σε αντίθεση με τις αναφορές άλλων μελών της αποστολής που βγήκαν επίσης έξω εκείνη τη νύχτα – σε μία περίπτωση μάλιστα την ίδια ακριβώς στιγμή (ο Bowie και ο Tenji γύρω στα μεσάνυχτα). Κανένα από αυτά τα μέλη δεν επιβεβαίωσε ότι είδε φώτα εκείνη τη νύχτα. Επιπλέον, κανείς δεν ανέφερε κάτι σχετικό το επόμενο πρωί, πριν εντοπιστεί ο Steck να κατεβαίνει.
3) Τα στοιχεία του Steck σχετικά με τους χρόνους ολόκληρης της ανάβασης είναι εξαιρετικά ασαφή, λόγω έλλειψης αντικειμενικών μετρήσεων – είτε από την πλευρά του ίδιου του Steck (παρά τη θεωρητική χρήση συσκευής GPS/ρολογιού μέχρι την κορυφή – η οποία καταγράφηκε μέσω του υψομέτρου του, βλ. ενότητα 6/), είτε από τα μέλη στην ABC (καθώς δεν υπήρξαν λήψεις time-lapse κατά τη διάρκεια της νύχτας). Ωστόσο, με βάση αυτά τα ασαφή στοιχεία, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο Steck είναι σε θέση να αναρριχάται πάνω από τα 7.000 μ. κατά τη διάρκεια της νύχτας με ταχύτητα ίση ή και μεγαλύτερη, και με μεγαλύτερη δυσκολία, απ’ ό,τι κάτω από τα 7.000 μ. κατά τη διάρκεια της ημέρας – είτε πρόκειται για ανάβαση είτε για κατάβαση. Ενώ στο κάτω μισό της νότιας ορθοπλαγιάς, κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο Ελβετός κινήθηκε τουλάχιστον δύο φορές πιο γρήγορα από τις άλλες δύο γαλλικές ομάδες (Beghin/Lafaille το 1992 και Benoist/Graziani το 2013), στο πάνω μισό —κατά τη διάρκεια της νύχτας— ήταν τουλάχιστον τρεις φορές ταχύτερος (οι Γάλλοι χρειάστηκαν 2,5 ημέρες μόνο για την τελική ορθοπλαγιά το 2013, σκαρφαλώνοντας κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ ο Steck χρειάστηκε περίπου 6 ώρες και 45 λεπτά από το σημείο διανυκτέρευσής του μέχρι την κορυφή).
Ο χρόνος κατάβασης του Steck από την κορυφή έως το σημείο διανυκτέρευσής του (από τα 8.091 μ. στα περίπου 6.900 μ.) ήταν 3 ώρες, πραγματοποιώντας 8 ραπέλ με τη μέθοδο Abalakov σε όλο το ύψος της τελικής ορθοπλαγιάς (χωρίς να αφήσει πίσω κανένα καρφί ή βίδα πάγου)… Αντιθέτως, οι Graziani και Benoist χρειάστηκαν 2 ημέρες (24 και 25 Οκτωβρίου) για το ίδιο τμήμα, κατεβαίνοντας με ραπέλ σε όλο το ύψος της τελικής ορθοπλαγιάς και έχοντας μαζί τους το μεγαλύτερο μέρος του εξοπλισμού τους.
4) Οι εξαιρετικές συνθήκες που φέρεται να επέτρεψαν την ανάβαση δεν επιβεβαιώνονται από την εξέταση των φωτογραφιών: το απόγευμα της 8ης Οκτωβρίου, καθώς και το πρωί της 9ης Οκτωβρίου, δεν υπήρχαν ενδείξεις για την ύπαρξη ενός λεπτού στρώματος συμπιεσμένου χιονιού (nevé) που να καλύπτει την τελική ορθοπλαγιά. Ωστόσο, μια προσεκτική σύγκριση των εικόνων από το ξεκίνημα της τελικής ορθοπλαγιάς δείχνει ότι οι συνθήκες πάγου ήταν καλύτερες για τον Ελβετό απ’ ό,τι για τη γαλλική ομάδα του 2013 (ενώ οι Γάλλοι του 1992 αντιμετώπισαν μακράν τις πιο «στεγνές» συνθήκες).
5) Υπάρχουν 3 βασικές αντιφατικές εκδοχές για τη συγκεκριμένη ανάβαση:
– σχετικά με την κορυφή: 4 εκδοχές (στην πρώτη, η κορυφή επιβεβαιώνεται μέσω του υψομέτρου που έδειχνε το αλτίμετρο· στη δεύτερη, η οποία αντικαθιστά την πρώτη, ο Steck αναφέρει ότι σταμάτησε στο δεύτερο από τα 3 χιονογείσα (κορνίζες) της κορυφής· στην τρίτη, ο Steck αναφέρει ότι σταμάτησε ακριβώς στην κορυφογραμμή, κατά την έξοδό του από τη νότια ορθοπλαγιά· μια τέταρτη εκδοχή, που αποτυπώνεται σε διάφορα σχεδιαγράμματα της διαδρομής, δείχνει το τέλος της πορείας στην ανατολική προκορυφή)
– η απώλεια της φωτογραφικής μηχανής: 2 εκδοχές (η μία στα 6700 μ. και η άλλη στα 7000 μ., αφού έφτασε στο ανώτερο τμήμα της ορθοπλαγιάς)
– ο αριθμός των καταβάσεων με σχοινί (ραπέλ): 3 εκδοχές (8 σύμφωνα με τον Andreas Kubin, 10 σύμφωνα με τον Manu Rivaud, 4 ή 5 σύμφωνα με τον Stephan Siegrist)
6) Αν και το ζήτημα είναι εξαιρετικά υποκειμενικό, αξίζει να σημειωθεί ότι ο Steck δεν έδειξε ιδιαίτερα σημάδια κόπωσης μετά την ανάβαση. Στις 9 Οκτωβρίου επέστρεψε τρέχοντας στο ABC (Προχωρημένη Κατασκήνωση Βάσης) και στη συνέχεια στο BC (Κατασκήνωση Βάσης). Το επόμενο πρωί, ακολούθησε το σύνηθες πρόγραμμα τρεξίματός του μαζί με τον Patitucci. Στις 11 του μηνός, έτρεξε απευθείας μέχρι την Pokhara. Μόνο το βράδυ της 9ης Οκτωβρίου, κατά τη διάρκεια της γιορτής που διοργανώθηκε προς τιμήν της ανάβασής του, ο Patitucci αναφέρει ότι ο Steck χρειάστηκε να πάει για ύπνο νωρίτερα από τους φίλους του.
——————————————————-
Πιο κάτω ακολουθεί περιγραφή του ίδιου του Ueli Steck για την ανάβαση του 2013 στο Annapurna. Η περιγραφή αναδημοσιεύτηκε το 2014 στο περιοδικό American Alpine Club, μετά την πρωτότυπή του δημοσίευση στο περιοδικό Alpinist (τεύχος 45, 2013) με τον τίτλο “Alone on Annapurna”
ΜΟΝΟΣ ΣΤΟ ANNAPURNA
Το 1984, οι Ελβετοί ορειβάτες Norbert Joos και Erhard Loretan επιχείρησαν, με μια μικρή ομάδα, την ανάβαση στην ανατολική ράχη της Annapurna —μια διαδρομή μήκους επτά χιλιομέτρων που οριοθετεί τη νότια ορθοπλαγιά, σχηματίζοντας μια κυματιστή γραμμή από δευτερεύουσες κορυφές και εξάρσεις. Κατά τις τέσσερις τελευταίες ημέρες πάνω στη ράχη, οι δύο άνδρες συνέχισαν μόνοι τους, σε «αλπικό στυλ» (alpine style), μέσα σε θυελλώδεις ανέμους, βιώνοντας μια κατάσταση απόλυτης απομόνωσης, ανάμεσα στον ουρανό και τη γη. Στο βιβλίο του *Les 8000 Rugissants*, ο Loretan έγραψε: «Ποτέ δεν ένιωσα τόσο μακριά από τους ζωντανούς και τόσο κοντά στους νεκρούς».
Ο Loretan έγινε το είδωλό μου. Συνέβαλε στην εισαγωγή μιας επαναστατικής προσέγγισης στα Ιμαλάια, επιτυγχάνοντας κορυφαίες επιδόσεις χάρη στην εξαιρετικά γρήγορη και ελαφριά κίνησή του σε τεράστιες εκτάσεις. Το 1986, μαζί με τον Jean Troillet, ανέβηκαν και κατέβηκαν τη βόρεια ορθοπλαγιά του Έβερεστ σε μόλις 43 ώρες. Χρόνια αργότερα, ταξιδέψαμε μαζί στα Ιμαλάια και τον «πολιορκούσα» με ερωτήσεις για το Έβερεστ. Η στρατηγική του ήταν εξαιρετικά ευφυής: καθώς ανέβαιναν χωρίς σχοινιά ή ασφάλειες (free-solo) μέσα στο σκοτάδι, ο ίδιος και ο Troillet δεν χρειάστηκε να μεταφέρουν σχοινιά ή σκηνή. Σταματούσαν την αναρρίχηση μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας, όταν οι θερμοκρασίες ανέβαιναν. Περιορίζοντας τον χρόνο παραμονής τους σε μεγάλο υψόμετρο, μείωναν την έκθεσή τους σε αντικειμενικούς κινδύνους και στον κίνδυνο εμφάνισης ασθένειας του υψομέτρου. Ήταν μια απλή, αποτελεσματική και έξυπνη λύση. Ο Πολωνός ορειβάτης Voytek Kurtyka υποστήριξε ότι μια τέτοια προσέγγιση —αυτός ο «υπερ-μινιμαλισμός»— θα μπορούσε να αλλάξει τα πάντα. Ωστόσο, η ανάβαση στο Έβερεστ το 1986 άφησε τους περισσότερους ορειβάτες αμήχανους, και κανείς δεν κατάφερε έκτοτε να την επαναλάβει.
Στη συνέχεια, το 1992, δύο Γάλλοι ορειβάτες, ο Pierre Béghin και ο Jean-Christophe Lafaille, σχεδίασαν μια άλλη εντυπωσιακή ανάβαση: μια απευθείας διαδρομή στη νότια ορθοπλαγιά της Annapurna, η οποία θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με ελαφρύ εξοπλισμό. Έφτασαν σε υψόμετρο 7.400 μέτρων, προτού αναγκαστούν να υποχωρήσουν εξαιτίας μιας σφοδρής θύελλας. Ο Béghin σκοτώθηκε πέφτοντας στο κενό, όταν ένα σημείο αγκύρωσης για ραπέλ (κατάβαση με σχοινί) —που βασιζόταν σε ένα μόνο μηχανικό ασφαλιστικό μέσο— αστόχησε. Ο Lafaille έμεινε μόνος, προσκολλημένος σε μια πλάκα πάγου, χωρίς σύντροφο και χωρίς σχοινί. Ακολούθησε μια κατάβαση που διήρκεσε πέντε ημέρες. Αν και βρήκε ένα σχοινί 20 μέτρων σε μια χαμηλότερη κατασκήνωση, σύντομα ξέμεινε από τρόφιμα. Μια πτώση βράχων τού έσπασε το χέρι. «Σκέφτηκα να αφεθώ, να πάω να βρω τον Πιέρ», παραδέχτηκε.
Μόνο οι τεχνικές ικανότητες του Λαφάιγ τού επέτρεψαν να επιβιώσει. Για χρόνια μετά, ένιωθε σαν «αιχμάλωτος της Αναπούρνα», ενώ επιχείρησε ξανά την ανάβαση από τη νότια ορθοπλαγιά το 1995 και το 1998. Το 2002, ο Λαφάιγ και ο Αλμπέρτο Ινουρατέγκι διέσχισαν την ανατολική ράχη μέχρι την κορυφή, και τότε ένιωσε ότι: «για πρώτη φορά, μπορούσα να σκεφτώ την Αναπούρνα όχι απλώς ως έναν τόπο με μακάβρια στατιστικά στοιχεία και προσωπικές απώλειες, αλλά ως τη Θεά της Αφθονίας».
Το 2007, έφτασα στη βάση της νότιας ορθοπλαγιάς της Αναπούρνα, αποφασισμένος να ολοκληρώσω τη λαμπρή, ημιτελή διαδρομή των Beghin και Lafaille. Η πρώτη μου προσπάθεια, μόνος, σταμάτησε έπειτα από μερικές εκατοντάδες μέτρα. Ο αέρας ήταν υπερβολικά ζεστός και μια πέτρα με χτύπησε στο κεφάλι, αφήνοντάς με αναίσθητο. Μόνο η τύχη με γλίτωσε από τον θάνατο. Εκείνη τη στιγμή, όπως και ο Lafaille, ήμουν σαν «δαιμονισμένος». Ήθελα πάση θυσία να σκαρφαλώσω αυτή τη διαδρομή. Έναν χρόνο αργότερα, μαζί με τον Simon Anthamatten, φτάσαμε στα 6.000 μέτρα προτού συνειδητοποιήσουμε ότι το εγχείρημα ήταν μάταιο. Χιόνιζε καθημερινά και ο κίνδυνος χιονοστιβάδων ήταν υπερβολικά μεγάλος. Ένα βράδυ, λάβαμε ένα σήμα κινδύνου: ο Iñaki Ochoa de Olza ήταν βαριά άρρωστος στην Κατασκήνωση IV (7.500 μ.), στα μισά της ανατολικής ράχης. Δύο μέρες αργότερα έφτασα κοντά στον Ινιάκι, αλλά εκείνος δεν τα κατάφερε. Μετά από αυτό, το μόνο που ήθελα ήταν να γυρίσω σπίτι και να ξεχάσω την Αναπούρνα. Χρειάστηκαν χρόνια για να μπορέσω να αποδεχτώ όσα είχαν συμβεί.
Το φθινόπωρο του 2013, ένιωσα έτοιμος να επιστρέψω στην Αναπούρνα, μαζί με τον Don Bowie από τον Καναδά. Η ομάδα μας έστησε μια προωθημένη κατασκήνωση βάσης στα 5.000 μέτρα, όπου ο Tenji Sherpa και ο Nima Sherpa φρόντιζαν να μας προμηθεύουν με φρέσκα τρόφιμα. Στις 8 Οκτωβρίου, στις 5:30 το πρωί, ο Ντον κι εγώ ανεβήκαμε προς τη βάση της ορθοπλαγιάς. Επιτέλους, όλα έδειχναν να είναι με το μέρος μας, αν και φυσούσε δυνατός άνεμος. Ωστόσο, όταν φτάσαμε στη ρωγμή αποκόλλησης (bergschrund), ο Ντον κοίταξε ψηλά το στρώμα πάγου που κάλυπτε τα βράχια και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαδρομή βρισκόταν πολύ κοντά στα όριά του για να την επιχειρήσει χωρίς σχοινί. Δεν υπάρχουν πολλά λόγια για τέτοιες στιγμές. «Τα λέμε», είπα. (σ.σ. ο Bowie αποχώρησε).
Στην αρχή ήταν δύσκολο να συνηθίσω τη μοναξιά, αλλά το σκληρό χιόνι με βοήθησε να συγκεντρωθώ. Δεν είχα συγκεκριμένα σχέδια και σκέφτηκα ότι ίσως θα μπορούσα απλώς να εγκλιματιστώ λίγο περισσότερο, αλλά οι εξαιρετικές συνθήκες με ωθούσαν όλο και πιο ψηλά. Πήρα τη σκηνή και το γκαζάκι που είχαμε αφήσει με τον Ντον στα 6.100 μέτρα, αλλά άφησα πίσω το σχοινί, καθώς μετέφερα ήδη ένα βοηθητικό σχοινάκι 6 χιλιοστών. Πιο ψηλά, ενώ φωτογράφιζα την ορθοπλαγιά, ένα ορμητικό ρεύμα από ψιλό, σκόρπιο χιόνι (spindrift) με παρέσυρε· γαντζώθηκα και στα δύο πιολέ μου, αφήνοντας όμως να πέσουν η φωτογραφική μηχανή και το ένα μου γάντι. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, αναγκάστηκα να συνεχίσω την αναρρίχηση φορώντας τα πιο ελαφριά γάντια μου.
Πάνω από τα 6.800 μέτρα, ανέβαινα μέσα σε ένα σύννεφο που πύκνωνε. Μπροστά μου, το ανώτερο τμήμα της ορθοπλαγιάς κατέληγε σε μια τεράστια ζώνη γκρίζου και καφέ βράχου, διασχισμένη από αυλακώσεις πάγου και χιονιού. Αποφάσισα να στήσω τη σκηνή μου. Υπήρχαν δύο πιθανές εκβάσεις: είτε θα κόπαζε ο άνεμος και θα μπορούσα να ανέβω ψηλότερα, είτε θα έπρεπε να υποχωρήσω το πρωί. Καθώς δεν μπόρεσα να βρω κάποιο προστατευμένο σημείο ακριβώς εκεί, άρχισα να κατεβαίνω. Εκατό μέτρα πιο κάτω, μια ρωγμή στον παγετώνα προσέφερε το ιδανικό μέρος για διανυκτέρευση. Βρισκόμουν πλέον μέσα στο βουνό, περιτριγυρισμένος και προστατευμένος από τον γαλάζιο πάγο και το λευκό χιόνι του. Οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου χάθηκαν και το βουνό ησύχασε, ακριβώς όπως το είχα παρατηρήσει το προηγούμενο βράδυ από την προωθημένη κατασκήνωση βάσης. Η νύχτα έπεσε γρήγορα. Αυτή ήταν η ευκαιρία μου. Ο μόνος τρόπος για να φτάσω στην κορυφή ήταν να σκαρφαλώσω μέσα στο σκοτάδι.
Μια ασημένια γραμμή από πάγο και παλιό, συμπιεσμένο χιόνι διέσχιζε το μεγαλύτερο μέρος του απόκρημνου τοίχου –φαινόταν πως θα ήταν δυνατόν να βρω τη διαδρομή. Κι εμένα μου αρέσει να σκαρφαλώνω στο σκοτάδι. Όταν περιορίζεις το οπτικό σου πεδίο στον φωτεινό κώνο ενός φακού κεφαλής, αναγκάζεσαι να συγκεντρωθείς σε αυτό που κάνεις εκείνη τη στιγμή. Όλα τα άλλα χάνουν τη σημασία τους. Μόνο το επόμενο βήμα, η επόμενη κίνηση, είναι καθοριστικά.
Ένιωθα σαν να κινούμουν μέσα σε μια φωτεινή φούσκα. Ο υπόλοιπος κόσμος είχε εξαφανιστεί, εκτός από αυτό το μικρό φως που κινούνταν μέσα στον κοφτερό, μαύρο αέρα. Ρεύματα πάγου και χιονιού ενώνονταν μεταξύ τους, δημιουργώντας μια ιδανική επιφάνεια για σόλο αναρρίχηση. Αν και το κρύο ήταν κάπως κουραστικό, με πλημμύρισε μια αίσθηση ευτυχίας: συνέχιζα να σκαρφαλώνω και ένιωθα σαν στο σπίτι μου. Το ανάγλυφο του εδάφους μού θύμιζε τη βόρεια ορθοπλαγιά του Άιγκερ (Eiger) σε συνθήκες βαρυχειμωνιάς – απαιτητικό, αλλά όχι τόσο δύσκολο ώστε να χρειαστεί να δεθώ στο βουνό.
Είναι δύσκολο να πω πόσα σχοινιά (μήκη διαδρομής) σκαρφάλωσα, αλλά ένιωσα ότι έφτασα σχετικά γρήγορα στο πάνω μέρος του τοιχώματος. Εκεί, για πρώτη φορά, συνειδητοποίησα πού βρισκόμουν πραγματικά και τι σήμαινε αυτό. Το υπόλοιπο της ανάβασης θα ήταν ένας αγώνας δρόμου ανάμεσα σε εμένα και τον άνεμο. Είτε θα έφτανα στην κορυφή πριν δυναμώσουν ξανά οι ριπές του ανέμου, είτε θα αναγκαζόμουν να κατέβω. Βήμα-βήμα, βρήκα ξανά τον ρυθμό μου και οι θόρυβοι στο κεφάλι μου κόπασαν. Τώρα, απλώς έπρεπε να συνεχίσω να παλεύω για λίγο ακόμα.

Όταν στάθηκα στην κορυφογραμμή, δυσκολεύτηκα να πιστέψω το τοπίο που απλωνόταν μπροστά μου. Τίποτα δεν έμοιαζε πραγματικό. Κι όμως, ταυτόχρονα, το μυαλό μου παρέμενε απόλυτα διαυγές. Δεν υπήρχε χώρος για τίποτα άλλο, παρά μόνο για το φως του φακού μου, την αναζήτηση της πορείας προς τα εμπρός και τον νυχτερινό ουρανό που έλαμπε γεμάτος αστέρια. Έλεγξα το υψόμετρό μου και ακολούθησα την κορυφογραμμή μέχρι το ψηλότερο σημείο. Πάνω, εντάξει, τώρα κάτω. Ένιωθα να με διαπερνά ένα ηλεκτρικό ρεύμα ενέργειας: ήθελα να κατέβω όσο το δυνατόν γρηγορότερα, προτού δυναμώσει ο άνεμος ή ο ήλιος, που ανέβαινε, λιώσει το καλό, συμπαγές χιόνι. Η μεγάλη ρωγμή στη βάση της πλαγιάς (bergschrund), πολύ πιο κάτω, ήταν η πραγματική μου κορυφή. Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά και άρχισα την κατάβαση. Σε μερικά απότομα σημεία σταμάτησα για να κάνω ραπέλ. Το κρύο μού είχε παγώσει τα χέρια και χρειαζόταν να τα ζεσταίνω συνεχώς. Τα ίχνη μου χάνονταν στο άπειρο, μέσα στο βαθύ χιόνι. Μακάρι να είχα φτάσει ήδη κάτω!
Γύρω στις 4 π.μ., μπήκα στη σκηνή μου χωρίς καν να βγάλω τα κραμπόν. Ξεκουράστηκα για όσο χρόνο χρειαζόταν για να βράσει το νερό. Οι γάμπες μου ήταν σκληρές σαν πέτρα. Στην ανατολή, ο ήλιος άρχισε σιγά-σιγά να ξεπροβάλλει στον ορίζοντα. Όμως, δεν πρόσεξα τα χρώματα της αυγής. Το μόνο που ήλπιζα ήταν να μην δυναμώσει κι άλλο ο άνεμος. Στην άλλη πλευρά της ρωγμής, έβλεπα μόνο λευκό, άδειο χιόνι. Συνέχισα την κατάβαση μόνος, διασχίζοντας τον παγετώνα. Όταν έφτασαν ο Tenji, ο Don και ο φωτογράφος Dan Patitucci, τα πρώτα μου λόγια ήταν: «Μπορούμε να πάμε σπίτι!». Ο Tenji μού έδωσε λίγο αναψυκτικό, ψωμί και ένα μήλο. Δυσκολευόμουν να βρω λέξεις — δεν ήξερα τι έπρεπε να πω. Όλα είχαν τελειώσει. Ένιωθα σαν να λυτρώθηκα. Επιτέλους.



