Ο Τένζινγκ Νόργκεϊ δεν το πίστευε. Ούτε οι άλλοι πέντε Σέρπα που είχαν ανέβει στην κορυφή του Έβερεστ από το 1953, όταν ο Τένζινγκ και ο Έντμουντ Χίλαρι χτύπησαν για πρώτη φορά τον «κάθαρμα». Οι Ευρωπαίοι ήταν πολύ γρήγοροι -πολύ γρήγοροι για να ανέβουν το βουνό με φιάλες οξυγόνου, πόσο μάλλον χωρίς αυτές. Αλλά αυτός ήταν ο ισχυρισμός που έκαναν ο Ιταλός Reinhold Messner, τότε 33 ετών, και ο Αυστριακός Peter Habeler, 35 ετών, για την κορυφή του Έβερεστ στις 8 Μαΐου 1978. Είπαν ότι είχαν φτάσει στην κορυφή των 8.849 μέτρων από το Camp IV, το οποίο βρίσκεται στα 7.950 μέτρα στο South Col, τη διάσελο μεταξύ του Everest και του γειτονικού Lhotse- σε λίγο λιγότερο από οκτώ ώρες. Είχαν περάσει 15 λεπτά στην κορυφή και μετά επέστρεψαν ο καθένας ξεχωριστά, o Habeler σε μία ώρα και ο Messner σε μία ώρα και 45 λεπτά.
Αν ήταν αλήθεια, όχι μόνο αψήφησαν τους αμφισβητίες, αλλά είχαν επίσης καταφέρει κάτι ισοδύναμο του να σπάσουν το φράγμα των τεσσάρων λεπτών στο μίλι. Οι ορειβάτες που χρησιμοποιούν φιάλες οξυγόνου συνήθως χρειάζονταν – και εξακολουθούν να χρειάζονται για την κορυφή 12-14 ώρες μετ’ επιστροφής από το Camp IV. Σε αυτό το υψόμετρο, στη λεγόμενη Ζώνη Θανάτου πάνω από τα 26.200 πόδια (8000 μέτρα), το συμπληρωματικό οξυγόνο καθαρίζει το μυαλό, ζεσταίνει το σώμα και τροφοδοτεί τα πόδια. Όμως ο Messner και ο Habeler το είχαν καταφέρει σε λιγότερο από δέκα ώρες!
Όταν το δίδυμο επέστρεψε στο Camp IV, ο Βρετανός εικονολήπτης Eric Jones, που τους περίμενε εκεί, ειδοποίησε μέσω ασυρμάτου το Base Camp για να επικοινωνήσει με τον Leo Dickinson, τον σκηνοθέτη του “Everest Unmasked”, ενός ντοκιμαντέρ για την αποστολή που θα κυκλοφορούσε την επόμενη χρονιά. «Κάτι δεν πάει καλά εδώ», είπε ο Jones. «Επέστρεψαν πολύ νωρίς». Σε ένα ρεπορτάζ του Reuters στις 17 Ιουνίου εκείνης της χρονιάς, ο Tenzing και άλλοι είπαν σε έναν δημοσιογράφο ότι είχαν σοβαρές αμφιβολίες για το επίτευγμα.

Δεν μπορείτε να τους κατηγορήσετε ότι στάθηκαν με σκεπτικισμό απέναντι στον ισχυρισμό αυτόν. Όταν παρουσίασα σε αρκετούς σύγχρονους ορειβάτες τους αριθμούς, αποκρύπτοντας τα ονόματα των θρυλικών ανδρών που τους είχαν καταφέρει, ήταν κι αυτοί αμφίβολοι. «Θα έλεγα ότι αυτές οι εποχές ήταν απίστευτα απίθανες», έγραψε ο οδηγός βουνού Adrian Ballinger, ο οποίος ανέβηκε στην κορυφή του Έβερεστ χωρίς οξυγόνο από το Βόρειο Διάσελο (North Col) το 2017. Στην πραγματικότητα, αν ένας ορειβάτης έχει κάνει ποτέ τη διαδρομή αυτή χωρίς οξυγόνο τόσο γρήγορα όσο οι Messner και Habeler, δεν μπόρεσα να βρω καμία καταγραφή για αυτό.
Οι άνθρωποι αυτοί περίμεναν ότι ο κόσμος θα αμφισβητούσε την ανάβασή τους. Στην κορυφή, ο Messner έδεσε μία από τις εξαντλημένες μπαταρίες της κάμεράς του και ο Habeler ένα κομμάτι σχοινιού στο γνωστό εκείνη την εποχή ανοξείδωτο τρίποδο που είχαν εγκαταστήσει οι Κινέζοι το 1975, ώστε κανείς να μην μπορεί να αμφισβητήσει ότι είχαν πάει εκεί. Αλλά η απόδειξη του αντίθετου -ότι δεν είχαν χρησιμοποιήσει δηλαδή οξυγόνο- ήταν πιο δύσκολη να στηριχτεί. «Μερικοί ειδικοί», έγραψε ο Habeler στο βιβλίο του το 1978, “The Lonely Victory”, ισχυρίστηκαν ότι «είχαμε επιτρέψει να το μυρίσουμε, τουλάχιστον για λίγο και σε διαλείμματα». Ο Messner επιτέθηκε στον Tenzing και σε άλλους που αμφισβήτησαν όταν επέστρεψε στο σπίτι του στο Funès της Ιταλίας. «Είναι καθαρός φθόνος εκ μέρους τους», είπε στο Reuters. «Δεν μπορούν να καταλάβουν ότι κάποιος έχει κάνει αυτό που δεν έχουν κάνει εκείνοι».
Ένα άτομο που κατάλαβε αμέσως τη σημασία της ανάβασης, ήταν ο John Roskelley, ο οποίος σχεδίαζε να κάνει την τρίτη ανάβαση στο K2 εκείνο το καλοκαίρι με μια αμερικανική ομάδα. Ο Roskelley, τώρα 68 ετών, λέει ότι εκείνη η χωρίς οξυγόνο ανάβαση του Έβερεστ, «ήταν ο λόγος που ήμουν αποφασισμένος να ανέβω στο K2 χωρίς φιάλες οξυγόνου. Η ανάβασή τους απέδειξε ότι το υψόμετρο μπορούσε να ξεπεραστεί από τις φυσικές δυνάμεις, από αθλητές που μπορούσαν να προσαρμοστούν στην έλλειψη οξυγόνου μέσω ενός προγράμματος εγκλιματισμού».

Αυτό που πολλοί άνθρωποι δεν γνώριζαν εκείνη την εποχή ήταν ότι, παρά το ιστορικό τους επίτευγμα, η σχέση του Messner και του Habeler βρισκόταν σε πορεία διάλυσης και η πρώτη ανάβαση στο Έβερεστ με «δίκαια μέσα» θα ήταν η σφήνα που θα διέκοπτε τη συνεργασία τους. Ο Maurice Isserman, ιστορικός στο Hamilton College και συγγραφέας του Fallen Giants: A History of Himalayan Mountaineering, επισημαίνει ότι αυτή η ομάδα ήταν πάντα λίγο εύθραυστη. «Σκεφτείτε τους Hillary και Tenzing, τον Tom Hornbein και τον Willi Unsoeld», λέει. «Σκέφτεσαι αυτή την κατεξοχήν πράξη του να είσαι δεμένος με έναν άλλο άνθρωπο. Ο Messner και ο Habeler είχαν ένα σχοινί, αλλά ήταν δεμένοι μόνο για μικρό χρονικό διάστημα. Στην πραγματικότητα έκαναν δύο σόλο αναβάσεις χωρίς οξυγόνο». Παρ’ όλα αυτά, για μια σύντομη στιγμή την άνοιξη του 1978, το ζευγάρι στάθηκε μαζί, μόνο του στην κορυφή της ανθρώπινης απόδοσης.
Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, οι ορειβάτες είχαν αρχίσει να κρίνουν τα επιτεύγματά τους λιγότερο από τις κορυφές που σκαρφάλωναν και περισσότερο από τις διαδρομές και το στυλ που χρησιμοποιούσαν για να τις σκαρφαλώσουν. Το 1963, οι Hornbein και Unsoeld ολοκλήρωσαν μια πρώτη ανάβαση στη Δυτική Κορυφογραμμή του Έβερεστ. Αν και χρησιμοποίησαν οξυγόνο, η γρήγορη και ελαφριά προσέγγισή τους αντιπροσώπευε μια σοβαρή αναβάθμιση σε δυσκολία και έκθεση. Στη δεκαετία που ακολούθησε, το άθλημα εξελίχθηκε ραγδαία καθώς οι σύγχρονοι ορειβάτες μείωσαν το μέγεθος και τη χρονοβόρα στρατηγική των μαζικών αποστολών, οι οποίες καθόρισαν την ορειβασία κατά το πρώτο μισό του αιώνα. Αλλά το οξυγόνο εξακολουθούσε να θεωρείται ζωτικής σημασίας, ειδικά στο Έβερεστ.
«Το 1975 ή το 1976, αν ρωτούσατε οποιονδήποτε είχε ασχοληθεί με την αναρρίχηση στα Ιμαλάια ποιο θα ήταν το επόμενο μεγάλο πράγμα», μου είπε ο Habeler τον Ιούνιο, «κάθε δεύτερος άνθρωπος θα σας έλεγε: Είναι το Έβερεστ χωρίς οξυγόνο».
Ο Habeler και ο Messner ήταν οι τέλειοι άνθρωποι για να το δοκιμάσουν. Και οι δύο από τους «τρομερούς διδύμους», όπως ήταν γνωστοί στην Ευρώπη, ξεκίνησαν την καριέρα τους στις Άλπεις. Ο Μέσνερ, με την κορδέλα του, την γενειάδα και τα ατίθασα καστανά μαλλιά του, έμοιαζε με έναν άγριο Μπιορν Μποργκ (διάσημος Σουηδός τενίστας στα ‘70s). Ο Χάμπελερ, συνήθως καθαρός, είχε ψηλά ζυγωματικά, λαμπερά λευκά δόντια και εμφάνιση πρωταγωνιστή. Ο Μέσνερ είχε πρόσφατα πάρει διαζύγιο. Ο Χάμπελερ σκαρφάλωνε με μια φωτογραφία της γυναίκας του και του μικρού γιου του.

Ο Habeler μεγάλωσε στο Mayrhofen της Αυστρίας, ενώ ο Messner ζούσε μόλις 50 μίλια νοτιότερα, στο Funes της Ιταλίας. Και οι δύο έκαναν τις μαθητείες τους με πιο αδύναμους συντρόφους (μερικές φορές μέλη της οικογένειας – ο Μέσνερ είχε οκτώ αδέλφια) και έχτισαν το όνομά τους ως σολίστες. Φαινόταν αναπόφευκτο ότι θα συνεργαστούν, έστω και μόνο επειδή δεν υπήρχε κανείς άλλος στο επίπεδο τους.
Ο Habeler, είναι εσωστρεφής σε σύγκριση με τον Messner, ο οποίος είναι διάσημος για την τολμηρή και υπερβολική προσωπικότητά του. «Το ζώδιό του είναι η Παρθένος, του αρέσει να λάμπει. Είμαι Καρκίνος που σέρνεται πίσω στο καβούκι του», έγραψε ο Χάμπελερ στο Lonely Victory. «Δεν είμαστε φίλοι με τη συνήθη έννοια της λέξης», συνέχισε. «Δεν είμαστε «φίλοι» που μένουν μαζί στα καλά και στα άσχημα. Σπάνια μιλάμε ο ένας στον άλλον για την προσωπική μας ζωή».
Ξεκινώντας το 1965 με την Tofana di Rozes, στους Δολομίτες κοντά στην Κορτίνα της Ιταλίας, οι άνδρες, τότε 22 και 20 ετών, σφυρηλάτησαν έναν δεσμό αναρρίχησης που θα διαρκούσε 13 χρόνια. Ήταν κυρίως αναρριχητές, λάτρεις της γυμναστικής με ατσάλινα νεύρα. Αλλά στις αρχές του 1969, τόσο ο Messner όσο και ο Habeler, συμμετείχαν σε μια αποστολή στις Άνδεις και έκαναν την πρώτη ανάβαση στην ανατολική πλευρά της Yerupaja, μιας Περουβιανής κορυφής 6.635 μέτρων, με μια λεπίδα τσεκουριού για κορυφή. Ήταν η πρώτη τους επαφή με το μεγάλο υψόμετρο.
Ο Messner ήθελε αμέσως περισσότερα και το 1970 υπέγραψε με μια γερμανική αποστολή στην πλευρά Rupal του Nanga Parbat στο Πακιστάν, ύψους 8.126 μέτρων. Ο Habeler δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει, οπότε ο μικρότερος αδελφός του Messner, ο Günther, πήγε στη θέση του. Ο θάνατος του Günther στο βουνό εκείνη τη χρονιά, καθώς τα αδέρφια κατέβαιναν από την κορυφή, έγινε η καθοριστική στιγμή της ζωής και της καριέρας του Messner. Εξαντλημένοι και με λίγες επιλογές, οι δυο τους κατέβηκαν από την αντίθετη πλευρά του βουνού, όπου ο Günther εξαφανίστηκε, πιθανότατα παρασυρμένος από μια χιονοστιβάδα. (Το σώμα του δεν ανακαλύφθηκε παρά μόλις το 2005). Ακόμα και σήμερα, ο Messner αποκαλεί αυτή την ανάβαση την πιο σημαντική του, λόγω της εξαιρετικής δυσκολίας της. Αλλά η τραγωδία, όπως και οι κατηγορίες ότι είχε θέσει σε κίνδυνο τον αδελφό του, τον ακολουθούσαν για δεκαετίες.

Ο Messner επέζησε, αφού κατάφερε να φτάσει κουτσαίνοντας σε ένα χωριό στην άλλη πλευρά του βουνού, αλλά είχε χάσει επτά δάχτυλα των ποδιών του στην πρώτη του κιόλας κορυφή των 8.000 μέτρων. Το 1974, οι Messner και Habeler ανέβηκαν τη βόρεια πλευρά του Eiger της Ελβετίας σε μόλις δέκα ώρες, περίπου το μισό χρόνο από το προηγούμενο ρεκόρ. Την επόμενη χρονιά (1975), έγιναν οι πρώτοι που ανέβηκαν σε μια κορυφή 8.000 μέτρων – το Gasherbrum του Πακιστάν, ύψους 8.080 μέτρων, χωρίς να χρησιμοποιήσουν συμπληρωματικό οξυγόνο, βαστάζους ή την παραδοσιακή τακτική πολιορκίας, με τη δημιουργία και εφοδιασμό μιας σειράς κατασκηνώσεων.
Αυτή η νέα τεχνική προήλθε από τις Άλπεις και έτσι ονομάστηκε «αλπικό στυλ», ένα όνομα που έκτοτε έχει γίνει η επιθυμητή ηθική στον κόσμο της ορειβασίας στα Ιμαλάια. Το να σκαρφαλώνεις στα βουνά είναι ένα πράγμα, αλλά το να διεκδικείς για τον εαυτό σου τον τίτλο του αλπινιστή, είναι σαν να διεκδικείς ψηλότερο επίπεδο. Ο Messner δεν εφηύρε τη φράση, αλλά την κωδικοποίησε στο μανιφέστο του περιοδικού Mountain του 1971 με τίτλο «Η Δολοφονία του Αδύνατου» (Murder of the Impossible).
«Φόρεσε τις μπότες σου και ξεκίνα», προέτρεπε εκεί «Αν έχεις σύντροφο, πάρε μαζί σου ένα σχοινί και μερικά καρφιά για τις ασφάλειές σου, αλλά τίποτα άλλο».
Μετά την ανάβαση στο Gasherbrum-Ι το 1975, στην πτήση της επιστροφής, ο Messner και ο Habeler γιόρτασαν την επιτυχία τους με τζιν τόνικ. Στο βιβλίο του, ο Habeler αφηγήθηκε μια συγκεκριμένη συζήτηση, η οποία του ακουγόταν σαν να μιλούσαν ομόφωνα. «Στο Έβερεστ», είπε ο Χάμπελερ. «Χωρίς οξυγόνο!». «Χωρίς οξυγόνο!», απάντησε ο Messner.

Με τα χρόνια, πολλά έχουν ειπωθεί για την ιδέα ότι η ανάβαση στο Έβερεστ με αυτόν τον τρόπο θεωρούνταν φυσιολογικά αδιανόητη. Όπως δήλωσε ο Messner στο National Geographic το 2006, «Ήταν σαν να πηγαίνεις στο φεγγάρι χωρίς οξυγόνο, πώς είναι δυνατόν; … Και στη Γερμανία, τουλάχιστον πέντε γιατροί είχαν εμφανιστεί στην τηλεόραση πιο πριν, πηγαίνοντας και λέγοντας σε όλους ότι μπορούν να αποδείξουν ότι δεν είναι δυνατόν».
Αυτό είναι πιθανά υπερβολικό: οι πιο ένθερμες πηγές για την ιδέα ότι κανείς δεν θα μπορούσε να επιβιώσει από μια «καθαρή» ανάβαση στο Έβερεστ, ήταν οι ίδιοι οι ορειβάτες. Λίγοι γιατροί ή επιστήμονες είχαν εκφέρει μια επαγγελματική γνώμη για ένα κατόρθωμα που ούτως ή άλλως δεν ήταν στο πρόγραμμα κανενός. Και η έρευνα για το υψόμετρο που ήταν διαθέσιμη το 1978, φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με την έννοια του αδύνατου.
Κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 1960-61, ο Edmund Hillary οδήγησε μια ομάδα επιστημόνων στο Νεπάλ σε μια πολύπλευρη αποστολή για να μελετήσει την ανθρώπινη φυσιολογία σε υψόμετρο. Δέκα επιστήμονες πέρασαν περισσότερες από έξι εβδομάδες μετρώντας τις σωματικές τους λειτουργίες μέσα σε ένα εργαστήριο κόντρα πλακέ που έμοιαζε με σωλήνα, στα 5.700 μέτρα. Η ομάδα ανακάλυψε ότι η βαρομετρική πίεση στα Ιμαλάια είναι υψηλότερη από ό,τι θα περίμενε κανείς, πράγμα που σημαίνει ότι το Έβερεστ, των 8849 μέτρων, έχει ένα αποτελεσματικό υψόμετρο πιο κοντά στα 8.400 μέτρα.
Το 1920, τέσσερα χρόνια πριν ο George Mallory και η Sandy Irvine εξαφανιστούν με έναν αθόρυβο αλλά διάσημο τρόπο στο Έβερεστ, ο Σκωτσέζος χημικός και ορειβάτης Alexander Kellas είχε κάνει μια πρόβλεψη για την επίδραση του βουνού στην ανθρώπινη φυσιολογία. Χρησιμοποιώντας στοιχειώδη δεδομένα για την αναπνευστική ανταλλαγή του σώματος, μπόρεσε να υπολογίσει, όπως έγραψε σε μια εργασία που θα παρέμενε αδημοσίευτη μέχρι το 2001, ότι «στα 29.000 πόδια, σε μέτρια εύκολο έδαφος, ένας άνθρωπος με καλή εκπαίδευση θα μπορούσε να περιμένει να σκαρφαλώσει από 300 έως 350 πόδια την ώρα χωρίς συμπληρωματικό οξυγόνο». Αυτό το νούμερο αποδείχθηκε λογικό, όπως και ο προφητικός ισχυρισμός του ότι «η ανάβαση με χρήση οξυγόνου θα πρέπει να είναι σχετικά εύκολη. Ίσως στο μακρινό μέλλον, νέοι άνδρες… να δοκιμάσουν το θάρρος τους στην ψηλότερη κορυφή του κόσμου».

Αναμφισβήτητα, το πιο πειστικό στοιχείο ήταν το γεγονός ότι ο Βρετανός αντισυνταγματάρχης E. F. Norton είχε φτάσει σε απόσταση 300 μέτρων υψομετρικά κάτω από την κορυφή του Έβερεστ χωρίς οξυγόνο το 1924, στο δύσκολο Grand Couloir στη Βόρεια Πλευρά, πριν γυρίσει πίσω λόγω του διαφαινόμενου σκοταδιού. Οι Messner και Habeler είχαν επίσης σκαρφαλώσει ψηλά σε πολλά βουνά και γνώριζαν πώς αντιδρούσε το σώμα τους. Μέχρι το 1978, ο Messner είχε ήδη κατακτήσει δύο άλλες κορυφές 8.000 μέτρων χωρίς οξυγόνο – το Nanga Parbat και το Manaslu, πριν ο ίδιος και ο Habeler φτάσουν στο Gasherbrum.
Την προηγούμενη άνοιξη (1977), ο Leo Dickinson και ο Messner βρίσκονταν στο Κατμαντού, όπου νοίκιασαν ένα μονοκινητήριο αεροπλάνο με έλικα για να πετάξουν γύρω από την κορυφή του Έβερεστ στα 9.000 μέτρα. Ο Ντίκινσον και ο πιλότος χρησιμοποίησαν οξυγόνο, αλλά ο Μέσνερ καθόταν στο πίσω μέρος χωρίς μάσκα. «Τα χείλη του έγιναν γαλάζια», θυμάται ο Ντίκινσον, «και τα μάτια του στένεψαν. Το αστείο όμως ήταν ότι δεν μπορούσες να τον σταματήσεις από το να μιλάει».

Στο βίντεο, ο Μέσνερ κάθεται εκεί και κουβεντιάζει. «Πετώντας περίπου 30.000 πόδια χωρίς οξυγόνο, δεν αποτελεί απόδειξη ότι μπορούμε να πάμε με τις δικές μας δυνάμεις πάνω από την κορυφή του Έβερεστ χωρίς οξυγόνο», λέει στο ντοκιμαντέρ του Ντίκινσον. «Ήταν απλώς απόδειξη ότι μπορούμε να μείνουμε εκεί χωρίς να πεθάνουμε».
Όταν ο Χάμπελερ και ο Μέσνερ έφτασαν στο βουνό το 1978, αυτό είχε πατηθεί μόλις 59 φορές, (1953-1978) κάτι που φαινόταν πολύ για εκείνη την εποχή. (Μόνο το 2019, σχεδόν 900 άνθρωποι έφτασαν στην κορυφή). Κατά κάποιο τρόπο, το Έβερεστ ήταν εντελώς διαφορετικό από το βουνό που σκεφτόμαστε σήμερα, μια ουδέτερη ζώνη χωρίς κάλυψη κινητής τηλεφωνίας. Αλλά το «Big E» διαμορφωνόταν ήδη από brands, εγωισμούς και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η εποχή των κόλπων στο Έβερεστ ξεκίνησε αφότου ένας Ιάπωνας, ο Yuichiro Miura, κατάφερε σχεδόν να σκιάρει στην παγωμένη πλαγιά Λότσε του βουνού το 1970, χρησιμοποιώντας ένα μικρό αλεξίπτωτο για να επιβραδύνει τον εαυτό του πριν συντριβεί. Επέζησε και τώρα (ακόμα και το 2025) κατέχει το ρεκόρ του γηραιότερου άνδρα που ανέβηκε ποτέ στην κορυφή του Έβερεστ, το οποίο κατέρριψε το 2013 σε ηλικία 80 ετών (και το προηγούμενο δικό του από το 2008 ως 75ετής).
Τότε όπως και τώρα, το Έβερεστ θεωρούνταν μια πολυσύχναστη κορυφή. Αλλά ο πολυσύχναστος χαρακτήρας εκείνη την εποχή, ερμηνευόταν από το ότι η κυβέρνηση του Νεπάλ, επέτρεπε μόνο μία αποστολή να κατασκηνώνει στο Base Camp κάθε φορά, η οποία αποστολή έπρεπε να έχει κάνει κράτηση χρόνια νωρίτερα! Έτσι, οι Messner και Habeler συμμετείχαν σε μια αποστολή του 1978, με επικεφαλής τον Αυστριακό οδηγό βουνού και επιχειρηματία Wolfgang Nairz με έδρα το Innsbruck, η οποία προσπαθούσε να ανεβάσει τους πρώτους Αυστριακούς στην κορυφή. Ως καταξιωμένος αιωροπτεριστής, ο Nairz ήλπιζε επίσης να πετάξει από το South Col. Έφερε δύο ανεμόπτερα στο Base Camp, σχεδιάζοντας να τα τραβήξουν οι Σέρπα, γρήγορα όμως συνειδητοποίησαν ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν.
Το κύριο γεγονός της αποστολής, ωστόσο, θα ήταν πάντα ο Messner και ο Habeler. Οι δυο τους είχαν κανονίσει πρόσθετη χρηματοδότηση από το γερμανικό περιοδικό Geo και είχαν φέρει τον Dickinson και τον εικονολήπτη Eric Jones. Η ανάβαση ήταν μεγάλη υπόθεση στην ορειβατική κοινότητα και στην Αυστρία, αλλά δεν ήταν καθόλου ένα παγκόσμιο γεγονός των μέσων ενημέρωσης. Λόγω της σχετικής ανωνυμίας του Messner και του Habeler στη Βρετανία, ο Dickinson δυσκολεύτηκε να πείσει τους Βρετανούς παραγωγούς του να υπογράψουν. Στις ΗΠΑ, ήταν σχεδόν άγνωστοι.
Το δίδυμο έφτασε στο Νεπάλ τον Μάρτιο του ’78 και όταν έφτασαν στο Base Camp, η πρώτη δουλειά ήταν να βρουν μια διαδρομή μέσα από τον παγετώνα Khumbu. Είχαν συμφωνήσει να εγκαταλείψουν τις αλπικές μεθόδους σε αυτό το εξαιρετικά επικίνδυνο μέρος του βουνού, επιλέγοντας αντ’ αυτού να ακολουθήσουν την παραδοσιακή προσέγγιση των Αυστριακών. Ο Messner και ο Habeler οδήγησαν προσωπικά τον δρόμο προς τον παγετώνα, με τους Σέρπα να κουβαλούν αλουμινένιες σκάλες για να δημιουργήσουν γέφυρες πάνω από τα χάσματα (crevasses) του παγετώνα.

Ο καιρός, που ήταν χιονιάς και με δυνατούς ανέμους, τελικά άνοιξε στις 20 Απριλίου. Ο Μέσνερ και ο Habeler ήξεραν ότι θα είχαν την πρώτη προσπάθεια για την κορυφή, αν την ήθελαν. Ενώ η υπόλοιπη αυστριακή αποστολή περίμενε, έφυγαν από την κατασκήνωση βάσης για μια εξόρμηση που είχαν σχεδιάσει να κάνουν την επόμενη μέρα. Έφτασαν στο Camp-III στις 23, πεινασμένοι. Ο Habeler έφαγε ένα κουτί σαρδέλες και αμέσως άρχισε να αισθάνεται ναυτία.
«Με έλουσε κρύος ιδρώτας και μαζεύτηκαν σάλια κάτω από τη γλώσσα μου», θυμάται ο Habeler. «Έκανα εμετό και ο λαιμός μου έκαιγε σαν φωτιά». Τον βασάνιζε η διάρροια και ο εμετός για το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας. «Δεν είναι καλό, Ράινχολντ», είπε ο Habeler στον σύντροφό του. «Απλώς δεν μπορώ να συνεχίσω. Πρέπει να γυρίσεις πίσω κι εσύ. Ο καιρός χαλάει. Θα ξεσπάσει καταιγίδα. Είναι πολύ επικίνδυνα».
Μέχρι το πρωί, ο Habeler είχε αναρρώσει αρκετά για να υποχωρήσει, αλλά του χρειάστηκαν μέρες για να ανακτήσει τις δυνάμεις του. (Ο Habeler εξακολουθεί να δυσκολεύεται να φάει σαρδέλες σε κονσέρβα. Ο Ντίκινσον τις μισεί επίσης: «Εννοώ, γιατί στο καλό οι άνθρωποι τρώνε σαρδέλες στο Έβερεστ, δεν ξέρω», λέει. «Τι συμβαίνει με τη σούπα λαχανικών;») Με τον σύντροφό του άρρωστο, ο Messner πήρε δύο Σέρπα, τον Mingma και τον Ang Dorje και συνέχισε μέσα στην θύελλα για μια σόλο προσπάθεια προς την κορυφή. Αλλά στο Νότιο Διάσελο, όπου οι τρεις σχεδίαζαν να στήσουν το Camp-IV, έπεσαν σε μια δυνατή χιονοθύελλα, με ανέμους 80 μιλίων την ώρα που διέσχισαν τη σκηνή καθώς ήταν κουλουριασμένοι μέσα. Ο Messner δημοσίευσε τις ραδιοεπικοινωνίες που ακολούθησαν στο βιβλίο του του 1979 για την ανάβαση, «Έβερεστ: Αποστολή προς το Απόλυτο» (Everest, expedition to the ultimate).

«Αυτή η σκηνή σχεδόν απογειώνεται όταν φυσάει ο άνεμος», είπε. «Πρέπει να έχει ταχύτητα μεταξύ 150 και 250 χιλιομέτρων. Και είναι μείον 50 βαθμούς. Η σκηνή χτυπάει με τόσο θόρυβο, που δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλον». Ο Mingma δυσκολευόταν επίσης. «Τι πρέπει να κάνω αν ένας από τους Σέρπα γίνει αστείος;» ρώτησε ο Μέσνερ τον Nairz. «Μπορείς να ρωτήσεις τον Bulle (γιατρός της αποστολής) στο Base Camp «τι πρέπει να κάνω αν ένας από αυτούς τρελαθεί;» «Ο Bulle λέει, σε καμία περίπτωση να μην δώσεις φάρμακα», ήρθε η απάντηση. «Καλύτερα να του φωνάξεις ή αν χρειαστεί να του δώσεις καμιά (μπουνιά), ώστε το σοκ να τον ηρεμήσει».
Τελικά, το απόγευμα της δεύτερης ημέρας, ο καιρός άνοιξε. Ο Μίνγκμα πετάχτηκε έξω από τον υπνόσακό του για να τρέξει πίσω στο Camp II. Ο Messner και ο Ang Dorji ακολούθησαν. Στο Base Camp, ο Habeler ακόμα ανάρρωνε και είχε σοβαρές αμφιβολίες για τις πιθανότητές τους. Ο σύντροφός του άλλωστε, o Messner, είχε αποτύχει στην ατομική του προσπάθεια και μόλις που επέζησε από την καταιγίδα.
Εν τω μεταξύ, ο Messner είχε σχεδόν εγκαταλείψει τον Habeler. Σε μια συνέντευξη για το “Everest Unmasked”, ο Ντίκινσον τον ρώτησε αν πιστεύει ακόμα ότι είχε πιθανότητες επιτυχίας. «Ναι, αλλά πρέπει να βρω έναν νέο σύντροφο», είπε ο Μέσνερ, κοιτάζοντας την κάμερα και ακουγόταν εξοργισμένος. Υπαινίχθηκε ότι ο Habeler αμφιταλαντευόταν, ακόμα και πριν φάει τις χαλασμένες σαρδέλες. «Ίσως ο Peter να ανέβει ξανά. Είναι ο πιο δυνατός ορειβάτης που ξέρω», συνέχισε ο Messner. «Αλλά αλλάζει συνεχώς. Πηγαίνει 100 μέτρα και λέει ότι έρχονται σύννεφα, ας γυρίσουμε πίσω».
«Έκανε την ταινία πολύ καλή», θυμάται ο Dickinson για τη σύγκρουση. «Ο Ράινχολντ είχε την ικανότητα να βγάζει τον καλύτερο εαυτό των ανθρώπων, αλλά και να τους ντροπιάζει. Νομίζω ότι θα μπορούσε να ήταν αρχηγός αίρεσης αν ήθελε. Δεν ξέρω ποια είναι η θρησκεία του. Υποθέτω ότι είναι άθεος, εκτός από το ότι πιστεύει στον εαυτό του».
«Ήμουν, απλά φοβισμένος», λέει σήμερα ο Habeler. «Ήμουν ενθουσιασμένος. Έτσι, μόνο όταν ο Messner με κλώτσησε στον πισινό και είπε: “Έλα, Πίτερ, κάναμε μαζί εκείνο και το άλλο. Ας το κάνουμε κι αυτό”. Τότε έγινα η παλιά μου δύναμη πάλι».
Καθώς οι δυο τους ανασυντάχθηκαν, ο Nairz, μαζί με δύο Αυστριακούς και τον επικεφαλής Σέρπα του, Ang Phu, χρησιμοποίησαν το μεγαλύτερο μέρος των εναπομεινάντων πόρων της ομάδας – 12 Σέρπα και 16 φιάλες οξυγόνου – για να κάνουν τη δική τους προσπάθεια στις 3 Μαΐου, ανεβάζοντας τελικά τέσσερις άνδρες στην κορυφή. Ο Messner και ο Habeler βρίσκονταν στο Camp II όταν έμαθαν για την επιτυχία της ομάδας. Αφού ο Νάιρζ και ο ορειβάτης Ρόμπερτ Schauer κατέβηκαν, ο Schauer είπε στον Habeler ότι είχε προσπαθήσει να βγάλει τη μάσκα του μερικές φορές και διαπίστωσε ότι η αναρρίχηση χωρίς αυτήν ήταν αδιανόητη. Αυτό ήταν αρκετό για να αναζωπυρώσει την αμφιβολία του Habeler. Είπε στην ομάδα της κινηματογράφησης ότι ήταν σχεδόν έτοιμος να χρησιμοποιήσει οξυγόνο «για να ανέβει και να περάσει καλά. Απλώς να ανέβει και να βγάλει μερικές φωτογραφίες».
Οι Αυστριακοί νόμιζαν ότι ο Habeler ήταν αδύναμος και του το είπαν, προσθέτοντας ότι αν ήθελε να χρησιμοποιήσει το οξυγόνο τους, θα έπρεπε να μπει στην ουρά πίσω από τους άλλους ορειβάτες που ήθελαν ακόμα να ανέβουν στην κορυφή. Η δυσαρέσκεια του Habeler για αυτό, τον βοήθησε να δεσμευτεί ξανά. «Με κυβερνούσε μόνο ένας τυφλός θυμός που με ώθησε», θυμήθηκε αργότερα.
«Ο καλύτερος τρόπος για να περιγράψει κανείς τον Peter Habeler είναι ότι είναι φυσιολογικός», λέει ο Dickinson. «Ο Messner είναι ο πιο δραστήριος άνθρωπος που έχω δει ποτέ στον πλανήτη».
Ο Dickinson θυμάται ότι ο Messner σκέφτηκε το τέλειο κίνητρο. «Είπε στον Habeler, “Αν μπορώ να το κάνω εγώ, μπορείς να το κάνεις κι εσύ”» – ένα κλισέ, αλλά σε αυτή την περίπτωση χρήσιμο. Ο Χάμπελερ πίστευε ότι ήταν ο άνθρωπος με την καλύτερη φυσική κατάσταση. «Είμαι σε καλύτερη φυσική κατάσταση από τον Reinhold», είχε γράψει σε μια επιστολή από το Base Camp προς τον πεθερό του. Δεν διέθετε όμως την απόλυτη θέληση του Messner.
«Ήμουν αποφασισμένος να απαρνηθώ την κορυφή αν δεν μπορούσα να την φτάσω χωρίς βοήθεια από αναπνευστικό εξοπλισμό», έγραψε ο Messner στην «Εκστρατεία προς τον Απόλυτο», εκθέτοντας τη φιλοδοξία με εκτεταμένη πρόζα. «Μόνο τότε θα ξέρω πώς νιώθει ένας άνθρωπος που βρίσκεται εκεί, ποιες νέες διαστάσεις ανοίγονται για αυτόν και αν μπορεί έτσι να μάθει κάτι νέο όσον αφορά τη σχέση του με τον Κόσμο».
Ο Dickinson είχε δώσει στον Messner φιλμ για την οκτώ χιλιοστών κινηματογραφική του κάμερα. Οι δύο ορειβάτες συνοδεύονταν επίσης από τον εικονολήπτη Eric Jones. Είχαν πείσει τρεις Σέρπα να τους βοηθήσουν να μεταφέρουν εξοπλισμό και δύο φιάλες οξυγόνου έκτακτης ανάγκης στο Camp IV, στο South Col, πριν αφήσουν τα φορτία τους και γυρίσουν πίσω.

Οι ορειβάτες κατευθύνθηκαν προς το Camp III στις 6 Μαΐου. Ο Habeler θυμάται ότι χρησιμοποίησαν ηρεμιστικά για να ξεκουραστούν εκεί, με τον Habeler να παίρνει Valium και Messner, Mogadon. Στις 7 Μαΐου, ανέβηκαν στο Camp IV, με τον Jones να καθυστερεί κάτω από το βάρος της δικής του κινηματογραφικής κάμερας. Κοιμήθηκαν στη σκηνή τους, και ο Messner χρησιμοποίησε ένα μικρό κασετόφωνο, για να καταγράψει ηχητικά τις άσκοπες εικασίες σχετικά με την επερχόμενη προσπάθεια.
«Όλο αυτό θα ήταν απλό, αν χρησιμοποιούσαμε οξυγόνο», είπε ο Habeler.
«Αλλά συμφωνούμε να συνεχίσουμε εκτός αν τα πράγματα χειροτερέψουν πολύ», απάντησε ο Messner.
«Λοιπόν, θα σου πω τα εξής: Κάνω πίσω πριν αρχίσω να τρελαίνομαι!» έκλεισε ο Habeler
Αυτό που είναι αξιοσημείωτο σε άλλα σημεία της απομαγνητοφώνησης είναι η ζαλισμένη προσμονή δύο ορειβατών που πρόκειται να γράψουν ιστορία στην ορειβασία. Το εγώ, η στάση και η αμφιβολία, είχαν όλα εξαφανιστεί από το μέγεθος αυτού που σχεδίαζαν να επιχειρήσουν. «Δεν έχουμε κάνει πολλά μαζί, αλλά όλα όσα έχουμε κάνει ήταν «μεγάλα πράγματα», είπε ο Messner.
«Έχουμε κάνει μερικά πολύ ωραία πράγματα μαζί», απάντησε ο Habeler. «Πολύ καλά».
Στις 3 π.μ., άνοιξαν το φερμουάρ των υπνόσακων τους και άρχισαν να λιώνουν νερό. Ο Messner έβαλε τα παγωμένα σαν ξύλα πόδια του στις αρβύλες. Στις 5:30 ξεκίνησαν, αφήνοντας τον Jones να κοιμάται ακόμα στη σκηνή. Δεν κουβαλούσαν τίποτα εκτός από τα πιολέ, επιπλέον ρούχα, ένα σχοινί και κάμερα για κινηματογράφηση, όχι περισσότερο από 4 κιλά ο καθένας. Άφησαν το οξυγόνο έκτακτης ανάγκης στον Jones. Ο Habeler αμφέβαλλε ότι θα τα κατάφερναν. «Ήμουν ληθαργικός, τα πόδια μου ήταν σαν μολύβι και δεν είχα καθόλου κίνηση», είπε αργότερα.
Η πρώτη υπόνοια της ημέρας αποκάλυψε συννεφιασμένο ουρανό και χιονόνερο. Ο Messner τρομοκρατήθηκε. «Φαίνεται σαν να έχουμε νικηθεί», θυμήθηκε να σκέφτεται. Αλλά συνέχισαν, μιλώντας μόλις και μετά βίας για να εξοικονομήσουν ενέργεια.
«Ήμασταν τότε όσο πιο κοντά μπορούσαν να είναι δύο άνθρωποι», έγραψε ο Habeler για αυτή την περίοδο. Ο καθένας τους περιέγραψε ένα είδος πνευματικού δεσμού στον οποίο μπορούσαν να διαβάσουν ο ένας το μυαλό του άλλου τόσο καθαρά, σαν να είχαν μια συζήτηση. Έφτασαν στο τελευταίο camp των Αυστριακών, στα 8.500 μέτρα, στις 9:30 π.μ. Συνέχιζαν να σκαρφαλώνουν μέσα από whiteout (έλλειψη ορατότητας σε απόλυτη ομίχλη), σταματώντας κάθε 10 ή 20 βήματα για να διπλωθούν και να πάρουν μια ανάσα.
Σε αυτό το σημείο, ο Messner σταμάτησε και πέρασε μισή ώρα φτιάχνοντας τσάι, κάτι που φαίνεται εξωφρενικό στο πλαίσιο του εκπληκτικά γρήγορου συνολικού τους χρόνου. Όπως το θυμάται ο Messner, ο ίδιος και ο Habeler χρησιμοποίησαν το διάλειμμα για να συζητήσουν τον άσχημο καιρό και τις ελάχιστες πιθανότητές τους. Ο Habeler πιστεύει ότι η συζήτηση έγινε σχεδόν τηλεπαθητικά, χωρίς πραγματικά λόγια.
Ότι και να συνέβη, συνέχισαν, με τον Habeler να μπαίνει μπροστά. Γύρω στο μεσημέρι, βγήκαν μέσα από τα σύννεφα στη Νότια Κορυφή, 100 μέτρα πριν από την κορυφή. Το Έβερεστ «έμοιαζε με ένα υπερυψωμένο νησί περιτριγυρισμένο από μια θάλασσα από σύννεφα», είπε ο Habeler στον αρχηγό της αποστολής Nairz σε μια συνέντευξη λίγο μετά την προσπάθειά τους. «Ήταν μια απίστευτα συγκινητική στιγμή. Το Θιβέτ καλυμμένο εντελώς από σύννεφα. Οι κορυφές των Makalu, Lhotse και Kangchenjunga μόλις που διακρίνονταν».
Στη Νότια Κορυφή, δέθηκαν με ένα σχοινί 15 μέτρων, δένοντας το γύρω από την μέση τους. Ο Messner οδήγησε το Hillary Step για να μπορέσει να βιντεοσκοπήσει τον Habeler να ανεβαίνει (σ.σ. ο Messner φορούσε κόκκινο μπουφάν και ο Habeler γαλάζιο). Ο Habeler λέει πως είχε μια εξωσωματική εμπειρία σε αυτό το σημείο, πιστεύοντας ότι ήταν μόνος με έναν σωσία του. Τελικά, μόλις 30 μέτρα πέρα από το Hillary Step, με τον Messner δεμένο μπροστά του, σύρθηκε στους αγκώνες του μέχρι την κορυφή και στάθηκε. Ήταν 1:15 μ.μ. Ο Messner και ο Habeler είχαν έναν μέσο όρο ταχύτητας σχεδόν 120 μέτρα την ώρα.
«Πήγα προς το μέρος του και το μόνο που θυμάμαι είναι ότι άρχισα να κλαίω, σαν μικρό παιδί», είπε ο Habeler στο Everest Unmasked. Αλλά η πιο συχνά αναφερόμενη ανάμνηση της κορυφής προέρχεται από το βιβλίο του συνεργάτη του. «Στην κατάσταση πνευματικής αφαίρεσης», έγραψε ο Messner, «δεν ανήκω πλέον στον εαυτό μου και στην όρασή μου. Δεν είμαι τίποτα περισσότερο από ένα στενό λαχανιασμένο πνευμόνι, που αιωρείται πάνω από τις ομίχλες και τις κορυφές».
Αυτή η φράση γράφτηκε στην Ιταλία, αργότερα. Αυτό που κατέγραψε στην πραγματικότητα ο Messner στην κορυφή ήταν μόνο το: «Τώρα βρισκόμαστε στην κορυφή του Έβερεστ». Οι εξαντλημένοι ορειβάτες ξαπλώνουν δίπλα-δίπλα στην κορυφή του κόσμου, προσπαθώντας να αναπνεύσουν. Μετά από 15 λεπτά, ο Habeler άρχισε να ανησυχεί για το μούδιασμα στο χέρι του και τη γενική νωθρότητα. Είπε στον Messner ότι σκόπευε να ξεκινήσει την κατάβαση. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που είδαν ο ένας τον άλλον, πριν ξανασμίξουν στο Camp IV.

Όταν ο Habeler έφτασε στη Νότια Κορυφή, το σημείο όπου μπορούσε να αρχίσει να κατεβαίνει γρήγορα προς το διάσελο, κάθισε και γλίστρησε, κάτι που του επέτρεπε να κινείται γρήγορα και με μικρή προσπάθεια. Ήταν ένα απίστευτα επικίνδυνο μέρος όμως για να γλιστράει κανείς. Αν είχε επιταχύνει, δεν θα μπορούσε να ελέγξει τη τσουλήθρα του. Καθώς πλησίαζε στο διάσελο, μια τούφα χιονιού ξεκολλούσε από κάτω του και άρχισε να τρέχει. «Κάλυπτα το στόμα μου και περίμενα να σταματήσει το χιόνι», είπε ο Habeler στο Everest Unmasked. Δεν κουνήθηκε για πέντε λεπτά. Από την κατασκήνωση, ο Eric Jones είδε τον Habeler να παρασύρεται και νόμιζε ότι είχε πεθάνει. Αλλά λίγα λεπτά αργότερα, ο Χάμπελερ μπήκε κουτσαίνοντας στην κατασκήνωση, αιμορραγώντας από το μέτωπό του και δήλωσε ότι αυτός και ο Messner τα είχαν καταφέρει. Ήταν 2:30 μ.μ.
Ο Messner ακολούθησε το ίχνος του Habeler περπατώντας όμως, θαυμάζοντας τα ρίσκα που είχε πάρει ο φίλος του στην κατάβαση. Όταν οι δυο τους ξανασυναντήθηκαν στο Camp-IV, χρησιμοποίησαν τον ασύρματο για να μοιραστούν την επιτυχία τους. Η ομάδα στο Base Camp άρχισε αμέσως να πίνει για να το γιορτάσει, με μια μακρά σειρά από προπόσεις.
Αλλά ο Messner είχε κάνει ένα βασικό λάθος στην ανάβαση! Είχε βγάλει τα γυαλιά του πάρα πολλές φορές, για να κινηματογραφήσει τον Habeler. Με αυτόν τον τρόπο, είχε επιτρέψει στον ήλιο και τον άνεμο να κάψουν τους κερατοειδείς των ματιών του. Καθώς η νύχτα προχωρούσε, αυτοί άρχισαν να φλεγμαίνουν. Όταν η όρασή του εξασθένισε και ο πόνος έγινε αφόρητος, ο Messner ήταν πεπεισμένος ότι κάτι είχε πάει στραβά στον εγκέφαλό του από έλλειψη οξυγόνου. «Ορισμένα μέρη στο σώμα μου πρέπει να είχαν δυσλειτουργήσει, με αποτέλεσμα να μείνω τυφλός για πάντα», είπε αργότερα ο Messner στον Nairz. «Σε αυτή την περίπτωση, δεν θα είχα φύγει ποτέ από το βουνό και σίγουρα δεν θα είχα αυτοκτονήσει εκεί». Πιστώνει πάντως στον Habeler τη φροντίδα του και των «δύο ανοιχτών κογχών (ματιών) σαν να ήμουν μικρό παιδί».
«Ένιωθα πιο δεμένος μαζί του από ποτέ», έγραψε ο Habeler. Αφού έμεινε ξύπνιος όλη νύχτα φτιάχνοντας τσάι, ο Habeler το πρωί οδήγησε τον Jones και τον Messner έξω από την κατασκήνωση, κατά μήκος του διάσελου, προς στα σταθερά σχοινιά που κατεβαίνουν την πλευρά του Lhotse. Ο Jones κούτσαινε από τα κρυοπαγήματα, και ο Messner λίγο πολύ υπνοβατούσε -ήταν εξαντλημένος και σχεδόν τυφλός- ενώ έβρισκε τον δρόμο του χάρη στα σχοινιά.
Έφτασαν γρήγορα στο Camp-III και μετά κοιμήθηκαν μέχρι που ο ήλιος χτύπησε στις σκηνές τους γύρω στις 9 το πρωί. Ταυτόχρονα, οι Αυστριακοί Oswald Oelz, τον οποίο οι άνδρες αποκαλούσαν Bulle, και Reinhard Karl έφτασαν στο Camp-III καθ’ οδόν προς τα πάνω, κατά τη διάρκεια μιας απόπειρας για την κορυφή, με οξυγόνο. Όταν το ζευγάρι έφτασε πάνω, στο Camp-IV, βρήκε τις δύο φιάλες οξυγόνου έκτακτης ανάγκης, ακόμα γεμάτες.
Στην Κατασκήνωση Βάσης, δημοσιογράφοι και τηλεοπτικά συνεργεία ειδήσεων από τη Γερμανία και την Αγγλία είχαν φτάσει μετά την είδηση της επιτυχίας της πρώτης ομάδας κορυφής στις 3 Μαΐου. Στην Ευρώπη, ο Τύπος διατυμπάνισε το επίτευγμα των Messner και Habeler. Αλλά στις ΗΠΑ, το κατόρθωμα πήρε μόνο ασήμαντη κάλυψη. Αυτό συμβαίνει επειδή οι δύο ορειβάτες ήταν ακόμα άγνωστοι στην Αμερική, αλλά και επειδή τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης δεν καταλάβαιναν την ακραία διαφορά μεταξύ της ορειβασίας, με και χωρίς οξυγόνο. Για τους περισσότερους αρθρογράφους, το βουνό είχε αναρριχηθεί το 1953 από τον Edmund Hillary, τελεία και παύλα. Αλλά όταν το Everest Unmasked προβλήθηκε στο βρετανικό δίκτυο ITV το 1979, θυμάται ο Dickinson, το ντοκιμαντέρ το είδαν περίπου το ένα τρίτο των νοικοκυριών της Βρετανίας, περίπου 16 εκατομμύρια άνθρωποι.

Μέχρι τότε, η συζήτηση για το αν ο Messner και ο Habeler χρησιμοποίησαν οξυγόνο είχε ήδη καταλαγιάσει. Το γεγονός ότι οι φιάλες έκτακτης ανάγκης του ζευγαριού βρέθηκαν γεμάτες, βοήθησε στην ενίσχυση του ισχυρισμού τους. Το ίδιο έκαναν και οι δηλώσεις υποστήριξης των υπόλοιπων μελών της αποστολής. Το να πουν ψέματα για την χρήση πρόσθετου οξυγόνου θα απαιτούσε τη συνενοχή όλων των άλλων μελών της αποστολής, μια δύσκολη υπόθεση δεδομένης της ανταγωνιστικής φύσης του αθλήματος. Το πιο σημαντικό, ο Messner μόλις ξεκινούσε το 1978.
Οι επόμενες αναβάσεις του χωρίς οξυγόνο δεν άφησαν καμία αμφιβολία ότι ήταν ένας ορειβάτης διαφορετικός από οποιονδήποτε είχε να κάνει πριν από αυτόν. Αυτές οι αποστολές δεν περιλάμβαναν όμως τον Habeler. Σχεδόν αμέσως, το ζευγάρι έπεσε σε μια πικρή διαμάχη, με πηγή της διαμάχης τους την έκδοση του βιβλίου του Habeler “Lonely Victory”. Ο Messner υποτίθεται ότι ήταν έξαλλος που ο Habeler, ο επί χρόνια όμορφος, καλοπροαίρετος βοηθός του, όχι μόνο είχε γράψει ένα βιβλίο, αλλά τον είχε προλάβει να το τυπώσει το 1978. «Η πίτα μπορούσε να κοπεί με τόσους πολλούς τρόπους», λέει ο Dickinson. «Και παρόλο που ο Habeler ήθελε ίσως λιγότερο από το μισό, ο Messner ήθελε περισσότερο».
Ο Messner μου είπε ότι δεν θύμωσε ποτέ που ο Habeler είχε εκδώσει βιβλίο, μόνο ότι είχε χρησιμοποιήσει έναν ghostwriter (=άλλον συγγραφέα για λογαριασμό του), τον Eberhard Fuchs, ο οποίος, κατά τα λεγόμενά του, «δεν καταλάβαινε τίποτα για την αναρρίχηση και έγραφε πολλές ανοησίες που συχνά έρχονταν πίσω, σε μένα». Προφανώς αναφερόμενος στο βιβλίο του Habeler, κατά την κυκλοφορία του “Expedition to the Ultimate” το 1979, ο Messner συμπεριέλαβε ένα αντισυμβατικό επίγραμμα: «H αφήγηση μιας αποστολής δεν είναι μυθιστόρημα. Επομένως, μια αυθεντική αφήγηση δεν μπορεί ποτέ να δοθεί, πόσο μάλλον να γραφτεί, από κάποιον που δεν ήταν παρών».
Σε ένα άρθρο του Outside το 1982 για τη διαμάχη αυτή, ο David Roberts επεσήμανε ένα βασικό απόσπασμα στο “Lonely Victory”. Ο Habeler σημείωσε ότι μια φωτογραφία του που φτάνει πρώτος στην κορυφή του Gasherbrum, την οποία ο Messner είχε τραβήξει από κάτω, δημοσιεύτηκε ευρέως με τη λεζάντα «Ο Reinhold Messner κατέκτησε τo Hidden Peak». Ο Habeler (ή ο Fuchs?) έγραψε για τη λεζάντα αυτή: «Φίλοι και γνωστοί με ρωτούν συχνά: “Γιατί το ανέχεσαι αυτό; Όλες οι κοινές σας αποστολές απλώς γίνονται μια παράσταση ενός ατόμου για τον Messner!”».
Το αποτέλεσμα της διαφωνίας ήταν το ξαφνικό και ολοκληρωτικό τέλος μιας από τις μεγάλες ορειβατικές συνεργασίες. Για δύο δεκαετίες, μόλις που μιλούσαν μεταξύ τους. Ο Messner επέστρεψε για να ανέβει και πάλι στο Έβερεστ χωρίς οξυγόνο το 1980, αυτή τη φορά μόνος και χωρίς βοήθεια, από μια νέα και δύσκολη διαδρομή, στη βόρεια πλευρά του βουνού. Στη συνέχεια, ανέβηκε με σταθερό ρυθμό χρονικά και τις δέκα υπόλοιπες κορυφές των 8.000 μέτρων χωρίς οξυγόνο – άλλη μια πρωτιά. Ο Habeler επέστρεψε στο σπίτι του στο Mayrhofen για να ξεκινήσει τη “Σχολή Σκι και Ορειβασίας Peter Habeler”, όπου εξακολουθεί να διδάσκει. Ανάμεσα στους νεαρούς ορειβάτες που έχει καθοδηγήσει είναι ο Αυστριακός συνάδελφός του, David Lama, ένας από τους πιο ταλαντούχους αλπινιστές σήμερα (σ.σ. ο Lama σκοτώθηκε ορειβατώντας το 2019 στα Καναδικά Rockies) -το ζευγάρι ανέβηκε στη βόρεια πλευρά του Eiger τον Απρίλιο του 2017. Και ενώ ο Habeler δεν προσπάθησε ποτέ να ξεπεράσει τις κορυφές που είχε με τον Messner, ανέβηκε κι άλλες κορυφές 8.000 μέτρων, όπως το Cho Oyu, το Nanga Parbat και το Kangchenjunga, χωρίς οξυγόνο.
Οι δυο τους έκτοτε έχουν λύσει τις διαφορές τους. Και ενώ μπορεί να μην σκαρφαλώνουν πλέον μαζί, τουλάχιστον έχουν επαναφέρει τη φιλία τους. Όταν ανέφερα την διαμάχη και με τον καθένα από αυτούς τον Ιούνιο, και οι δύο χλεύασαν. «Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι οι παρεξηγήσεις ανάμεσα σε μένα και στον Messner ήταν μια μικρή ανοησία», λέει ο Habeler.
«Στην αρχή ήμουν δυστυχισμένος», τόνισε ο Messner. «Τώρα έχουμε μια τέλεια σχέση».
Σήμερα (2017 το άρθρο), ο Messner θεωρεί το Έβερεστ ως τουριστικό βουνό και έχει δεσμευτεί, μέσω της κατασκευής μουσείων ορειβασίας και της παραγωγής ταινιών, να διατηρήσει κάποιο ίχνος της αλπικής παράδοσης που ο ίδιος βοήθησε να καθοριστεί. «Αυτό που συμβαίνει σήμερα στο Έβερεστ στις δύο βασικές διαδρομές είναι ο τουρισμός», λέει ο Messner. «Ένας αλπινιστής κάνει ακριβώς το αντίθετο, πηγαίνει εκεί που δεν υπάρχουν υποδομές».

Ο Habeler είναι επίσης κατηγορηματικός για την τρέχουσα κατάσταση του Έβερεστ. «Αυτή τη στιγμή είναι πιο σημαντικό να στέλνεις το καθημερινό σου μήνυμα στο Facebook ή οπουδήποτε αλλού, ώστε οι άνθρωποι να γνωρίζουν πού βρίσκεσαι, τι τρως, πόσες φορές πας στην τουαλέτα».
Ο Messner ελπίζει ότι «η επόμενη γενιά τουλάχιστον θα έχει την ευκαιρία να μάθει τι είναι ο παραδοσιακός αλπινισμός». Κατορθώματα όπως οι πρόσφατες αναβάσεις ταχύτητας του Ισπανού υπερδρομέα Kilian Jornet στη βόρεια πλευρά του Έβερεστ — ανέβηκε το βουνό από το Base Camp σε 26 ώρες χωρίς οξυγόνο και το έκανε ξανά μια εβδομάδα αργότερα από το προηγμένο base camp σε 17 — δεν τον ενθουσιάζουν ιδιαίτερα. «Θα είχα δεκαπλάσιο σεβασμό αν μπορούσε να κάνει μια νέα γραμμή στο Έβερεστ, έστω και σε δύο μήνες», λέει ο Messner για τον Jornet. «Και ο Hans Kammerlander ήταν πιο γρήγορος (στη βόρεια πλευρά) τη δεκαετία του 1990 και χωρίς οξυγόνο, οπότε τι νέο προκύπτει;»
Και παρόλο που θεωρεί την τραγική του ανάβαση το 1970 στην κορυφή του Nanga Parbat ως τη μεγαλύτερη ανάβασή του, η πρώτη ανάβαση χωρίς υποστήριξη στο ψηλότερο βουνό του κόσμου εξακολουθεί να κατέχει μια ξεχωριστή θέση στο μυαλό του. «Στις αναμνήσεις μου, το Έβερεστ είναι μαζί με τον Πέτερ για πάντα», είπε ο Messner το 1978. «Και τίποτα δεν πρόκειται να το αλλάξει αυτό». Τώρα, όταν οι δύο άντρες συναντιούνται, «Πίνουμε ένα μπουκάλι κρασί και μιλάμε για τις παλιές μέρες. Και νομίζω ότι αυτό είναι καλό», δήλωσε στο περιοδικό ο Habeler.
(*) Το άρθρο με τον πρωτότυπο τίτλο “A single narrow gasping lung” δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 2017 στο περιοδικό Outside (link) και υπογράφεται από τον Graysson Schaffer. O τίτλος που επέλεξε o Schaffer για το άρθρο του, πιστώνεται σε φράση που χρησιμοποίησε χρόνια νωρίτερα ο ίδιος ο Reinhold Messner, περιγράφοντας την εμπειρία του εκείνη.



