11.6 C
Litochoro
Σάββατο, 4 Απριλίου, 2026
Αρχική Blog Σελίδα 3

Βαστάζοι στο Νεπάλ, ένας ακόμα θρύλος που σβήνει

Σε ηλικία 66 ετών, ο Rana Bahadur Dahal από το Chainpur, Sankhuwasabha, κουβαλάει ένα σακίδιο σαν βουνό και κάνει μια απότομη, ανηφορική πεζοπορία. Είναι ένας αχθοφόρος που εξυπηρετεί ανθρώπους στην περιοχή του Έβερεστ. Συνήθως, κουβαλά βάρη περίπου 55 κιλών που περιέχουν ζυμαρικά, μπισκότα και ποτά.

Τον Απρίλιο, όταν ξεκίνησε η σεζόν αναρρίχησης στο Έβερεστ, θεάθηκε να ξεκουράζεται μόλις είχε περάσει τη «Γέφυρα Χίλαρι». Ο Dahal κατευθυνόταν προς το Namche Bazaar. Χτισμένο στα 3.500 μέτρα, το Namche είναι το ενδιάμεσο σημείο για την πεζοπορία και τις αποστολές στο Έβερεστ και σε άλλες κορυφές των Ιμαλαΐων στην περιοχή του Khumbu. Έχει εξελιχθεί σε μια μικρή, πολύχρωμη αγορά με μια σειρά από ξενοδοχεία και εστιατόρια. «Αν συνεχίσω να ξεκουράζομαι, θα νιώσω κουρασμένος στο τέλος. Πρέπει να συνεχίσω να περπατάω», είπε ο Dahal. «Συνήθως ξεκουράζομαι από ώρα σε ώρα».

Ξένοι εμφανίζονται να περνούν στο μονοπάτι και στη συνέχεια ουρές από γιάκ και μουλάρια, που μεταφέρουν εμπορεύματα με τις κουδούνες τους να αντηχούν στην περιοχή του Khumbu. Οι κουδούνες είναι το σημάδι ότι έχει ξεκινήσει η σεζόν στο Έβερεστ.

Εκατοντάδες άνθρωποι στην περιοχή απασχολούνται από πεζοπόρους και ορειβάτες—μερικοί κερδίζουν αρκετά χρήματα και άλλοι κερδίζουν λίγα. Ο Dahal, που είναι αχθοφόρος για περισσότερα από 30 χρόνια, κερδίζει τα προς το ζην μεταφέροντας φορτία σε απόκρημνες βουνοπλαγιές. Τα εμπορεύματα μεταφέρονταν μέχρι πρόσφατα με ελικόπτερα στην Κατασκήνωση Βάσης του Έβερεστ αλλά η τοπική κυβέρνηση το σταμάτησε, προκειμένου να δημιουργήσει θέσεις εργασίας για τους κατοίκους της περιοχής.

Οι αχθοφόροι έχουν πολλές χαρούμενες αλλά και θλιβερές ιστορίες. Ο Tirtha Bahadur Magar, ένας άλλος αχθοφόρος, είπε ότι έχει δουλειά, αλλά δεν είναι ευχαριστημένος με τον μισθό. «Παίρνω 1.800 ρούπιες (12 ευρώ) μεροκάματο για να μεταφέρω ένα σακίδιο τουρίστα από τη Lukla. Δεδομένων των δυσκολιών που αντιμετωπίζω, το ποσό απλά δεν είναι αρκετό», είπε. «Πρέπει να ξοδέψουμε το μισό ποσό για φαγητό και διαμονή. Αποταμιεύουμε ελάχιστα».

Καραβάνι φορτωμένων μουλαριών στο Khumbu

Η περιοχή του Έβερεστ είναι ακριβή γιατί όλα πρέπει να μεταφερθούν με αεροπλάνο. Οι βαστάζοι πρέπει να πληρώσουν ακόμη και για να παραγγείλουν ένα ποτήρι ζεστό νερό. Ένα φλιτζάνι τσάι με γάλα και ένα βραστό αυγό κοστίζουν πάνω από 200 Rs (1,5 ευρώ). «Είναι ακριβό να μείνεις σε αυτήν την περιοχή», είπε ο Magar.

Το αεροδρόμιο της Lukla, που χτίστηκε το 1964 από το “Himalayan Trust” που δημιουργήθηκε από τον Edmund Hillary, είναι η πύλη προς το Έβερεστ. Ο στόχος του αεροδρομίου εκείνη την εποχή ήταν να διευκολύνει τη μεταφορά προμηθειών στην περιοχή. Πριν κατασκευαστεί το αεροδρόμιο, οι άνθρωποι συνήθιζαν να ακολουθούν το μονοπάτι από το Jiri για να φτάσουν στην Κατασκήνωση Βάσης του Έβερεστ. Από το Jiri μέχρι τη Lukla είναι ένα ταξίδι εννέα ημερών περπατώντας.

Το αεροδρόμιο της Λούκλα

Λόγω του υψηλού κόστους και του απρόβλεπτου των πτήσεων (σ.σ. λόγω καιρού), οι ντόπιοι του Khumbu προτρέπουν εδώ και καιρό την κυβέρνηση να κατασκευάσει έναν δρόμο που θα συνδέει την περιοχή του Έβερεστ. Οι οδοιπόροι και οι ορειβάτες που κατευθύνονται προς το Έβερεστ συνήθως πετούν στο αεροδρόμιο Tenzing-Hillary της Lukla, όπου ξεκινά το μονοπάτι. Η Lukla βρίσκεται σε υψόμετρο 2.860μ. Ο απρόβλεπτος καιρός σημαίνει ότι τα προγράμματα πτήσεων μπορεί να χαλάσουν για εβδομάδες. Αυτό απλά σημαίνει ότι δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας σχετικές με τους πεζοπόρους. Για πεζοπόρους και ορειβάτες, χρειάζονται οκτώ ημέρες για να φτάσουν στην Κατασκήνωση Βάσης του Έβερεστ από τη Lukla και τρεις ημέρες για να επιστρέψουν. Για ένα αργό περπάτημα, η διάρκεια πάνω-κάτω υπερβαίνει τις δύο εβδομάδες. Οι αχθοφόροι είναι ευχαριστημένοι καθώς δεν υπάρχει άλλη διαθέσιμη υπηρεσία μεταφοράς στην περιοχή εκτός από τη δική τους, τουλάχιστον προς το παρόν.

Ένας άλλος αχθοφόρος, ο Meghraj Tamang από το Jaleshwari του Khotang, ο οποίος αυτή τη στιγμή ζει στην περιοχή Khumbu, είπε ότι αν και τα ελικόπτερα, τα γιακ και τα μουλάρια μπορούν να μεταφέρουν εμπορεύματα, οι αχθοφόροι έχουν την πρώτη προτεραιότητα. «Η μεταφορά εμπορευμάτων από τη Lukla στο Namche κοστίζει 50 Rs (περίπου 0,35 ευρώ) το κιλό. Ένας αχθοφόρος μεταφέρει 50 κιλά έως 80 κιλά», είπε ο Tamang.

Γιακ φορτωμένα με πραμάτεια, μόλις έφτασαν στο Namche Bazaar, το γρήγορα αναπτυσσόμενο τουριστικό κέντρο στην περιοχή του Έβερεστ (Φώτο: Λουκάς Χαψής)

Οι αχθοφόροι λένε ότι βγάζουν περισσότερα χρήματα κουβαλώντας σακίδια πεζοπόρων παρά όταν μεταφέρουν αγαθά σε καταστήματα και σπίτια. «Παίρνουμε και φιλοδωρήματα από τους τουρίστες». Ο Tamang είπε ότι κερδίζει πάνω από 40.000 Rs (280 ευρω) το μήνα, από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο, την περίοδο των αποστολών στο Έβερεστ. Τα κέρδη του το φθινόπωρο – Σεπτέμβριο έως Νοέμβριο στην περίοδο αιχμής της πεζοπορίας – είναι παρόμοια. Η περιοχή Khumbu δεν βλέπει σχεδόν κανέναν επισκέπτη κατά την περίοδο των μουσώνων (Ιούνιος-Αύγουστος) και του χειμώνα (Ιανουάριος-Φεβρουάριος).

Υπάρχει σκληρός ανταγωνισμός μεταξύ των αχθοφόρων. «Πολλοί πεζοπόροι και ορειβάτες επισκέπτονται την περιοχή Khumbu κάνοντας επαφές με ταξιδιωτικά γραφεία που έχουν ήδη τον κατάλογο των αχθοφόρους τους. Δεν έχουν όλοι την ευκαιρία να μεταφέρουν τσάντες», είπε ο Tamang. Οι αχθοφόροι λένε ότι πριν από δεκαετίες, η πλειοψηφία των βαστάζων στην περιοχή του Έβερεστ ήταν από την κοινότητα των Σέρπα. Αλλά στις μέρες μας το επάγγελμα είναι ανοιχτό για όλους και οι περισσότεροι αχθοφόροι είναι από τα ορεινά του ανατολικού Νεπάλ.

Ο Bhagat Chandra Tamang, ένας άλλος αχθοφόρος, είπε ότι η μεταφορά εμπορευμάτων στο απόκρημνο έδαφος είναι γεμάτη κινδύνους. «Για να εξοικονομήσουν χρήματα, οι περισσότεροι αχθοφόροι δεν αγοράζουν αρκετά ζεστά ρούχα και τρώνε λίγο. Μεταφέρουμε αγαθά τρώγοντας ό,τι παίρνουμε και τα βγάζουμε πέρα ​​με ένα ρούχο για όλη τη σεζόν». Ανέφερε ότι στις περιοχές σημειώνονται συχνές χιονοπτώσεις. «Πρέπει να αντέξουμε τη ζέστη, τη βροχή και το χιόνι».

Ο Fu Chittar Sherpa, ένας οδηγός πεζοπορίας, είπε ότι οι αχθοφόροι μεταφέρουν σχεδόν όλες τις τσάντες των πεζοπόρων και των ορειβατών. Ο Kanchha Tamang, ένας ντόπιος από το Namche, είπε ότι οι ντόπιοι εξαρτώνται από τους αχθοφόρους για τα πάντα, από καθημερινά αναλώσιμα έως τα οικοδομικά υλικά που σχετίζονται με τις κατασκευές. «Είναι δύσκολο να μεταφέρεις μικροπράγματα με μουλάρι ή ελικόπτερο. Έτσι ορίστηκαν οι αχθοφόροι να μεταφέρουν τα εμπορεύματα. Έχουν σταθερές τιμές. Αλλά κατά τη διάρκεια της αναρριχητικής περιόδου, είναι δύσκολο να βρεις αχθοφόρους», είπε ο Kanchha Tamang.

Ο Ekka Bahadur Kulung από το Mahakulung του Solukhumbu, άρχισε να εργάζεται ως αχθοφόρος μετά την ολοκλήρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και εργάζεται σαν αχθοφόρος τα τελευταία δύο χρόνια. Ο αχθοφόρος χρειάζεται ένα ντόκο (καλάθι από μπαμπού), ένα ραβδί, ένα σχοινί για να μεταφέρει το ντόκο και ένα τόκμα, ένα ξύλινο στήριγμα σε σχήμα Τ για να ακουμπά το ντόκο (καλάθι) προκειμένου να παίρνει ολιγόλεπτες ανάσες κάθε τόσο, χωρίς να σταματά στην άκρη του μονοπατιού και να ξεφορτώνεται εντελώς το φορτίο του.

ΠΩΣ ΚΑΤΑΦΕΡΝΟΥΝ ΟΙ ΝΕΠΑΛΕΖΟΙ ΑΧΘΟΦΟΡΟΙ ΝΑ ΚΟΥΒΑΛΟΥΝ ΜΕΓΑΛΑ ΦΟΡΤΙΑ

Η ικανότητα των βαστάζων στο Νεπάλ να κουβαλούν μεγάλα και βαριά φορτία έχει προκαλέσει το επιστημονικό ενδιαφέρον εδώ και χρόνια, καθώς είναι σπάνιο το φαινόμενο παγκόσμια. Το επάγγελμα του αχθοφόρου (βαστάζου) είναι πολύ παλιό στο Νεπάλ και συνδέεται με το εμπόριο αλατιού πριν από αιώνες, μεταξύ Θιβέτ και Ινδίας. Μετά την άνθηση της ορειβασίας στην οροσειρά και και της πεζοπορίας αναψυχής στον 20ο αιώνα, η άμεση και έμμεση εμπλοκή των αχθοφόρων εκτοξεύτηκε, καθώς οι ανάγκες μεταφοράς υλικών και φορτίων γενικότερα πολλαπλασιάστηκε. Στο πρόσφατο παρελθόν όμως, η διάνοιξη δρόμων, εξάλειψε τη συμβολή των ανθρώπων στη μεταφορά φορτίων στις περιοχές του Νεπάλ όπου αναπτύχθηκε πυκνό οδικό δίκτυο. Παρόλα αυτά, κάποιες περιοχές φροντίζουν να διατηρήσουν τη συμβολή του ανθρώπινου παράγοντα, με τον περιορισμό της μεταφοράς υλικών από άλλα επίγεια ή εναέρια μέσα, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους ντόπιους κυρίως πληθυσμούς να έχουν μια επαγγελματική διέξοδο.

Σε μια σχετικά παλιά (2005) έρευνα από την ομάδα του Βέλγου εργοφυσιολόγου Norman Heglund από το Πανεπιστήμιο του Louvain, έγινε καταγραφή δεδομένων για πολλούς βαστάζους, άνδρες αλλά και γυναίκες! Αποδείχτηκε πως οι άνδρες κουβαλούν φορτία της τάξης του 90% έως και 120% του σωματικού τους βάρους (ο ένας στους τέσσερις μετέφερε φορτίο της τάξης του 120% και κάποιοι ελάχιστοι μέχρι και το 180%) ενώ οι γυναίκες όχι πάνω από το 70%. Στον δυτικό κόσμο, ένας καλογυμνασμένος άνδρας που κινείται για λόγους αναψυχής σε ορεινό περιβάλλον, μεταφέρει συνήθως μέχρι το 25% του βάρους του στο σακίδιό του και αυτό σπάνια συμβαίνει για περισσότερο από 2-3 ημέρες. Στις μετρήσεις που έγιναν στους βαστάζους, δεν διαπιστώθηκε αυξημένη αερόβια ικανότητα, ούτε και κάποιες άλλες μυοσκελετικές ιδιαιτερότητες που να διαμορφώθηκαν μετά από πολυετή ενασχόληση στη μεταφορά φορτίων. Δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη τεχνική, κάποιο τρικ, που να τους επιτρέπει να σηκώνουν μεγαλύτερα βάρη από άλλους ανθρώπους. Απλά φορτώνονται το βάρος και περπατούν με αργό ρυθμό (περίπου 2 km/h) και πολύ συχνά, μικρά διαλείμματα. Ακόμα κι αν πρόκειται να φτάσουν αργά στον προορισμό τους, προτιμούν να περπατήσουν νύχτα με τον ίδιο αργό ρυθμό παρά να επιταχύνουν! Επίσης, το χαμηλό σωματικό τους ύψος (μ.ο. 1.60μ), τους βοηθά να μεταφέρουν φορτία με πιο ψηλό κέντρο βάρους!

Σαν γενικό συμπέρασμα, η συγκεκριμένη έρευνα κατέληξε στο ότι δεν υπάρχει κάποια κατασκευαστική ιδιαιτερότητα στα σώματα των αχθοφόρων και όλα οφείλονται στο γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι, παρά το ότι διατρέφονται και διαβιούν σε πολύ κακές και ελλιπείς συνθήκες και με τον κίνδυνο ασθενειών, έχουν συνηθίσει να μεταφέρουν φορτία από μικρά παιδιά, έχοντας βρει τη χρυσή τομή με τον αργό ρυθμό κίνησης στο μονοπάτι. Επίσης, το γεγονός ότι διατρέφονται σχεδόν αποκλειστικά με ρύζι, βοηθά να μεταβολίζουν καλύτερα τους υδατάνθρακες και να παράγουν περισσότερο έργο. Εάν η διατροφή τους περιλάμβανε μεγαλύτερο ποσοστό πρωτεΐνης, αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα πιο φτωχή παραγωγή έργου και πιο κακή σχέση διοξειδίου του άνθρακα με οξυγόνο, που παράγει ο μεταβολισμός υδατανθράκων!

«Αυτό που κάνουν αυτοί οι αχθοφόροι, από τη δική μας οπτική γωνία, είναι κάπως αδιανόητο, ακόμη και για τους αθλητές» λέει ο Heglund. «Στη δυτική κοινωνία δεν έχουμε πλέον πραγματική αίσθηση για το τι μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι σωματικά, επειδή είμαστε τόσο μακριά από αυτό το επίπεδο καθημερινής χειρωνακτικής εργασίας που φυσικά δεν μπορούμε να το κάνουμε πια».

 

ΠΩΣ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΕΞΑΦΑΝΙΣΑΝ ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΑΧΘΟΦΟΡΟΥ ΣΤΟ ΝΕΠΑΛ (*)

Μέχρι πριν από τρία χρόνια, ο Lakpa Chhiring Sherpa καλωσόριζε πελάτες στο ξενοδοχείο του στο Chauki Bazaar ένα χωριό χτισμένο στους λόφους του ανατολικού Νεπάλ και έβγαζε αξιοπρεπή εισοδήματα για να συντηρήσει την οκταμελή οικογένειά του. Ωστόσο, ο 57χρονος Σέρπα χρειάστηκε να υιοθετήσει ένα νέο επάγγελμα αφού οι πεζοί επισκέπτες στέρεψαν με την επέκταση της οδικής συνδεσιμότητας.

Ο Λάκπα φτιάχνει Doko, Dalo και Bhakari, παραδοσιακά καλάθια από μπαμπού, για να κερδίσει τα προς το ζην τα τελευταία τρία χρόνια. Όμως, το εισόδημά του δεν είναι πολύ κοντά σε αυτό που έβγαζε από το ξενοδοχείο, καθώς τα προϊόντα μπαμπού δεν διαθέτουν αγορά. «Δεν έχουμε επισκέπτες αυτές τις μέρες», είπε ο Σέρπα, ο οποίος ήταν απασχολημένος με την κατασκευή των καλαθιών όταν τον συνάντησε η Kathmandu Post νωρίτερα αυτή την εβδομάδα (σ.σ. Οκτώβριος 2022).

Αφού παντρεύτηκε πριν από περίπου τέσσερις δεκαετίες, ο Σέρπα μετακόμισε με την οικογένειά του στην περιοχή από το Lelep στο Taplejung, την περιοχή στη βορειοανατολική γωνία της χώρας, και άνοιξε ένα πανδοχείο.

Συχνά αναπολώντας περασμένες μέρες, ο Sherpa θυμάται το Chauki Bazaar σε όλο του το μεγαλείο. Το χωριό του υποδεχόταν στο παρελθόν εκατοντάδες ταξιδιώτες. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν πεζοί και αχθοφόροι που μετέφεραν εμπορεύματα από το Dharan στην περιοχή Sunsari στα βόρεια μέρη των περιοχών Tehrathum, Taplejung και Sankhuwasabha, φαρμακευτικά βότανα και τοπικά προϊόντα από αυτές τις περιοχές σε άλλες χαμηλότερες. Το πανδοχείο του Σέρπα παρείχε διαμονή και φαγητό σε αυτά τα άτομα.

«Στο σπίτι μου συνήθως δεν αρκούσε ο χώρος για να φιλοξενήσει αυτούς τους ανθρώπους τη νύχτα», θυμάται ο Σέρπα. Μόλις τότε είχαν ξεκινήσει οι εργασίες για να ανοίξει δρόμος από το Dharan στο Basantapur.

«Καθώς η κατασκευή του αυτοκινητόδρομου Madan Bhandari συνεχίζεται, έχει οδηγήσει πολλούς αχθοφόρους και βοσκούς Chauri (γιακ) να αλλάξουν το επάγγελμά τους για να προσαρμοστούν στις αλλαγές που επιφέρει η οδική συνδεσιμότητα», δήλωσε ο Buddi Man Limbu, Πρόεδρος του Chainpur.

Στη συνέχεια, οι άνθρωποι άρχισαν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για τη μεταφορά αγαθών στις διαδρομές αυτής της περιοχής χρησιμοποιώντας μουλάρια και γιακ. Περισσότερα από 200 άτομα έκαναν μια περιουσία μέσω αυτού του εμπορίου, είπε ο Sherpa. «Οι αγωγιάτες μουλαριών και γιακ έγιναν οι νέοι πελάτες του. Όμως, όλα άλλαξαν με την πρόσβαση της οδικής διασύνδεσης.

«Το πεζοπορικό μονοπάτι έχει σχεδόν χαθεί», είπε ο Udaya Kumar Lole, επιχειρηματίας πανδοχείου στο Chauki Bazaar. «Μόλις που βλέπουμε ελάχιστους πεζούς ταξιδιώτες, αχθοφόρους και βοσκούς γιακ στις μέρες μας». Και ο Lole επίσης σκέφτεται να αλλάξει το επάγγελμά του. «Το σπίτι μου είναι δίπλα στο δρόμο, αλλά σπάνια σταματούν τα αυτοκίνητα. Δεν έχω πολλούς πελάτες», είπε.

«Οι άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει τα παραδοσιακά επαγγέλματά τους λόγω της οδικής συνδεσιμότητας», δήλωσε ο Narayan Karki, ο πρόεδρος τοπικού Δήμου Madi. Οι βοσκοί γιακ αντικατέστησαν τους αχθοφόρους για να μεταφέρουν τα εμπορεύματα στα βόρεια μέρη της περιοχής μέσω αυτής της διαδρομής. «Δεδομένου ότι αυτά τα ζώα μπορούσαν να μεταφέρουν περισσότερα φορτία από τους αχθοφόρους, πολλοί άνθρωποι άρχισαν να έλκονται από αυτό το επάγγελμα», είπε ο Phujung Bhote, έμπορος στο Gupha Bazaar. «Αλλά, εκτοπίστηκαν από αυτό το επάγγελμα με τη σειρά τους, όταν τέθηκαν σε λειτουργία οι αυτοκινητόδρομοι».

Ο Chhiring Lama, ο οποίος ασχολείται σήμερα με την πολιτική και τις κατασκευαστικές επιχειρήσεις, ήταν κάποτε αγωγιάτης γιακ για τη μεταφορά εμπορευμάτων. Μέχρι πριν από μια δεκαετία, ο Λάμα μετέφερε αγαθά χρησιμοποιώντας τουλάχιστον 30 γιακ και μουλάρια από το Basantapur σε αγροτικές περιοχές της περιοχής Taplejung.

To οδικό δίκτυο στην περιοχή του Taplejung το 2010 (αριστερά) και το 2023 (δεξιά)

Παρόμοια με τους υπόλοιπους, ο Gyawu Sherpa, ο οποίος είχε περισσότερα από 50 βόδια και μουλάρια στο Gupha Pokhari για να διευθύνει την μεταφορική του επιχείρηση, αγόρασε στο τέλος ένα Land Rover πουλώντας τα ζώα του! Ομοίως, ο Dhurv Khadka από το Panch Pokhari είχε αγοράσει μια ντουζίνα βόδια με τιμή από 60.000 έως 130.000 ρούπιες για να μεταφέρει εμπορεύματα. Αλλά πούλησε στο τέλος αυτά τα ζώα, μετανάστευσε στο Ghurmise και ίδρυσε ένα ξενοδοχείο.

«Πρέπει να προσαρμοστείς ανάλογα με το περιβάλλον», είπε ο Σέρπα. «Ο δρόμος έκανε εκατοντάδες ανθρώπους σαν εμένα να πουλήσουν τα βόδια και τα μουλάρια τους και να κάνουν κάτι διαφορετικό για να βγάλουν τα προς το ζην.»

(*) (άρθρο της εφημερίδας Kathmandu Post από τον Οκτώβριο του 2022)

Ελληνικό ορεινό τρέξιμο, η ιστορία! Μέρος Β, 1986 το Big-Bang

Το 1986 ξεκίνησε σαν τα προηγούμενα χρόνια εκείνης της εποχής, όπου όλα έμοιαζαν να πηγαίνουν καλύτερα. Η Ελλάδα διήγε ήδη τη δεύτερη τετραετία του ΠΑΣΟΚ και της περίφημης «Αλλαγής», ενός έξυπνου, επικοινωνιακού τρυκ του δημιουργού της Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος φορούσε πλέον γραβάτα και συνομιλούσε -εξ ανάγκης?- και με πολιτικούς που δεν χαρακτηρίζονταν επαναστάτες. Το «Εοκικό» (από την ΕΟΚ) χρήμα ήδη έρεε προς την άτακτη παρέα του νότου, με τους γλεντζέδες κατοίκους της, που πήγαιναν για ύπνο όταν ξημέρωνε, ενώ οι Ευρωπαίοι έτριβαν τα μάτια τους με το εξωπραγματικό φαινόμενο!

Στους δρόμους οι περαστικοί σιγοψιθύριζαν τα σουξέ της εποχής, που είχαν αλλάξει πλέον ύφος και άγγιζαν περισσότερο τη νέα γενιά. Στον κόσμο κυριαρχούσε η Περεστρόικα του τελευταίου Σοβιετικού ηγέτη, Μιχαήλ Γκορμπατσώφ,την ώρα που ΗΠΑ και Βρετανία ήταν κάτω από την εξουσία της Σιδηράς Κυρίας (Θάτσερ). Ο κόσμος της τέχνης είχε ξεσηκωθεί μαζί με τους μαύρους Νοτιοαφρικάνους για την αποφυλάκιση του εμβληματικού ηγέτη Νέλσονα Μαντέλα. Τα βράδια η Ελλάδα έβγαινε ταβέρνα και τραγούδαγε Παιδιά της Πάτρας, στο σπίτι έβλεπε βιντεοκασέτες και έγχρωμη τηλεόραση και προσκυνούσε το αστέρι του Νίκου Γκάλη στα παρκέ του μπάσκετ. Η ελληνική κοινωνία ζούσε μια γενικότερη ανεμελιά και ελαφρότητα που χάριζε η πλασματική ευημερία των οικονομικών δεικτών. Ο νεοέλληνας αποκτούσε και πάλι καινούργιες συνήθειες χάρη στις …«καλύτερες μέρες» των εγχώριων Σοσιαλιστών, οι οποίοι όπως όλοι οι πολιτικοί εξάλλου, έκαναν μνημόσυνο με …ευρωπαϊκά κόλλυβα.

Το 1986 η δική μας παρέα ήταν στο ζενίθ της δράσης της, ζώντας βίο παράλληλο με την πραγματική ορειβασία και με τους ελάχιστους αγώνες ορεινού τρεξίματος στον κόσμο, που επίσης αγνοούσαμε (το 1986 έτυχε να ξεκινά το Marathon des Sables για παράδειγμα). Εκείνη η χρονιά μας βρήκε να έχουμε μόλις τελειώσει την κατασκευή θρυλικής «καλύβας» σε μια απάτητη γωνιά της Ηπειρώτικης γης και νιώθαμε υπέροχα  ως ένοικοί της. Η καλύβα, το γλυκό μας μυστικό, έφτασε να είναι ο μόνιμος προορισμός μας για πολλούς μήνες κι εκεί μας δόθηκε η ευκαιρία να κάνουμε τα άτυπα «κονταροχτυπήματά» μας, χρονομετρώντας τα πήγαινε-έλα και τα πάνω-κάτω από την Κόνιτσα στην καλύβα και τούμπαλιν, άλλοτε κουβαλώντας ασήκωτα φορτία με υλικά κι άλλοτε πανάλαφροι, χωρίς γραμμάριο πάνω μας!

Η περίφημη “Καλύβα” στις απόκρημνες πλαγιές της Τύμφης, λίγο πιο μακριά από την Κόνιτσα, εδώ φωτογραφημένη το φθινόπωρο του 1985, ακριβώς μετά το τέλος της εξωτερικής κατασκευής της

Σ’ εκείνους τους άτυπους αγώνες, που επιτέλους είχαν συγκεκριμένη απόσταση και κυρίως, απόλυτα συγκεκριμένη διαδρομή, ένιωσα τη συγκίνηση του αγώνα, αρκετά πριν να πάρω μέρος σε αγώνα βουνού! Ήταν μια απόσταση περίπου 8 χιλιομέτρων και 800 μέτρων ανάβασης. Εκείνο που αξίζει να σημειώσω σε σχέση με αυτό το αυτοσχέδιο μονοπάτι μέσα στους γκρεμούς, είναι ότι μέσα στα 2 τελευταία χιλιόμετρα ανέβαινες από τα 600 μέτρα στα 1300! Αν θυμάμαι καλά, η καλύτερή μου επίδοση στην ανάβαση ήταν σχεδόν μιάμιση ώρα ενώ η κατάβαση γινόταν σε χρόνους …αστρονομικούς. Δεν θα ξεχάσω ποτέ έναν καλό φίλο εκείνης της εποχής, που τρέχοντας παρέα κάποτε σ εκείνο τον κατήφορο, έχασε την ισορροπία του, έφυγε με το κεφάλι και διαγράφοντας μια τούμπα στον αέρα, προσγειώθηκε όρθιος δίπλα μου και συνέχισε!!!

Το Πάσχα του 1986 βρεθήκαμε, πού αλλού, στην λατρεμένη μας καλύβα! Μια παρέα που έφτανε τα 20 σχεδόν άτομα. Περάσαμε πανέμορφα, με χαρά, γέλιο, κουβέντες κοντά στη φωτιά, αγνάντι από τις χορταριασμένες πλαγιές του Αμάραντου, κάτω απ τη Δρακόλιμνη. Επιστρέφοντας στον πολιτισμό, ακούσαμε για ένα περίεργο νέο, για μια διαρροή ραδιενέργειας από αντιδραστήρα κάπου στη Ρωσία, σε μια μικρή κωμόπολη μ ένα όνομα γλωσσοδέτη: ΤΣΕΡΝΟΜΠΙΛ! Ένα όνομα που έμελλε να γίνει ο απόλυτος εφιάλτης για την ανθρωπότητα, τα επόμενα χρόνια!

Θα πρέπει να είχε μπει ο Ιούνης, όταν πληροφορήθηκα από το φίλο και σύντροφο στα βουνά, τον Δημήτρη Μυστακίδη, ότι ο ΕΟΣ Θεσσαλονίκης, σχεδίαζε να κάνει έναν αγώνα αντοχής στον Όλυμπο! Η ιδέα (και πρόταση ταυτόχρονα) μπορεί να είχε πέσει τότε ανάμεσα στους διοικούντες του Συλλόγου, όμως εξέφραζε κάτι εντελώς διαφορετικό, κάτι σαν αναβίωση μιας αρχαίας διαδικασίας σε ένα βουνό που συνδέθηκε όσο κανένα άλλο με τη μυθολογία. Βέβαια, στον Σύλλογο είχε εισέλθει πια και «νέο αίμα» που εξέφραζε την επόμενη μέρα των βουνών, με εμπειρία από αναβάσεις στις Άλπεις, όπου οι πρώτοι αγώνες είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους. Χρειάστηκε να αναλάβει ο Μυστακίδης την υπόθεση όμως, για να σχηματοποιηθεί αυτή η πρωτόλεια ιδέα, καθώς ήταν και ο μοναδικός άνθρωπος εκεί που έχει συνδεθεί με την αντίληψη των διασχίσεων ταχύτητας στα βουνά όσο κανένας άλλος.

Η είδηση έμοιαζε εξίσου παλαβή με εκείνη του Τσέρνομπιλ, ευχάριστα όμως αυτή τη φορά. Έγιναν όλα τόσο ξαφνικά εκείνη την άνοιξη, που ξεμακραίνοντας ο χρόνος, έμοιαζαν σαν να μην είχαν υπάρξει. Όπως και να είχε πάντως, κάποιοι «φωτισμένοι» τρελοί είχαν αποφασίσει να επισημοποιήσουν τη δική μας τρέλα για το τρέξιμο στα βουνά. Ήταν η πιο πανηγυρική αναγνώριση! Ή μήπως όχι…

Προσπαθώντας να μάθουμε περισσότερες λεπτομέρειες για αυτόν τον πολυθρύλητο «Ορειβατικό Μαραθώνιο», αυτό το όνομα του έδωσαν, ήταν μοιραίο να βρεθούμε με τον Δημήτρη το Μυστακίδη κοντά στους ανθρώπους που ανέλαβαν να υλοποιήσουν το όραμα του αγαπημένου μου φίλου, τον Ορειβατικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης. Ο αγώνας θα ξεκίναγε από το καταφύγιο του Σταυρού, ψηλά πάνω απ το Λιτόχωρο και αφού ανέβαινε μέχρι το Οροπέδιο των Μουσών, θα κατηφόριζε στα Πριόνια κι από εκεί, μέσα από τη χαράδρα του Ενιπέα και το φρεσκοφτιαγμένο τότε μονοπάτι Ε4 θα κατέληγε στο Λιτόχωρο. Στο ξεκίνημά της η διαδρομή θα περνούσε πάνω από ένα υπέροχο ίσιο μονοπάτι που είχε φτιαχτεί παλιότερα, για να οδηγεί στην τοποθεσία «Μάνα του Νερού» παράλληλα με ένα αυλάκι που κάποτε έφερνε στο Σταυρό το νερό της πηγής που ήταν εκεί, όπως υποδηλώνει και το τοπωνύμιο. Στη συνέχεια και για μια απόσταση 2-3 χιλιομέτρων ένα άλλο σβησμένο μονοπάτι οδηγούσε στην τοποθεσία Μπάρμπα, όπου η διαδρομή ενωνόταν με το κεντρικό μονοπάτι που ανηφόριζε από τη Γκορτσιά στην Πετρόστρουγκα κι από εκεί στο Οροπέδιο. Αυτό ήταν και το μεγάλο «αγκάθι» της διαδρομής του νέου αγώνα και ζητούσε λύση! Το μεγάλο μας πάθος γι’ αυτό το αγέννητο ακόμα άθλημα, που θεωρούσαμε ως δεύτερη φύση μας, ήταν αδύνατο να μας αφήσει ασυγκίνητους. Γι αυτό και μαζί με το Δημήτρη πήραμε την πρωτοβουλία να ανοίξουμε το χαμένο κομμάτι του μονοπατιού, βοηθώντας κι εμείς στον …τοκετό.

Από όσο είμαι ακόμα σε θέση να θυμάμαι, είχαμε διαθέσει μια ολόκληρη μέρα οι δυο μας, για να σκάψουμε, να πριονίσουμε και να βάψουμε βράχους, ώστε να φανερωθεί ξανά η διαδρομή και να μπορέσουμε όλοι εμείς που θα αγωνιζόμασταν σε λίγες μέρες, να βλέπουμε το σωστό δρόμο. Θυμάμαι ότι ο χρόνος δεν μας έφτανε και πως έπρεπε να βιαστούμε για να φτάσουμε ως του Μπάρμπα μέχρι να πέσει ο ήλιος. Είχαμε μαζί μας τσάπα για σκάψιμο, πριόνι για τα κλαδιά και κόκκινη μπογιά με πινέλο για τους βράχους. Δουλέψαμε με τον τρόπο που ξέραμε να δουλεύουμε, μην αφήνοντας στιγμή για διάλειμμα και στο τέλος, στην άκρη ενός μεγάλου ξέφωτου με φτέρες, εκεί στη σύνδεση με το κεντρικό μονοπάτι, γράψαμε πάνω σε έναν μεγάλο βράχο «ΔΜ ΛΡ», για ν αφήσουμε τη σφραγίδα μας. Ακόμα και σήμερα (2024), η μπογιά είναι στη θέση της έστω κι αν σε μεγάλο βαθμό ξεθώριασε.

O βράχος με τα αρχικά μας (το ΔΜ αχνό και το ΛΡ εμφανέστατο), φωτογραφημένος 33 χρόνια αργότερα (2019)

Και μετά ήρθε η μέρα του αγώνα! Αυτοκίνητα ΙΧ δεν υπήρχαν πολλά ανάμεσα στο κοινό του αγώνα κι ο δρόμος για το Σταυρό ήταν χωμάτινος. Μ ένα-δυο αγώγια, με ένα παλιό λεωφορείο ναυλωμένο απ τη διοργάνωση, οι αθλητές του αγώνα μεταφερθήκαμε στο καταφύγιο του Σταυρού από το βράδυ της παραμονής του αγώνα και φιλοξενηθήκαμε εκεί. Φυσιογνωμίες άγνωστες οι πιο πολλές σε μένα –κι εγώ σ εκείνους φαντάζομαι. Ανάμεσά τους και κάποιοι γνωστοί από τη μικρή παρέα της «Ορειβατικής Λέσχης Θεσσαλονίκης» το ασκέρι του Μυστακίδη! Υπήρχαν ακόμα και αναρριχητές, που ήθελαν να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους σ αυτό το νέο για όλους (?) άθλημα. Εκ των υστέρων έμαθα πως ο διοργανωτής σύλλογος είχε κινητοποιήσει τους «αδελφούς» συλλόγους (ΕΟΣ) από διάφορες πόλεις της βόρειας Ελλάδας και ειδικά του Λιτοχώρου, να στείλουν μέλη τους να συμμετάσχουν, ώστε το γεγονός να έχει επιτυχία. Γενικά πάντως, ήμασταν ένα «πολύχρωμο» (πολυσυλλεκτικό ας πούμε) κοινό, που μάλλον από περιέργεια οι περισσότεροι βρέθηκαν εκεί. Το καινούργιο για μια ακόμα φορά τραβούσε σαν μαγνήτης, έστω και οδυνηρό. Εκείνο που πρόσεξα, ήταν αρκετά νεαρά παιδιά, που υπέθεσα ότι συνόδευαν τους γονείς τους που θα αγωνίζονταν –κάτι που όμως τελικά αποδείχτηκε διαφορετικό από αυτό που νόμιζα…

Όσον αφορά την αγωνιστική προετοιμασία μας, χωρίς να υπάρχει κάτι εξειδικευμένο, είχαμε κάνει σκληρές αναβάσεις τους προηγούμενους δυο μήνες, στα βουνά της Πίνδου και της Μακεδονίας, με εντάσεις που έφταναν στα απόλυτα όριά μας. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, τη γνωστή τακτική του Δημήτρη, που κατέληξε να αποτελεί ατραξιόν: κάθε τόσο στην ανάβαση, σταματούσαμε απότομα την προσπάθεια και μετρούσαμε σφυγμούς για δέκα δευτερόλεπτα, κάνοντας μετά αναγωγή στο λεπτό. Ανηφορίζοντας σε κλίσεις 40+ μοιρών, οι παλμοί μου έφταναν μέχρι τους 200 ή και πιο πάνω! Ένα νούμερο που δείχνει το μέγεθος της προσπάθειας που καταβάλαμε όλοι μας και το βαθμό προσαρμογής σε αυτή τη μορφή αγωνιστικής προσπάθειας. Ωστόσο όμως, για να είμαστε βέβαιοι για το επίπεδο φυσικής κατάστασης, ο Δημήτρης είχε αναλάβει το τελευταίο διάστημα να μας κάνει τεστ σε καταμετρημένες διαδρομές στον στίβο, ώστε να ξέρουμε τα δικά του επίπεδα ο καθένας μας.

Η αφίσα της πρώτης διοργάνωσης, ζωγραφισμένη από τον Βασίλη Χατζηρβασάνη!

Το πρωί του αγώνα, μας περίμενε μια ηλιόλουστη μέρα, ήταν καλοκαίρι εξάλλου. Βγήκαμε από το καταφύγιο έτοιμοι για την εκκίνηση. Αφού προβληματίστηκα για το τι παπούτσια θα έπρεπε να φορέσω –δυο ζευγάρια όλα κι όλα είχα- κατέληξα σ ένα ζευγάρι αρβύλας trekking, που όμως ήταν μισό νούμερο μικρότερη απ το πόδι μου. Ήταν όμως και το μοναδικό τέτοιο ζευγάρι παπουτσιών που είχα, αφού ήταν το μοναδικό νούμερο που κατάφερα να βρω στο ένα και μοναδικό μαγαζί που πουλούσε τέτοια –αυτή ήταν η κατάσταση τότε. Είχα κι ένα ζευγάρι αθλητικά, όμως έχοντάς τα δοκιμάσει, ήξερα ότι υπήρχε φόβος για διαστρέμματα και τραυματισμούς, ειδικά στις κατηφόρες, παρότι τα είχα φορέσει αρκετές φορές σε αναβάσεις βουνών. Ήταν ακόμα το ξεκίνημα και ήμουν διχασμένος, δεν γνώριζα, δεν είχα την εμπειρία, θα ήταν ο πρώτος μου πραγματικός αγώνας σε βουνό. Έξω από το καταφύγιο έβλεπα τους άλλους αθλητές στα πόδια, προσπαθώντας να καταλάβω αν η επιλογή μου στα παπούτσια ήταν σωστή. Το συμπέρασμα ήταν πως βρισκόμουν στη μέση, αλλά μάλλον εκείνη τη μέση που πατάμε σε δυο βάρκες, όπως λένε. Είδα κάποιους μικροκαμωμένους ξερακιανούς ξεφόρτωτους, με σορτσάκια και αθλητικά παπούτσια (οι δρομείς) και αρκετούς με χοντρές αρβύλες και σακίδια (οι ορειβάτες)! Σκέφτηκα ότι οι δρομείς θα είναι οι χαμένοι της ιστορίας. Απλά δεν φανταζόμουν…

Ήμασταν ένα πολύχρωμο πλήθος, με κάθε λογής παραξενιά πάνω μας: καπέλα, γυαλιά, σακίδια, μπατόν, μαντήλια, παράξενα ρούχα και πάει λέγοντας… Κάποιοι τρέχαμε μπρος-πίσω λίγο πριν την εκκίνηση, για ζέσταμα και προσπαθούσαμε να διακρίνουμε πιθανούς αντιπάλους κι εκείνους που θα πρωταγωνιστούσαν στην κούρσα. Λίγο πριν την εκκίνηση στάθηκα μαζί με το Δημήτρη κάπου στο πλάι του πλήθους, που έμοιαζε να συγκεντρώνει περίπου εκατό ανθρώπους. Πόσοι ακριβώς ήμασταν όμως? Για την ιστορία, η πρώτη διοργάνωση μάζεψε 95 αθλητές, πέρασαν όμως 24 ολόκληρα χρόνια (2010) για να μάθω πόσοι τελικά τερμάτισαν, χάρη σε ένα έντυπο ορειβατικού συλλόγου της εποχής εκείνης, το οποίο και τα είχε δημοσιεύσει!

Μια σύντομη αναμνηστική φωτογραφία κάτω από ένα μεγάλο πανό και ο πρόεδρος του Συλλόγου, απορημένος υποθέτω κι αυτός από το ανέλπιστο αγωνιστικό κλίμα που επικρατούσε ανάμεσα στο πλήθος, έριξε την πιστολιά της εκκίνησης. Πριν προλάβω να αντιδράσω, είδα τους πρώτους να …χάνονται εν ριπή οφθαλμού απ τα μάτια μου! Σάστισα και δέχτηκα το πρώτο σοκ, γιατί πίστευα ότι όλοι θα ξεκινούσαν συντηρητικά, έκανα μεγάλο λάθος όμως και το σχέδιό μας πήγε κατευθείαν στα σκουπίδια. Αμέσως βαλθήκαμε με το Δημήτρη να προσπερνάμε κόσμο για να κρατήσουμε μια επαφή με την κεφαλή της κούρσας. Δύσκολο το εγχείρημα, αφού το μονοπάτι ήταν στενό αλλά ευτυχώς λίγοι οι αθλητές κι έτσι σε λίγο βλέπαμε τους πρώτους στο βάθος.

H στιγμή της εκκίνησης του αγώνα, έξω από το καταφύγιο στον Σταυρό

Δεύτερο σοκ: τα παπούτσια μου δεν έκαναν για πραγματικό τρέξιμο! Αυτό το ήξερα, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα τρέχαμε με τόση ένταση στις ευθείες. Η μόνη μου ελπίδα ήταν ότι ο ρυθμός θα έπεφτε λίγο πιο πέρα λόγω ανήφορου. Ευτυχώς, μετά τη Μάνα του Νερού άρχισαν οι ανήφοροι, όμως οι πρώτοι –πόσοι άραγε- είχαν χαθεί πλέον από το οπτικό πεδίο μας. Ο Δημήτρης μπροστά κι εγώ ακολουθούσα. Πίσω μας ένας-δυο άγνωστοι αθλητές σε μικρή απόσταση είχαν το ρυθμό μας. Πιο πίσω ακόμα ένα σχετικό άνοιγμα μέχρι τους επόμενους. Είμαστε στον αγώνα τώρα και ήρθε η μεγάλη στιγμή που περιμέναμε. Πιστεύαμε ότι ήμασταν ανίκητοι στο βουνό κι έπρεπε να το αποδείξουμε εκείνη τη μέρα! Είχαμε μπροστά μας μερικές ώρες και αρκετά χιλιόμετρα για επαληθευτούμε ή και να διαψευστούμε αλλά για την ώρα κάτι δεν πήγαινε καλά…

Χωρίς να μας προσπεράσει κανείς φτάσαμε στον πρώτο σταθμό, στου Μπάρμπα. Αμήχανοι οι εθελοντές μας καλωσορίζουν: «Μπράβο παιδιά, είστε οι πρώτοι!». Οι πρώτοι? Πώς είναι δυνατόν να είμαστε πρώτοι? Θυμάμαι τουλάχιστον δυο-τρεις μπροστά. Ωχ, κάτι κακό έγινε! Κάπου χάθηκαν, σίγουρα. Πόσοι ήταν άραγε και πόσο χρόνο θα χάσουν? (καιρό αργότερα, κατάφερα να ξετρυπώσω τις πρόχειρες σημειώσεις των Σταθμών κι εκεί ανακάλυψα ότι περάσαμε 8 λεπτά νωρίτερα). Όσο για τους πρώτους, εκείνη τη χρονική στιγμή, σύμφωνα με μαρτυρία ενός από αυτούς, ήταν περίπου 5-6 και αφού διαπίστωσαν ότι ήταν σε λάθος κατεύθυνση, πήραν υποτυπωδώς μια πορεία πάνω σε μια ράχη, που στο τέλος τους οδήγησε στη Μπάρμπα. «Κρίμα, ο αγώνας χάλασε στο ξεκίνημα» σκέφτηκα.

Συνεχίσαμε το ρυθμό μας, που σταδιακά άρχισε να μου φαίνεται αρκετά υποφερτός, ένδειξη του ότι είχα ακόμα για να δώσω και ήθελα ακόμα να δώσω. Ο συναθλητής που ακολουθούσε το γκρουπ λεγόταν Στέφανος, όπως μας είπε και ήταν από Αθήνα. Έτρεχε μεγάλες αποστάσεις και μας ανέφερε για το Σπάρταθλο, τότε άκουγα γι αυτόν τον αγώνα που ήδη μέτραγε τρεις διοργανώσεις το καλοκαίρι του 1986. Τον Στέφανο Γιάννου, τον ξανασυνάντησα τυχαία 6 χρόνια αργότερα σε μια ultra διάσχιση της Κρήτης και είχαμε να μοιραστούμε μνήμες από εκείνη την εμπειρία.

Στην Πετρόστρουγκα ήμασταν ακόμα πρώτοι, με 4 λεπτά διαφορά. Πίσω μας κανένας ακόμα! Κάθε τόσο γύριζα πίσω για να τους δω να έρχονται φουριόζοι, αλλά ψυχή! Μετά το σταθμό ο Δημήτρης πρότεινε να κόψουμε στον ανήφορο από το γνωστό «Ντιρέκι», για να κερδίσουμε απόσταση, αντί να πάμε από το κεντρικό μονοπάτι μέχρι τη Σκούρτα! Δεν χρειάστηκε να σκεφτώ, δεν μπορούσα να σκεφτώ εξάλλου εκείνη τη στιγμή και πολύ. Ούτε και ήξερα αν κερδίζαμε χρόνο ή όχι, είχαμε μάθει όμως αυτά τα χρόνια ότι όπου μπορούμε στο βουνό κόβουμε! Έτσι κι αλλιώς δεν είχε καν σχηματιστεί μέσα μας η κουλτούρα των αγώνων βουνού, με τα πλαίσια κανονισμών και τη δεοντολογία του «ευ αγωνίζεσθαι», που μάθαμε αργότερα. Ακολούθησα με επίγνωση της πράξης μου, σε μια πορεία εκτός μονοπατιού, αυτή που μας ταίριαζε σαν φυσιογνωμία προσπάθειας τόσα χρόνια. Ταλαιπωρηθήκαμε, πηδώντας από δω κι από κει, ανάμεσα σε πεσμένα κλαδιά και φυτεμένες πέτρες και ένιωθα αμφιβολίες για το πόσο κερδισμένοι θα βγαίναμε απ’ αυτήν την κίνηση. Στο τέλος ξεπροβάλαμε στα ισιάδια κάτω απ τη Σκούρτα και τότε, συνέβη αυτό που περίμενα για ώρα. Μπροστά, σε μια απόσταση 100 μέτρων, εκεί που βρισκόταν ο Σταθμός του αγώνα, είδα τέσσερις φιγούρες να τον πλησιάζουν με ταχύτητα από την κανονική διαδρομή!

O αριθμός που φορούσα τη μέρα του αγώνα. Λινάτσα με ζωγραφισμένο από πινέλο το περιεχόμενό του

Ήταν οι «χαμένοι» που βρήκαν τελικά το δρόμο τους κάτω από του Μπάρμπα και ξαναμπήκαν στο παιχνίδι. Με τους κατοπινούς υπολογισμούς, το γκρουπ τους έκανε 26 λεπτά από την Πετρόστρουγκα ως τη Σκούρτα ενώ εμείς κάναμε 30(!), άρα το κόψιμο ήταν μπούμερανγκ, αν και μάλλον ο ρυθμός των «χαμένων» συνέχισε να είναι γρηγορότερος απ τον δικό μας. Ο Δημήτρης γύρισε τότε προς το μέρος μου δίνοντάς μου το μήνυμα: «Κυνήγα τους!» Τι σήμαινε αυτή η φράση? Είχα το ελεύθερο να αποδεσμευτώ πλέον και να μπω στο ρυθμό των αθλητών μπροστά, αφού βέβαια πρώτα τους «έπιανα».

Έδωσα ότι είχα από δυνάμεις για να βρεθώ κοντά τους, έργο δύσκολο αλλά μια και είχα αποθέματα, δεν δυσκολεύτηκα να τους συναντήσω στο Λαιμό της Σκούρτας, μερικά λεπτά αργότερα. Δεν θυμάμαι καλά τη σειρά αλλά πρέπει να πέρασα πρώτα τον Άλκη το Ζωγράφο, Λιτοχωρίτη μαραθωνοδρόμο, και μπροστά μου να ήταν σε πολύ κοντινή απόσταση ο Πέτρος Καψομενάκης, μαραθωνοδρόμος επίσης και ορειβάτης, από την Αθήνα. Μαζί τους και ο Γιώργος Στέρκος, ένας 19χρονος σκιέρ από τη Δράμα. Στο καταφύγιο «Κάκκαλος» ήμουν πια τρίτος, με δευτερόλεπτα διαφορά από τον Βασίλη Χαλκιά, έναν ξερακιανό μικροκαμωμένο δρομέα υπεραποστάσεων από το Βόλο, που έμελλε να αποτελέσει τον πρώτο θρύλο του ελληνικού mountain running κι έναν ψηλό έφηβο με μακριά πόδια, τον οποίο επευφημούσαν όσοι θεατές βρίσκονταν έξω απ το καταφύγιο, φωνάζοντας «Μπράβο Βαγγέλη, δυνατά!». Ο Βαγγέλης Γραμματόσης ήταν ένας 16χρονος πιτσιρικάς από το Λιτόχωρο, που αποτελούσε φαινόμενο χάρη στην έμφυτη ικανότητά του στο τρέξιμο, γνωστός στους ντόπιους ως το «μουλάρι» και ήδη διακρινόταν ως αθλητής αντοχής στίβου! Το ρολόι έδειχνε 2 ώρες και 9 λεπτά για τους τρεις μας ενώ πίσω ακολουθούσαν, με δευτερόλεπτα ο Στέρκος και με 3 λεπτά ο Καψομενάκης, κι ο Ζωγράφος. Αρκετά πιο πίσω, με 6 λεπτά ακολουθούσε ο Μυστακίδης.

Ώστε έτσι λοιπόν ήταν ένας αγώνας στο βουνό. Όπως αυτά που κάναμε μέχρι τότε αλλά με πιο δυνατούς αντιπάλους, που δε σταματούσαν στο τέρμα του ανήφορου για να σε πειράξουν που ακολουθούσες δεύτερος! Προσπέρασα το καταφύγιο και όρμησα στον κατήφορο. Τα πόδια μου έκαιγαν αλλά το μυαλό μου είχε απογειωθεί. «Αυτό είναι φίλε, τώρα τρέχα, αυτό δεν ήθελες?», είπα στον εαυτό μου και πηδούσα στις σάρες της πλαγιάς, με την άνεση των παπουτσιών μου και με τον αέρα ότι κυνηγάω τους πρώτους. Όμως κι εκείνος ο πιτσιρικάς μπροστά, που μας προσπέρασε ιπτάμενος, δεν καταλάβαινε τίποτα από πέτρες και κινδύνους, αφού λίγο πιο κάτω χάθηκε από τα μάτια μου. Το μονοπάτι περνούσε την απόκρημνη πλαγιά των Ζωναριών από δευτερεύουσα διαδρομή (το περιβόητο «Κοφτό»), που ήταν απόλυτα επικίνδυνη στο δυσκολότερο τμήμα της, με εκτεθειμένα κομμάτια στο κενό! Δεν καταλάβαινα τίποτα όμως, όλα αυτά τα ζούσα κάθε φορά στις εξορμήσεις της ομάδας, μου ήταν ήδη γνωστά. Ο ήλιος έκαιγε και ζούσα το όνειρο ακροβατώντας στο κενό, σαν το κατσίκι. Ήμουν εκεί και όλοι μαζί γράφαμε το πρώτο κεφάλαιο μιας νέας ιστορίας στα αθλητικά δρώμενα της Ελλάδας!

Μέχρι τον «Αγαπητό» συνέχισα να είμαι τρίτος, έχοντας κάνει 20 λεπτά, όσο κι ο Χαλκιάς, αλλά ο πύραυλος Γραμματόσης χρειάστηκε μόλις 16! Χρόνια μετά, έχω την αίσθηση ότι αυτό το 0:16 δεν ξεπεράστηκε ποτέ τα επόμενα χρόνια από κανέναν αθλητή, ήταν ένας χρόνος σχεδόν εξωπραγματικός! Όπως μου εκμυστηρεύτηκε πρόσφατα ο ίδιος, έφευγε στο κενό χωρίς να το σκέφτεται και κάποιοι εθελοντές ασφάλειας σ ένα μεγάλο κομμάτι χιονιού σε κλίση -τη γνωστή «χιονούρα» στη διαδρομή- του φώναζαν μάταια να κόψει το ρυθμό του, που πρέπει να ήταν δαιμονισμένος.

Μετά το καταφύγιο του «Σπήλιου Αγαπητού», άρχισα να νιώθω τα πρώτα σημάδια της κούρασης και του πόνου. Κι όσο κατηφόριζα, η ζέστη γινόταν ενοχλητική. Κι ήμασταν ακόμα μόλις λίγο χαμηλότερα από τα 2000 μέτρα. Μπροστά μου ο Χαλκιάς, τη μια φαινόταν και την άλλη χανόταν από το πεδίο μου, για το Γραμματόση ούτε λόγος, δεν τον είδα πουθενά. Φτάνοντας στα Πριόνια με προσπέρασε ο Καψομενάκης και βρέθηκα τέταρτος. Ο Στέρκος χτυπημένος από κράμπες, σταμάτησε και ανακούφισε το βάσανό του στα παγωμένα νερά του Ενιπέα. Η σειρά άρχισε να ανατρέπεται. Σ αυτό το τμήμα του αγώνα, νικητής ήταν ο έμπειρος Αθηναίος μαραθωνδρόμος, με μόλις 28 λεπτά κατάβαση και τέταρτος ο νεαρός Γραμματόσης με 34, προφανώς πληρώνοντας το τίμημα της ορμής του μέχρι το καταφύγιο του Αγαπητού.

O Βαγγέλης Γραμματόσης περνώντας από τα Πριόνια

Πέρασα απ τα Πριόνια σε 3:01, μόλις 2 λεπτά πιο αργά από τον πρώτο αλλά φυσικά δεν το γνώριζα! Κι αν ακόμα μου είπαν οτιδήποτε οι άνθρωποι του Σταθμού, μάλλον δεν ήμουν σε θέση να το καταλάβω, η υπογλυκαιμία και η αφυδάτωση ροκάνιζαν ήδη όλα μου τα αποθέματα. Σκέφτηκα ότι πάνω μου είχε στηρίξει τις ελπίδες του ο φίλος μου ο Μυστακίδης και οι υπόλοιποι δικοί μου σύντροφοι που ακολουθούσαν πιο πίσω ή απλά περίμεναν να γυρίσουμε με τα καλά νέα. Όμως αυτό το πράγμα δεν ήταν καθόλου εύκολο κι οι αντίπαλοι ήταν μπροστά και ήταν δύσκολο να νικηθούν. Η ώρα της αλήθειας είχε ήδη φτάσει και ήταν σκληρή!

Έχασα τις ελπίδες μου όταν για ώρα ήμουν πια μόνος. Ένιωθα ότι χάνω τις δυνάμεις μου και ότι μπορεί να καταρρεύσω κάθε στιγμή. Θα ρώταγα στο Μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου πόσο πιο μπροστά ήταν οι άλλοι. Εκεί θα δρόσιζα και τη δίψα μου που ήταν μεγάλη, όπως κι η Ιουλιάτικη ζέστη. Στο μοναστήρι όμως ψυχή! Δέχτηκα ένα δυνατό σοκ όταν είδα την ερημιά. Αυτό με τσάκισε ψυχολογικά. Είχα κάνει κάποιο λάθος? Ποιος θα καταμαρτυρούσε το πέρασμά μας από εκεί? Όπως έμαθα μετά τον τερματισμό μου, περάσαμε πολύ γρηγορότερα απ όσο είχαν εκτιμήσει οι διοργανωτές και οι εθελοντές, που κάλυψαν και το Σταθμό «Μπάρμπα» στην αρχή και είχαν την ευθύνη και αυτού του σημείου, έφτασαν μισή ώρα μετά τον πρώτο στο Μοναστήρι!

Έσφιξα τα δόντια και συνέχισα. Δεν είχα και καμιά άλλη ελπίδα, έπρεπε να φτάσω στο Λιτόχωρο για να σωθώ από την κατάρρευση. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη, μαζί μου δεν κουβαλούσα τίποτα, όπως κι οι υπόλοιποι μπροστά και δεν είχαμε καμιά ελπίδα μέχρι το τέρμα, αφού δεν θα μας περίμενε άλλος σταθμός μέχρι το Λιτόχωρο. Έπρεπε να βγάλουμε όλο το φαράγγι με σκέτο νερό από τον Ενιπέα!

Στους ανήφορους περπάταγα πια και στους κατήφορους επίσης, αφού τα δάχτυλά μου είχαν ξεπετσιαστεί από τις τριβές της ορειβατικής κάλτσας στα κοντά άρβυλά μου! Πονούσα φρικτά κι άρχισα να λειτουργώ με τη λογική ότι αυτό είναι ένα μαρτύριο και πρέπει να τελειώσει. Κάθε τόσο, όταν βρισκόμουν δίπλα στο ποτάμι σταμάταγα την προσπάθεια και βούταγα το κεφάλι μου στα νερά. Ψυχή στο όμορφο μονοπάτι, που μόλις δύο χρόνια νωρίτερα είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή του. Ήταν τόσο τέλειο τότε, χωρίς ρίζες ή φυτευτούς βράχους, με  σταθερό πλάτος, ξεκάθαρο ίχνος, τέτοιο γενικά που επέτρεπε να κινηθεί κανείς χωρίς καν να κοιτά τα βήματά του μήπως και σκοντάψει.  Στα ξέφωτα υπέφερα ακόμα περισσότερο και ίχνος σύννεφου δεν έκρυβε τον ήλιο, ήμασταν καταδικασμένοι.

Πήρα την προτελευταία γλυκιά ανηφόρα της διαδρομής, αυτή που βγάζει στις Μικρές Πόρτες, ακριβώς στην έξοδο του τούνελ που σχηματίζει η βλάστηση σ εκείνο το σημείο. Ξάφνου μπροστά μου, ένας άνθρωπος κείτεται στο ξέφωτο! Τι συμβαίνει? Αναγνώρισα εκείνο τον ψηλό νεαρό με την πράσινη φανέλα, τον Γραμματόση, που μάλλον χτυπήθηκε από θερμοπληξία και βρισκόταν πεσμένος κάτω από τον ήλιο προσπαθώντας να συνέλθει. Δεν έχω να του δώσω τίποτα, υποφέρω κι εγώ, νιώθω να ζαλίζομαι εκεί και ώρα. Καθώς τον προσπερνάω απ το πλάι του ρίχνω μια απαθή ματιά, όντας και ο ίδιος ένα ζόμπι. Είναι μάλλον καλά και δεν φαίνεται να έχει κάποιο ίχνος τραυματισμού. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα εκτός από ένα ξέπνοο «είσαι καλά?» χωρίς απάντηση φυσικά. Από τον ίδιο έμαθα πρόσφατα, ότι ήμουν ο τρίτος που τον προσπέρασε όταν βρέθηκε πεσμένος, σημάδι ότι σε όλο τον Ενιπέα η μεταξύ μας απόσταση κρατήθηκε σταθερή, άρα ήμασταν και οι τέσσερις διαλυμένοι.

Μια ακόμα ανηφόρα και φτάνω στις Πόρτες, εκεί που βλέπεις για πρώτη φορά το Λιτόχωρο να σου κλείνει το μάτι, γιατί ξέρεις ότι εκεί τελειώνουν όλα, μένει ένας κατήφορος μόνο –σχήμα λόγου στην περίπτωσή μου. Πήρα τις κατηφόρες και στη μεγάλη κλίση τα πόδια μου με πέθαιναν. Κούτσαινα πια από τις πληγές στα δάχτυλα και κρατιόμουν από πλαϊνούς βράχους του μονοπατιού. Μακάρι να μπορούσα να πετάξω τα παπούτσια και να τρέξω ξυπόλυτος αλλά δεν γινόταν. Λίγο πιο κάτω ο πρώτος θεατής εδώ και μιάμιση ώρα. Ο καλός φίλος, ο Δημήτρης Αλεξίου με επευφημεί: «μπράβο Λάζαρε, τρίτος είσαι!». Τι να το κάνω, υποφέρω φρικτά, δεν μπορώ καθόλου στον κατήφορο. Του είπα για το Γραμματόση, δεν ήξερα αν μπορούσε να κάνει κάτι για κείνον. Όπως πρόσφατα έμαθα από τον ίδιον, πήγε γρήγορα μέχρι το σημείο που του υπέδειξα και συνέφερε τον Γραμματόση με λίγο νερό που είχε πάνω του. Εγώ απλά συνέχισα τον κατηφορικό Γολγοθά μου, υποφέροντας σε κάθε βήμα!

Μπήκα στο Λιτόχωρο από τους Μύλους κάπου πριν τις 2:00 το μεσημέρι, με τα τζιτζίκια να χαλάνε κόσμο και το έδαφος να χάνεται κάτω απ’ τα πόδια μου. Ψυχή στους Μύλους, ψυχή και μέσα στα στενά του χωριού, ποιος να τριγυρίσει εκεί και για ποιο λόγο τέτοια ώρα που λιώνουν τα σίδερα. Δάγκωνα τα χείλια μου, όλα πονούσαν και πιο πολύ τα δάχτυλα των ποδιών μου που με έτσουζαν φρικτά. Δεν μ’ ένοιαζε τίποτα πια, ήθελα να τελειώσω. Έτσι είναι οι αγώνες όπως αποδείχτηκε: όσο θες ν αρχίσουν πριν άλλο τόσο θες να τελειώσουν στη συνέχεια.

Μπροστά μου άνοιξαν τα τελευταία μέτρα στη μικρή πλατεία στο κέντρο του Λιτοχώρου, που τότε δεν είχε ακόμα το σιντριβάνι στο κέντρο της. Στην άλλη άκρη της, μπροστά στο καμπαναριό του Αη Νικόλα ήταν η γραμμή του τερματισμού. Ήθελα άλλα 20 μέτρα ως εκεί και άκουγα γύρω μου τις επευφημίες των σαστισμένων Λιτοχωρινών, που μάλλον έτριβαν τα μάτια τους βλέποντας να φέρνουμε βόλτα το βουνό σε πέντε ώρες, αντί για μια μέρα! Φώναζαν όμως για μένα?

Ξαφνικά, ένιωσα κάτι σαν σκιά να περνά από δίπλα μου με ταχύτητα! Ήταν ο Γραμματόσης, που στο μεταξύ συνήλθε και μην αντιμετωπίζοντας πρόβλημα με τα πόδια του, όπως εγώ, κατάφερε να με φτάσει και να με περάσει αναπάντεχα 5 μέτρα πριν τη γραμμή του τερματισμού. Ο αγώνας είναι αγώνας μέχρι το τελευταίο του μέτρο! Ο δυνητικός νικητής του αγώνα, κέρδισε τουλάχιστον την τρίτη θέση της παρηγοριάς μ αυτόν τον πανηγυρικό τρόπο, γεμίζοντας περηφάνια τους συντοπίτες του.

Ο Λάζαρος Ρήγος δευτερόλεπτα μετά τον τερματισμό στην πλατεία του Λιτοχώρου. Μόλις διακρίνεται πίσω με το πράσινο χρώμα φανέλας, ο Βαγγέλης Γραμματόσης

Σταματώντας κι αφού ήπια ατέλειωτο νερό κι ακόμα πιο πολύ έριξα πάνω μου, έμαθα ότι είχαν δεν είχαν 2-3 λεπτά πριν από εμάς που τερμάτισαν οι δύο πρώτοι κι αυτοί με ντεμαράζ για τη νίκη. Μετά από 35 και πλέον χρόνια σ αυτή τη διοργάνωση, ξέρω πια ότι ο πρώτος αγώνας είχε και τον πιο συναρπαστικό τερματισμό! Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι η επιλογή να αγωνιστώ με άρβυλα μου στοίχισε τη νίκη, αν κρίνω από αυτά τα τρία λεπτά που με χώριζαν από τους πρώτους. Δεν ήταν το διπλάσιο βάρος τους αλλά το μισό νούμερο μικρότερο που με κατέστρεψε! Στερνή μου γνώση…

Η χαρά της ανακούφισης όμως ήταν μεγαλύτερη από εκείνη της 4ης θέσης και μου αρκούσε που είχα κάνει μια επίδοση πολύ γρηγορότερη από τις αρχικές μου εκτιμήσεις, που απ όσο θυμάμαι έφταναν τις 6 ώρες. Η επίδοσή μου ήταν 4:53 και για την ιστορία ο Βασίλης Χαλκιάς ήταν εκείνος που κέρδισε στην μάχη της πρώτης θέσης τον Πέτρο Καψομενάκη (4:50 η επίδοσή τους). Με κατοπινή πληροφόρηση, ο Χαλκιάς προσπέρασε κι αυτός την τελευταία σχεδόν στιγμή τον Καψομενάκη, ένα σκηνικό που επαναλήφθηκε καρμπόν 3 λεπτά αργότερα!

Πέρασαν μόλις 5 λεπτά, που μου φάνηκαν σχεδόν σαν ώρα, μέχρι να φτάσει στον τερματισμό ο πέμπτος του αγώνα, ο επίσης Λιτοχωρίτης Άλκης Ζωγράφος, μαραθωνοδρόμος με επιδόσεις των 2:30 ωρών. Ήταν και ο τελευταίος που πέτυχε επίδοση κάτω από τις 5 ώρες (4:58). Περίμενα για μισή ώρα μέχρι να εμφανιστεί ο καλός μου φίλος, ο Δημήτρης, και να τερματίσει στην 6η θέση (5:23), εντελώς εξοντωμένος από αφυδάτωση και τη ζέστη. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα σε τέτοια άθλια κατάσταση. Κάθισε κάτω από τη βρύση της εκκλησίας και του έριχνα νερό με τις χούφτες στην πλάτη για να τον δροσίσω. Η μεγάλη δοκιμασία είχε περάσει και τώρα πια μπορούσαμε να ανασάνουμε τη λύτρωση.

Από κάποιες σημειώσεις μου, βρήκα ότι συμμετείχαν 95 αθλητές, απ τους οποίους τερμάτισαν οι 83, ανάμεσά τους και τρεις γυναίκες, ενώ ο τελευταίος αθλητής τερμάτισε σε 10 ώρες και 25 λεπτά. Πρώτη γυναίκα ήταν η Θεσσαλονικά Ζήνα Ακριβού, με 9:15 στην 57η θέση της γενικής. Με τα χρόνια και καθώς γνώριζα ανθρώπους που ήταν εκεί τότε, διαπίστωσα ότι συμμετείχαν αρκετοί ανήλικοι αθλητές, από 14 μέχρι 18 ετών! Λογικό, εφόσον δεν είχε σχηματιστεί ακόμα μια γενικότερη φιλοσοφία κανονισμών, όπως σήμερα, με τις τυπικές ευθύνες των διοργανωτών απέναντι στο νόμο. Χαρακτηριστικό των προθέσεων και της απήχησης που έτυχε ο πρώτος εκείνος «Ορειβατικός Μαραθώνιος» ήταν ότι ανάμεσα στους 83 του καταλόγου των τερματισμών, οι 62 είχαν δηλώσει μέλη Ορειβατικών Συλλόγων ενώ οι 15 από αυτούς ήταν Λιτοχωρίτες!

Το ίδιο βράδυ, στο παλιό γήπεδο της κωμόπολης, εκεί που τώρα βρίσκεται το πάρκο όπου γίνονται οι εκδηλώσεις και ο τερματισμός του Olympus Marathon, έγινε η τελετή απονομών του αγώνα. Είχα την τιμή να ανέβω στο βάθρο, ήταν μια μεγάλη εξέδρα για χορευτικά συγκροτήματα. Είχαν καλέσει να ανέβουν οι έξι πρώτους, έχοντας δίπλα μου και τον καλό μου φίλο Δημήτρη (4ος και 6ος αντίστοιχα). Θεωρώ ότι αυτή η μοναδική φορά που ο Δημήτρης Μυστακίδης τιμήθηκε σε αγώνα ορεινού τρεξίματος, αποτέλεσε και τη δικαίωση 10 και πλέον χρόνων πρωτοπορίας του στις ορεινές διασχίσεις!

Τρεις αθλητές από Δράμα στη γραμμή του τερματισμού. Από αριστερά: Γιώργος Στέρκος, Άγγελος Γιάγκου, Κώστας Κασάπης

Το βράδυ πάντως της 6ης Ιουλίου του 1986, δικαιώθηκαν τα όνειρα χρόνων και γεννήθηκε επίσημα ένα νέο άθλημα με λαϊκή απήχηση. Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια και ακόμα περισσότεροι κόποι από όσους πιστεύαμε στο ορεινό τρέξιμο, για να φτάσουμε την «αίρεση» στα επίπεδα της «θρησκείας», χωρίς μεσσίες –θα ήθελα να πιστεύω- αλλά με χιλιάδες πιστούς! Το αποτύπωμα του γεγονότος, πρόσκαιρα έδειξε να κάνει τη διαφορά, γρήγορα όμως η υπόθεση βάλτωσε και ξεχάστηκε τη αρχική του αίγλη, στην τοπική τουλάχιστον κοινωνία του Λιτοχώρου. Όσοι συνεχίσαμε να τρέχουμε στα βουνά, παραμέναμε για χρόνια οι παρίες του αθλητισμού, που έπρεπε για κάποιο παράλογο τρόπο να αποδεικνύουμε πως πρόκειται για άθλημα και όχι για μια προσωπική ιδιορρυθμία.

 

ΥΓ: Μετά την άσχημη εμπειρία του 1986 με την εξοντωτική ζέστη, πάρθηκε απόφαση και ο αγώνας ξεκίνησε να γίνεται Σεπτέμβριο! Διοργανώνεται μέχρι σήμερα, με τροποποιημένη πλέον διαδρομή από το 2023, εμφανώς μεγαλύτερος σε μέγεθος και σε βαθμό δυσκολίας. 

ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ : Οι διοργανωτές επέμεναν για μήνες ότι ο «Ορειβατικός Μαραθώνιος Ολύμπου» δεν είναι ακριβώς αγώνας αλλά ένα συμμετοχικό αθλητικό γεγονός, που δεν έχει επιδόσεις και νικητές, άρα ούτε και αποτελέσματα, χωρίς ποτέ να καταφέρουν να εξηγήσουν όμως γιατί τιμήθηκαν οι νικητές. Εξαιτίας της αντίληψης αυτής, χάθηκαν τα αποτελέσματα των πρώτων 2-3 διοργανώσεων, μέχρι να γίνει αντιληπτή η σημασία της καταγραφής των δεδομένων. Αυτή η νοοτροπία τους με οδήγησε σε ρήξη σχέσεων μαζί τους, γιατί θεώρησα ότι τέτοια αντιμετώπιση αποτελεί ασέβεια προς τους αθλητές και την προσπάθειά τους. Μετά από επίμονες προσπάθειες πάντως, κατάφερα να πάρω στα χέρια μου ένα πρόχειρο σημειωματάριο από τη γραμματεία του ΕΟΣ, όπου ήταν σημειωμένα υποτυπωδώς κάποια ενδιάμεσα περάσματα από σταθμούς. Από εκεί κατέγραψα την ώρα που πέρασαν οι έξι πρώτοι αθλητές από κάθε σταθμό. Μόλις το 2010, ο Θόδωρος (Μπούλης) Καριοφύλλης που πήρε κι αυτός μέρος στον πρώτο εκείνο αγώνα, μου έδωσε μια φωτοτυπία ορειβατικού φυλλαδίου της εποχής, όπου αναγράφονται όλα τα ονόματα των αθλητών που τερμάτισαν, καθώς και την επίδοσή τους, καταγεγραμμένη σαν ώρα τερματισμού. Από τύχη θεωρώ ότι σώθηκε αυτό το αρχείο με την ιστορική σημασία. Ενδεικτικά, παραθέτω τιμής ένεκεν τους 30 πρώτους του αγώνα και τις 3 πρώτες γυναίκες:

ΓΕΝΙΚΗ : 1) Χαλκιάς Βασίλης 4.50, 2) Καψομενάκης Πέτρος 4.50, 3) Γραμματόσης Βαγγέλης 4.53, 4) Ρήγος Λάζαρος 4.53, 5) Ζωγράφος Αλκιβιάδης 4.58, 6) Μυστακίδης Δημήτρης 5.23, 7) Στέρκος Γιώργος 5.29, 8) Γυρούσης Δημοσθένης 5.29, 9) Φουρλής Θανάσης 5.42, 10) Ατματζίδης Χρόνης 5.43, 11) Αβραμάκης Μανώλης 5.51, 12) Μυλωνάς Βαγγέλης 5.55, 13) Ζαχαριάδης Λουκάς 5.55, 14) Κασάπης Κώστας 6.00, 15) Γιάγκου Άγγελος 6.00, 16) Γιάννου Στέφανος 6.03, 17) Κακάτσος Γιάννης 6.03, 18) Κατιρτζής Δημήτρης 6.07, 19) Γκάλιος Γιώργος 6.20, 20) Κεχαγιάς Χρήστος 6.33, 21) Τραϊανόπουλος Θανάσης 6.33, 22) Βλαχοδήμος Κώστας 6.38, 23) Κυρίτσης Θάνος 6.38, 24) Θώμογλου Γιώργος 6.40, 25) Σαμόλαδος Δημήτρης 6.47, 26) Τσακνάκης Γιάννης 6.53, 27) Γαβρής Μάκης 6.54, 28) Πιστόλας Δημήτρης 6.54, 29) Ξάφης Βασίλης 6.57, 30) Λάλας Τάσος 6.57

ΓΥΝΑΙΚΕΣ : 1) Ακριβού Ζήνα 9.15, 2) Τριανταφυλλίδου Ελένη 9.15,  3) Γρίβα Φανή 9.25

 

Great Himal Race, μια μοναδική πρωτιά για την Ασημίνα Ιγγλέζου

Αν δεν ήταν ήδη γεγονός, δύσκολα κάποιος θα πίστευε πως ένας άνθρωπος και μάλιστα Έλληνας ή για να είμαστε ακριβέστεροι Ελληνίδα, θα κατάφερνε έναν τέτοιον άθλο αντοχής! Ήταν το μεσημέρι της 31ης Μαΐου φέτος (2024) όταν η Ασημίνα Ιγγλέζου έκανε τα τελευταία της βήματα σε υψόμετρο 5100 μέτρων (!) προς την νοητή γραμμή του τερματισμού, ενός αγώνα με τερατώδη, κολοσσιαία χαρακτηριστικά, στην οροσειρά των Ιμαλαΐων.

Μόλις συμπλήρωνε 1600 χιλιόμετρα διαδρομής στα μονοπάτια του Νεπάλ, έχοντας διασχίσει σε 50 ημέρες την εμβληματική οροσειρά από δύση σε ανατολή, αφού σε αυτό το χρονικό διάστημα είχε καλύψει και 93000 μέτρα ανήφορων, που με πιο κατανοητούς όρους είναι σαν κάποιος να ανεβαίνει και να κατεβαίνει 11 φορές το Έβερεστ! Όλα αυτά δεν περιγράφουν μια μοναχική διάσχιση, όπως συνηθίζεται για εγχειρήματα μιας τέτοιας τάξης μεγέθους αλλά για έναν αγώνα με 26 συμμετοχές αθλητών από όλον τον κόσμο, από τους οποίους μόνο οι μισοί κατάφεραν στο τέλος να φτάσουν στον τερματισμό έχοντας καλύψει το σύνολο της διαδρομής του αγώνα.

Ταλαιπωρημένη, σε κάποια από τις ημέρες του αγώνα

Η Ασημίνα πέρασε στην κυριολεξία δια πυρός και σιδήρου την απόσταση και τον χρόνο που απαιτήθηκε για να φτάσει στον πολυπόθητο τερματισμό του Great Himal Race, του μεγαλύτερου αγώνα ανθρώπινης αντοχής στον κόσμο, του αγώνα που δίκαια φαίνεται από το διάστημα! Αρρώστιες, τραυματισμοί, στερήσεις κάθε είδους, υποσιτισμός, αβιταμίνωση, κακώσεις σε όλο το μυϊκό σύστημα στο σώμα της, ήταν τα «παράσημα» που καρφίτσωσε στο στήθος αυτές τις 50 ημέρες. Τίποτα όμως δεν στάθηκε δυνατόν να τη σταματήσει από αυτήν την τρελή κούρσα ανάμεσα σε βουνά και χαράδρες στα Ιμαλάια.

Στα μέρη του Manaslu, στην κοιλάδα του Budhi Gandaki (25η μέρα)

Με ένα σακίδιο αρκετών κιλών καθημερινά στην πλάτη, με 8, 10 ή και παραπάνω ώρες κούρσας καθημερινά και σε υψόμετρα από 400 μέτρα στις υγρές ζούγκλες μέχρι τα σχεδόν 6000 μέτρα διασχίζοντας παγετώνες και κάθετες πλαγιές που εκτοξεύουν πέτρες σε κάθε κατηφορική κατεύθυνση, η Ασημίνα κράτησε την αποφασιστικότητά της άσβεστη ενάντια σε κάθε αρνητική πιθανότητα, που δημιουργούσαν οι συνθήκες τριγύρω αλλά και μέσα της. Τραυματισμοί, ασθένειες, πείνα, δίψα και η απόλυτη καταπόνηση δεν την πτόησαν από το να συνεχίζει καθημερινά, όσο κι αν ακόμα και η πλοήγηση μέσα σε ένα χαοτικό περιβάλλον ήταν από μόνο του ένα ακόμα πρόβλημα, τεραστίων διαστάσεων κι αυτό!

 

Ας πάμε όμως λίγο στους αριθμούς, γιατί αυτοί είναι που αποκαλύπτουν την πραγματική αλήθεια στον κόσμο του αθλητισμού και των αγωνιστικών προσπαθειών γενικότερα. Να διευκρινίσω και πάλι, πως η Ασημίνα συμμετείχε σε αγώνα, καθώς αυτό προσδίδει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα στην προσπάθεια της ίδιας αλλά και των συναθλητών της. Η διαφορά εντοπίζεται στο γεγονός ότι υπήρχε καθημερινά μια εκκίνηση, στην οποία όποιος δεν μπορούσε να σταθεί, θα έπρεπε είτε να καλύψει τη διπλάσια απόσταση στον μισό χρόνο, την επόμενη μέρα, είτε διαφορετικά, να είναι αναγκασμένος να ξαναβρεί τον αγώνα σε κατοπινό του στάδιο χρησιμοποιώντας μηχανοκίνητο μέσο (αυτοκίνητο) άρα να χάσει την ιδιότητα του αθλητή που κάλυψε το σύνολο της διαδρομής. Η Ασημίνα σε πολλές περιπτώσεις για εκείνην, χρειάστηκε να «σφίξει δόντια» και να σταθεί όλες τις μέρες στην εκκίνηση, όσο κι αν την ταλαιπωρούσαν ασθένειες ή τραυματισμοί.

Στον αυχένα Tashi Lapcha, το ψηλότερο σημείο της διαδρομής του αγώνα, στα 5750μ

Στην τελική κατάταξη μετά από 50 αγωνιστικές ημέρες (ετάπ), υπολογίζοντας τους καθαρούς αγωνιστικούς χρόνους στις ημέρες που ήταν κοινές για το σύνολο των αθλητών -είχε πραγματοποιήθηκε μια πρόσκαιρη διάσπαση στα δύο των αθλητών για διάστημα μιας εβδομάδας- η Ασημίνα κατέλαβε την 11η θέση ανάμεσα σε 13 τερματισμούς (26 οι εκκινήσεις) στη γενική κατάταξη και την 1η ανάμεσα στις δύο γυναίκες που κατάφεραν να καλύψουν το σύνολο της διαδρομής. Το αγωνιστικό κομμάτι περιλάμβανε 1600 χιλιόμετρα και 93.000 μέτρα ανάβασης σε 50 ημέρες, το σύνολο όμως αν υπολογιστούν και οι πορείες πρόσβασης στην εκκίνηση και αποχώρησης από τον τερματισμό όπως και οι μη αγωνιστικές ημέρες, περιλάμβανε 1780 χιλιόμετρα και 99.000 μέτρα ανάβασης σε 58 ημέρες, κάτι που δεν πρέπει να παραβλεφθεί!

Στην κορυφή του Renjo La (5350m) την 40η ημέρα του αγώνα

Τα σπουδαιότερα επιτεύγματα για εκείνη, που προκύπτουν από αυτό το κατόρθωμα του τερματισμού στο GHR, είναι ότι γίνεται η πρώτη Ελληνίδα (Έλληνας πολίτης γενικότερα, είτε άντρας είτε γυναίκα) που τερματίζει:

  • Έναν αγώνα ανθρώπινης αντοχής τόσο μεγάλου μεγέθους (τετραψήφιος αριθμός χιλιομέτρων)
  • Έναν αγώνα τόσο μεγάλο σε φυσικό περιβάλλον γενικότερα (βουνά, ζούγκλες, έρημοι, χιόνια)
  • Έναν αγώνα τόσο μεγάλο, που εντάσσεται στην κατηγορία των αγώνων Trail Running. Ο συγκεκριμένος αγώνας (Great Himal Race) είναι και ο μεγαλύτερος αγώνας ανθρώπινης αντοχής που διοργανώνεται παγκόσμια! 
  • Τον συγκεκριμένο αγώνα (Great Himal Race) που πραγματοποιήθηκε φέτος για 2η φορά στην ιστορία του (πρώτη το 2017)
  • Μια αγωνιστική προσπάθεια ανθρώπινης αντοχής εν γένει (σε οποιοδήποτε περιβάλλον ή πεδίο) τέτοιας τάξης μεγέθους
  • Τη διαδρομή του “Great Himalaya Trail” με την ευρεία της έννοια, η οποία αποτελεί και τον βασικό σκελετό της διαδρομής του “Great Himal Race”, του αγώνα που συμμετείχε.

Επίσης, μια ακόμα αξιοσημείωτη επιτυχία για την Ασημίνα, είναι το γεγονός ότι μετά τον τερματισμό της, γίνεται πλέον εκείνη η γυναίκα που κατέχει την γρηγορότερη επίδοση διάσχισης/αγώνα του ορεινού Νεπάλ με κατεύθυνση Δύση-Ανατολή! Να σημειωθεί ότι η διάσχιση της χώρας μέσω της οροσειράς έχει δυνητικά αμφίδρομο χαρακτήρα, είτε από Δύση σε Ανατολή είτε και το αντίθετο, αφού το Νεπάλ είναι μια μακρόστενη λωρίδα γής, απλωμένη σε πλάτος.

Με χαμόγελα ευτυχίας στον τερματισμό, μετά από 53 ημέρες! Τοποθεσία: Pangpema, Kangchenjunga Base Camp (5134m)

Η διάσχιση των Ιμαλαΐων του Νεπάλ και το Great Himalaya Trail

Θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω μερικές μόνο λεπτομέρειες για την υπόθεση των πεζοπορικών εν γένει διασχίσεων των Ιμαλαΐων, με αγωνιστικό χαρακτήρα ή χαρακτήρα περιπέτειας-εξερεύνησης. Η ιδέα της κατά μήκους διάσχισης της μεγαλύτερης οροσειράς του πλανήτη προέκυψε τον 20ο αιώνα, όταν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κάποιοι ορειβάτες αποφάσισαν να εξερευνήσουν την οροσειρά χωρίς να έχουν σκοπό να ανέβουν κάποια συγκεκριμένη κορυφή! Αυτές θεωρούνται και οι πρώτες απόπειρες ορεινής διάσχισης στην οροσειρά. Οι πρώτες καταγεγραμμένες προσπάθειες διασχίσεων ταχύτητας από ανθρώπους της περιπέτειας ή ακόμα και δρομείς ήρθαν στην δεκαετία του 1980, όταν ο κλασσικός αθλητισμός χάρισε έμπνευση σε πρωτοπόρους, που τόλμησαν να προσομοιώσουν τις συνθήκες αγώνων αντοχής στο περιβάλλον των Ιμαλαΐων.  Μια από τις πρώτες διασχίσεις αθλητικού ύφους, ήταν η διάσχιση “Trans Nepal Himalaya” του 1994 από τους Γάλλους Bruno Poirier και Paul-Eric Bonneau, οι οποίοι εντόπισαν την προσπάθεια τους στα όρια του Νεπάλ, τρέχοντας σε 42 ημέρες μια απόσταση 2000 χιλιομέτρων και 55.000 μέτρων ανάβασης, από την Ανατολή στη Δύση. Ο ένας από τους δύο τους, ο Bruno Poirier, κράτησε στη συνέχεια την επαφή του με τον φυσικό χώρο των Ιμαλαΐων και είναι ο διοργανωτής του Great Himal Race, στον οποίο συμμετείχε η Ασημίνα. Να σημειωθεί ότι ο Poirier συμμετέχει και ο ίδιος ως αθλητής στους αγώνες που διοργανώνει.

Η Ασημίνα περιχαρής μετά τον τερματισμό της στο Kangchenjunga επιστρέφει προς τον “πολιτισμό”

Το 2002 με το τέλος ενός βραχύβιου εμφυλίου πολέμου στο Νεπάλ, που κόστισε το κλείσιμο των μονοπατιών για λόγους ασφάλειας, ο Βρετανός Robin Boustead επισκέπτης της οροσειράς, ζώντας και ο ίδιος για χρόνια στο Νεπάλ, άρχισε να σχεδιάζει στους χάρτες αλλά και στο πεδίο, οργώνοντας την οροσειρά προκειμένου να δημιουργήσει μια συρραφή μονοπατιών που θα αποτελούσαν στο μέλλον μια ενιαία διαδρομή. Αυτό που γεννήθηκε το 2008 και ονομάστηκε Great Himalaya Trail, ήταν το όραμα του δημιουργού του, προκειμένου να δοθούν κίνητρα σε πεζοπόρους κυρίως για να διασχίσουν το Νεπάλ με έναν περιπετειώδη τρόπο, από ορεινά περάσματα, παγετώνες, κοιλάδες και φυσικά μέσα από το δίκτυο των μονοπατιών που διασχίζουν την ορεινή χώρα εδώ και αιώνες και εξυπηρετούν τις ανάγκες των ντόπιων στις μετακινήσεις τους. Στη διαδρομή του Great Himalaya Trail βασίστηκε στο μέγιστο δυνατό βαθμό και η διαδρομή του αγώνα Great Himal Race (ξεκάθαρη η εννοιολογική σύνδεση και της ονομασίας του αγώνα).

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων που τηρεί το πρακτορείο αποστολών Himalayan Adventure Labs στο Κατμαντού, υπάρχουν πλέον περίπου 120 διασχίσεις του Great Himalaya Trail. Από αυτές, οι 11+13=24 αφορούν τους αθλητές του Great Himal Race του 2017 (11) και του 2024 (13) και μία από αυτές τις θέσεις, η μοναδική ελληνική, είναι φυσικά αυτή της Ασημίνας Ιγγλέζου.

Η προσπάθεια της Ασημίνας έγραψε μια σελίδα στο ελληνικό trail running και είναι βέβαιο ότι θα δώσει το έναυσμα σε αρκετούς από την ελληνική trail κοινότητα να δοκιμάσουν κι εκείνοι τις δυνάμεις τους με κάποιο τρόπο στην εμβληματικότερη οροσειρά του πλανήτη.

 

Gasherbrum-IV 1985, το ορειβατικό «ποίημα» του 20ου αιώνα!

«Από τις 13 έως τις 20 Ιουλίου 1985, ο Αυστριακός Robert Schauer και εγώ (Wojciech Kurtyka) από την Πολωνία ανεβήκαμε από την παρθένα (virgin) δυτική όψη του Gasherbrum IV (7925) στην κορυφή του τείχους, αν και δεν φτάσαμε στην ίδια την κορυφή. Η κατάβαση ολοκληρώθηκε από τις 20 έως τις 23 Ιουλίου μέσω της βόρειας κορυφογραμμής. Η ορθοπλαγιά ύψους 2.500 μέτρων έχει ονομαστεί «Λαμπερός Τοίχος» και έχει αποκτήσει τη φήμη ότι είναι μια από τις πιο όμορφες και προκλητικές ορθοπλαγιές βουνών στον κόσμο…»

Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί διαβάζοντας την παραπάνω τυπική αράδα προτάσεων στην απολογιστική αναφορά ενός ορειβάτη, τι κρύβεται πίσω της! Η παγκόσμια ιστορία της ορειβασίας τον τελευταίο τουλάχιστον έναν αιώνα, έχει κρυφές σελίδες που αφήνουν άφωνο τον αναγνώστη της. Όπως γίνεται συνήθως, η δόξα κλέβεται -άθελα αρκετές φορές- από αυτό που λαμπυρίζει, όπως ο «Λαμπερός Τοίχος» (Shining Wall) της ιστορίας αυτής του 1985. Άθελά τους και σε αυτήν την περίπτωση, οι δύο πρωταγωνιστές της, αυτοί που έγραψαν μια σελίδα ιστορίας, επέζησαν μιας πρωτοφανούς περιπέτειας και επιστρέφοντας αφηγήθηκαν τι ήταν όλο αυτό, που οδήγησε στη συνέχεια πολλούς να αναγνωρίσουν το γεγονός ως μία από τις πιο λαμπρές σελίδες στην παγκόσμια ορειβασία! Η διαδρομή των Kurtyka και Schauer στο Gasherbrum IV το 1985, περιεγράφηκε αργότερα από το περιοδικό “Climbing” ως «ένα από τα μεγαλύτερα ορειβατικά επιτεύγματα του εικοστού αιώνα».

Το πιο σπουδαίο επίτευγμα ενός ορειβάτη είναι να γυρίσει πίσω ζωντανός, ειδικά σε περιπτώσεις όπου οι συνθήκες γενικά θα θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή του. Στα Ιμαλάια υπάρχουν πολλοί λόγοι που μπορούν να το πετύχουν αυτό και είναι αμέτρητες οι περιπτώσεις σπουδαίων ορειβατών και τεράστιων επιτευγμάτων, που δυστυχώς έμειναν με την πικρία και τη θλίψη της απώλειάς τους, πριν καταφέρουν να επιστρέψουν ασφαλείς στη βάση του βουνού και να μοιραστούν τη χαρά της επιτυχίας τους. Στην περίπτωση της αλπικής ανάβασης του 1985 στο μαγευτικό αλλά και αδυσώπητο Gasherbrum IV, εκείνο που έκανε τη διαφορά ήταν το γεγονός ότι ενώ δεν πάτησαν οι δύο σύντροφοι την κορυφή, έφτασαν ζωντανοί πίσω και όλο αυτό θεωρήθηκε ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της σύγχρονης ορειβασίας!

Ο 38χρονος τότε Wojciech (Voytek) Kurtyka, ήταν εκπρόσωπος μιας λαμπρής γενιάς Πολωνών ορειβατών που έδρεψαν πρωτιές και δάφνες στα Ιμαλάια, ενεργός στις μεγάλες οροσειρές από τα 25 του, είχε τεράστια εμπειρία, με πρώτες αναβάσεις μεγάλων ορθοπλαγιών, όπως και χειμερινές στα Ιμαλάια. Η γενιά του στην κομμουνιστική τότε Πολωνία, στερούταν να πάντα από ορειβατικό εξοπλισμό. Η βιογράφος του Bernadette McDonald, αναφέρει για την γενιά των Πολωνών ορειβατών του ’70 και του ’80, ότι «έμοιαζαν με ζητιάνους», για να την συμπληρώσει ο Voytek «…σαν να είχαμε δραπετεύσει από τα γκούλαγκ…». Ο ορειβατικός εξοπλισμός ήταν ανύπαρκτος για αυτούς, έπρεπε να κατασκευάσουν μόνοι τους τα πάντα, από ένα αντίσκηνο κι έναν υπνόσακο, μέχρι τον αναρριχητικό τους εξοπλισμό.

Ο Kurtyka, παρότι ένα mountain beast, ήταν την ίδια στιγμή και ένας ποιητής «Δεν σκαρφάλωνα. Απλά κοιτούσα τα βουνά και τα θαύμαζα. Ένιωθα σαν να είναι ζωντανά κι εγώ ήμουν ένα κομμάτι τους. Ένιωθα να είμαι στον τόπο μου. Περίμενα από εκείνα να μου ανταποκριθούν και ήμουν σχεδόν απογοητευμένος που δεν έπαιρνα ένα σινιάλο».

Ο Robert Schauer γεννημένος τη χρονιά που κατακτήθηκε το Έβερεστ (1953) πέρασε μια μεγάλη περιπέτεια υγείας στα παιδικά του χρόνια (χρόνια βρογχίτιδα), που τον οδήγησε να νοσηλευτεί για μήνες σε σανατόριο. Εκεί, πέρασε το χρόνο του διαβάζοντας βιβλία ορειβασίας και εξερεύνησης. Τα επόμενα χρόνια, στη πρώτη νιότη του, ξεκίνησε την ορειβασία ο ίδιος. Αργότερα παράτησε τις σπουδές του ως γιατρός για να ασχοληθεί επαγγελματικά με την ορειβασία. Από τα 21 του βρέθηκε στα Ιμαλάια και γρήγορα ανέβηκε κορυφές όπως το Gasherbrum-I, Nanga Parbat, Kun, Everest, Makalu, Broad Peak. Στη συνέχεια δημιούργησε μια εταιρεία κινηματογράφησης ορειβατικών αποστολών.

Όσο για το ίδιο το Gasherbrum-IV, αυτό πατήθηκε για πρώτη φορά το 1958 από τους Ιταλούς Walter Bonatti και Carlo Mauri, από την ΒΑ κόψη, μια διαδρομή σαφώς ευκολότερη της Δυτικής ορθοπλαγιάς που επιχειρήθηκε το 1985. Αν θεωρήσουμε ως ανεπιτυχή την ανάβαση Kurtyka-Schauer, η αμέσως επόμενη επιτυχημένη ανάβαση του G-IV ήταν ένα χρόνο μετά (1986) από την ΒΔ κόψη, από Αμερικάνικη αποστολή. Ο φοβερός Δυτικός τοίχος τελικά νικήθηκε το 1997 από μια Κοεράτικη αποστολή. Συνολικά 9 είναι οι ορειβάτες που έχουν πατήσει ακριβώς στην κορυφή του βουνού μέχρι σήμερα (2024), συμπεριλαμβάνοντας και τους δύο πρώτους Ιταλούς του 1958. Αρκετοί είναι εκείνοι που σκοτώθηκαν στην προσπάθειά τους να το αναρριχηθούν και φυσικά καμία εταιρία αναβάσεων δεν διοργανώνει εμπορικές αποστολές στο συγκεκριμένο βουνό, γιατί εκτός από εξαιρετικά δύσκολο (τεχνικό), δεν είναι και ψηλότερο από 8000 μέτρα!

Ο χαρισματικός ορειβάτης της γενιάς του, Walter Bonatti, στην κορυφή του Gaserbrum το 1958

Το σύμπλεγμα των κορυφών του Gasherbrum βρίσκεται στο ΒΑ άκρο του παγετώνα Baltoro στην οροσειρά του Karakoram, στα Σινο-πακιστανικά σύνορα, στην επαρχία Gilgit-Baltistan του Πακιστάν. Περιλαμβάνει τρεις από τις 14 οχτάρες κορυφές του πλανήτη, το Gasherbrum I (8080), το Broad Peak (8047) και το Gasherbrum II (8035). Μια μικρή ιστορία κρύβεται πίσω από το σύμπλεγμα των κορυφών του συμπλέγματος, ανάμεσά τους και το αποκαλούμενο «φοβερό βουνό» το διαβόητο Κ2. Αφορά την ονοματοδοσία αυτών των κορυφών και γυρνά πίσω στα μέσα του 19ου αιώνα. Το 1856, ο Thomas George Montgomerie, μέλος της Μεγάλης Τριγωνομετρικής Αποστολής της Ινδίας (1802-1871) που χαρτογραφούσε την οροσειρά, βλέποντας από απόσταση 200 χιλιομέτρων τις κορυφές της οροσειράς, έδωσε τον κωδικό «Κ» στις πέντε προφανέστερες (ψηλότερες) από αυτές και έτσι δημιουργήθηκαν οι ανώνυμες κορυφές Κ1, Κ2, Κ3, Κ4 και Κ5.

Μέλη (ντόπιοι Μπάλτι) της Βρετανικής Τριγωνομετρικής Αποστολής του 1856 στο Karakoram

Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι τέσσερις από αυτές πήραν κάποιο όνομα, ανώνυμη παρέμεινε μόνο η κορυφή με τον κωδικό Κ2, η οποία είναι η δεύτερη ψηλότερη κορυφή-βουνό του πλανήτη, με ύψος 8611 μέτρα. Έτσι σήμερα, η Κ1 είναι γνωστή ως Masherbrum, η Κ4 είναι η Gasherbrum II, και η Κ5 το Gasherbrum I. H Κ3 είναι το Gasherbrum IV, ένα υπέροχο βουνό στα 7925 μέτρα και είναι η κορυφή που κυριαρχεί στο οπτικό πεδίο εκείνων που κατευθύνονται στην Κατασκήνωση Βάσης του Κ2. Η ονομασία «Λαμπερός Τοίχος» (Shining Wall) που αποδίδεται στην δυτική του όψη, αυτήν που επιχείρησε το δίδυμο Kurtyka-Schauer το 1985, προέρχεται από τη λάμψη του απογευματινού ήλιου πάνω στη βράχινη ορθοπλαγιά των 2500 μέτρων. Όμως στην τοπική γλώσσα των Balti, Gasherbrum σημαίνει «Όμορφο Βουνό» (Rgasha+Brum).

«Με υψόμετρο στα 7925 μέτρα, το Gaserbrum IV, είναι λίγο πιο κάτω από τον μαγικό αριθμό 8000 που προσελκύει τους συλλέκτες των 14 βουνών των 8000 μέτρων του κόσμου, όπου σταθερά σχοινιά μπορεί να απλώνονται για αποστάσεις χιλιομέτρων, όπου χιλιάδες πόδια έχουν πατήσει τις πλαγιές και όπου πεταμένες φιάλες οξυγόνου μερικές φορές σηματοδοτούν το χιόνι . Και μέσα στην καθιερωμένη παράδοση της συλλογής κορυφών από τις κανονικές (normal) διαδρομές, η τεκμηρίωση της απόδειξης για την ανάβαση μιας κορυφής γίνεται πρωταρχικής σημασίας, καθώς δεν υπάρχει μέτρηση για την πνευματική εμπειρία», γράφει η Katie Ives στο περιοδικό Alpinist, επικαλούμενη την ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσεται σε βουνά όπως το G-IV με τους ορειβάτες που επιχειρούν εκεί.

Κρεμασμένοι στην άβυσσο, με τον καιρό να έχει ήδη αλλάξει προς το κακό

Όπως διαβάζουμε στην αναφορά του ExplorersWeb για την αποστολή του 1985, Το ζευγάρι των Kurtyka-Schauer, σκαρφάλωσε σε πολύ μεγάλης δυσκολίας πεδία, με τουλάχιστον τρία τμήματα πάνω από τον βαθμό V, σε λείο ή και σαθρό παράλληλα βράχο. Γνώριζαν ότι τα περισσότερα από τα ρελέ τους δεν άντεχαν σε πτώση (ο σάπιος βράχος δεν κρατούσε τις ασφάλειες). Για έξι ατέλειωτες μέρες, προχωρούσαν όλο και πιο μακριά, πέρα ​​από κάθε σημείο επιστροφής. Τα μπιβουάκ (διανυκτερεύσεις ανάγκης) σε μικροσκοπικές προεξοχές χωρίς τους κατάλληλους υπνόσακους, τους έδιναν ανεπαρκή ανάπαυση μετά από εξαντλητικές μέρες, τόσο σωματικά όσο και πνευματικά. Κάθε πρωί, απλώς συνέχιζαν στην ορθοπλαγιά χωρίς να ξέρουν πραγματικά αν θα έφταναν σε ένα αξεπέραστο όριο. Παρ’ όλα αυτά, τα κατάφεραν στα πεδία χιονιού ανάμεσα στο βράχο, που συνάντησαν ψηλότερα. Και μετά, άρχισε να χιονίζει…

Στα 7.800 μέτρα, χωρίς να έχει απομείνει αρκετός εξοπλισμός για να επιστρέψουν με καταρρίχηση (rapel) στην ορθοπλαγιά, η υποχώρηση απλά έπαψε να είναι επιλογή. Όμως, μέσα στη θύελλα και τους σφοδρούς ανέμους, δεν υπήρξε ούτε και πρόοδος. Έτσι απλά έμειναν καθηλωμένοι στη θέση τους, περιμένοντας να κοπάσει η καταιγίδα. Δύο μέρες αργότερα, δεν είχαν ακόμη μετακινηθεί.

Χωρίς καύσιμα, δεν μπορούσαν να λιώσουν το χιόνι για νερό και δεν είχαν ούτε και τροφή! Ένας Σάουερ με παραισθήσεις, πίστευε ότι υπήρχε και ένα τρίτο μέλος της ομάδας, αποφασισμένο να τους σκοτώσει σπρώχνοντάς τους στο κενό! Ο Αυστριακός ορειβάτης θυμήθηκε αργότερα ότι είδε τον εαυτό του να μεταμορφώνεται σε κοράκι, κοιτάζοντας το πτώμα του από ψηλά. Ο ίδιος ο Kurtyka μπήκε και βγήκε στη συνείδησή του. Όσο ήταν ξύπνιος, εστίασε στον επικείμενο θάνατό του, τον οποίο και αποδέχτηκε με αξιοπρέπεια και ψυχραιμία.

Ωστόσο, έπρεπε να προσπαθήσουν να φτάσουν στην κορυφογραμμή. Τελικά, τα σύννεφα καθάρισαν, δίνοντας τη θέση τους σε μια έναστρη νύχτα και ένα ηλιόλουστο πρωινό στη συνέχεια. Το να κινήσουν τα σχεδόν παγωμένα άκρα τους ήταν δύσκολο και ήταν ακόμη πιο δύσκολο να προχωρήσουν μέσα από το χιόνι, που τους έφτανε ως τη μέση. Με κάποιο τρόπο, κατάφεραν να πιάσουν την κορυφογραμμή και έφτασαν σε αυτό που αργότερα συνειδητοποίησαν ότι ήταν η βόρεια κορυφή.

Ήταν αργά το απόγευμα και η κύρια κορυφή βρισκόταν περίπου 25 μέτρα πάνω. Αλλά δεν σκέφτηκαν καν να πάνε προς τα εκεί και απλά άρχισαν να καταρριχώνται. Υπήρχε ένας ανελέητα μακρύς δρόμος για δύο εξαντλημένα πλάσματα που μετά βίας μπορούσαν να κινηθούν. Η κατάβαση θα τους έπαιρνε άλλες τρεις μέρες!

Στα μισά του δρόμου, οι παραισθήσεις τους κυρίευσαν και τους δύο: ο Kurtyka ένιωσε επίσης την παρουσία, χωρίς όμως να δει, τον απόκοσμο τρίτο άνδρα της ομάδας. Χρειάστηκε σχεδόν ένα θαύμα ανθρώπινης αντοχής για να φτάσουν σε μια κρύπτη στα 7100 μέτρα, όπου είχαν αφήσει τρόφιμα στη φάση του εγκλιματισμού. Όταν τελικά έφτασαν στο Base Camp, απλά κατέρρευσαν.

Δεν υπήρχε κορυφή για να διεκδικήσουν για την περιπέτειά τους. Κι όμως, το περιοδικό Climbing θεώρησε το κατόρθωμα τη μεγαλύτερη ανάβαση του 20ού αιώνα. Ο αείμνηστος Doug Scott εξήρε την καθαρότητα του στυλ που εφαρμόστηκε «στον πιο δύσκολο τεχνικά βράχο και πάγο που σκαρφαλώθηκαν ποτέ σε αυτό το υψόμετρο». Ο Kurtyka, που είχε μετανιώσει για καιρό που δεν έφτασε στην κορυφή, τελικά αντιλήφθηκε την ανάβαση όχι ως αθλητικό επίτευγμα, αλλά ως έργο τέχνης, στο οποίο η απουσία κορυφής απέκτησε μια διαφορετική διάσταση: «Μόνο στην τέχνη ένας κρίκος που απουσιάζει, συμβάλλει στην έννοια του έργου», είπε αργότερα.

Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το βιογραφικό βιβλίο για τον Voytek Kurtyka με τον τίτλο “Art of Freedom”, που γράφτηκε από την Καναδή συγγραφέα BernadetteMcDonald

«…Στερημένοι από τον ύπνο, πεινασμένοι, διψασμένοι, υποξικοί και στρεσαρισμένοι, παρασύρθηκαν σε μια κατάσταση παραληρήματος. Ήταν σε αυτό το σημείο, σε ακραία κατάσταση, που τόσο ο Robert όσο και ο Voytek ένιωσαν κάτι – ένα ανεξάρτητο πνεύμα στο βουνό που, για τον Robert, γινόταν πιο δυσοίωνο και αληθινό με κάθε νιφάδα χιονιού. Τόσο αληθινό που περίμεναν με προσδοκία κάποιο σήμα ή δράση από τον αόρατο «τρίτο» τους άνθρωπο. Ο Ρόμπερτ άρχισε να κατηγορεί τον φανταστικό τους σύντροφο, που τους επιβράδυνε στην ανάβασή τους στην ορθοπλαγιά. Καθώς οι χιονοστιβάδες ξεχύθηκαν από πάνω τους, να τους σπρώχνουν, σχεδόν τους θάβουν, ο Ρόμπερτ πείστηκε ότι ο τρίτος άνθρωπος προσπαθούσε να τον σπρώξει από την προεξοχή που στεκόταν, στο χάος.

Δεν είναι ασυνήθιστο για ένα αόρατο άτομο να εμφανίζεται σε τρομερές περιστάσεις όπως αυτές, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις η παρουσία είναι χρήσιμη, δίνοντας προτάσεις, υποστήριξη και συντροφιά. Όταν ο Stephen Venables κατέβαινε το Έβερεστ αφού είχε σκαρφαλώσει στο Kangshung Face, αναγκάστηκε να κάνει μπιβουάκ (διανυκτέρευση χωρίς αντίσκηνο) όχι πολύ κάτω από την κορυφή. Ωστόσο, δεν ήταν μόνος. Ένας φανταστικός γέρος του έκανε συντροφιά όλη τη νύχτα αλλά και στην εξαντλητική του κατάβαση την επόμενη μέρα. Μόλις ο Stephen και ο γέρος έφτασαν στη Νότια Κορυφή, τους συνάντησε ένας φανταστικός (και από καιρό νεκρός) Eric Shipton, ο οποίος τους βοήθησε ζεσταίνοντας τα χέρια του Stephen. Υπάρχουν αμέτρητα παραδείγματα σε μεγάλο υψόμετρο αυτών των υπέροχα ευγενικών, ανεξήγητων πλασμάτων, ωστόσο ο τρίτος άνθρωπος του Ρόμπερτ ήταν παράξενα κακόβουλος.

Ο Βόιτεκ, ενώ νοιαζόταν απόλυτα για τον νέο τους σύντροφο, ήταν απορροφημένος με την πραγματοποίηση παράξενων πειραμάτων, όπως να τσιμπήσει τον μηρό του και να αναρωτηθεί αν ο πόνος θα εξαφανιζόταν καθώς πλησίαζε στον θάνατο. Τελικά απόλαυσε τον πόνο, γιατί επιβεβαίωσε πως ήταν ακόμα ζωντανός. Ήδη φανταζόταν την ευδιάκριτη πιθανότητα να μετατραπεί σε ένα άψυχο κομμάτι πάγου στη στενή προεξοχή που σιγά-σιγά εξαφανιζόταν κάτω από σωρούς χιονιού.

Περιστασιακά ξετρύπωναν από τη μια άκρη του υπνόσακού τους για να αφαιρέσουν αρκετό χιόνι, προκειμένου να αποφύγουν την ασφυξία. Καθώς έτρεμαν από το κρύο όντας πια στα όριά τους, σκέφτηκαν τις επιλογές τους. Και πάλι, οι σκέψεις για υποχώρηση συζητήθηκαν αλλά εγκαταλείφθηκαν γρήγορα. Το να ανέβεις ήταν επίσης εκτός συζήτησης σε αυτήν την θύελλα. Η αναμονή – η πιο αγωνιώδης επιλογή από όλες – παρέμεινε η μόνη εφικτή επιλογή. Κρύοι και πεινασμένοι και τόσο τρομερά διψασμένοι, περίμεναν. Κατά καιρούς καθησύχαζαν ο ένας τον άλλον με μικρές ευγένειες.

«Νιώθεις καλά, Ρόμπερτ;»

«Ω, ναι, νιώθω καλά».

Ο Ρόμπερτ το περιέγραψε ως «εύθραυστη διάθεση ελπίδας». Ο Βόιτεκ θυμήθηκε ότι ποτέ δεν είχε τόσο «ελεύθερο χρόνο» σε μια ανάβαση. «Είχαμε δύο νύχτες και μια μέρα εκεί πάνω. Μόλις καθίσαμε. Είχαμε καμινέτο αλλά το γκάζι είχε τελειώσει, οπότε δεν είχαμε τίποτα άλλο να κάνουμε παρά να σκεφτούμε». Ο χρόνος παραμορφώθηκε, απλώνοντας και μαζεύοντας κατά βούληση. Η μία ώρα ήταν ίδια με μία μέρα. Το σκοτάδι έπεσε πάνω τους, σκεπάζοντας τα πνευμόνια τους που βάραιναν. Έμοιαζε επιθετικό, σαν να τους κατάπινε.

O Kurtyka οδηγεί τη σχοινιά στον βράχο

Οι σκέψεις του Βόιτεκ παρασύρθηκαν σε επικίνδυνο έδαφος. Ο θάνατος ήταν κάτι για το οποίο είχε σκεφτεί συχνά στο παρελθόν και τώρα πια φαινόταν αναπόφευκτος και μετά βίας άξιζε να ανησυχεί. Αυτό που ήταν πιο σημαντικό για εκείνον ήταν να έχει πλήρη επίγνωση της εμπειρίας. Η πλήρης επίγνωση της διαδικασίας του θανάτου, ιδιαίτερα σε αυτό το απομακρυσμένο και άγριο μέρος, θα ήταν ενδιαφέρουσα.

Καθώς συλλογιζόταν τον θάνατο του, ο Βόιτεκ ανησυχούσε για τον Ρόμπερτ. Είχε επίσης επίγνωση του πόσο κοντά ήταν στο θάνατο σε αυτό το τρομερό μέρος ή μήπως σε αυτό το υπέροχο μέρος; Έγινε απίστευτα σημαντικό για αυτόν να καταλάβει ο Ρόμπερτ τι συνέβαινε, ότι μοιράζονται αυτήν την σχεδόν ιερή εμπειρία. Αλλά ήταν ένα λεπτό ζήτημα και ο Βόιτεκ δυσκολεύτηκε να πάρει την απόφαση να μιλήσει με τον Ρόμπερτ. Τελικά, δεν μπορούσε άλλο να κάνει πίσω. Άρχισε, με τη φωνή του ραγισμένη από το κρύο και την εξάντληση:

«Ρόμπερτ, εγώ… εγώ… θα ήθελα…»

Ο Ρόμπερτ διέκοψε ήσυχα αλλά σταθερά με έναν οδυνηρό ψίθυρο:

«Ξέρω τι σκέφτεσαι. Είμαι έτοιμος. Είμαι προετοιμασμένος για αυτό. Μην ανησυχείς.”

Στη γραπτή αναφορά του λίγους μήνες μετά την αποστολή, ο Voytek Kurtyka αναφέρει ανάμεσα στα άλλα: «…Κάναμε την ανάβαση με το πιο καθαρό αλπικό στυλ μετά από μια ανάβαση εγκλιματισμού στα 7100 μέτρα στη βόρεια κορυφογραμμή, όπου φτιάξαμε μια κρύπτη τροφίμων. Οι δραματικές συγκυρίες στα τελευταία στάδια της ανάβασης, αφού είχαμε ολοκληρώσει την κάθετη ανάβαση στην ορθοπλαγιά, μας εμπόδισαν να φτάσουμε στην ακριβή κορυφή. Ο απαίσιος καιρός και οι συνθήκες στην ορθοπλαγιά (face) μας καθυστέρησε και παρέτεινε επικίνδυνα την ανάβαση, με αποτέλεσμα να υποφέρουμε από πείνα και δίψα. Στις 20 Ιουλίου, αφού βγήκαμε εξαντλημένοι από τον τοίχο στην κορυφογραμμή, εγκαταλείψαμε την φαινομενικά εύκολη οριζόντια τραβέρσα προς την κορυφή και ξεκινήσαμε αμέσως την καταρρίχηση (rapel) στη βόρεια κορυφογραμμή…»

Στην ίδια αναφορά του, ο Kurtyka μας φανερώνει πολλές σημαντικές λεπτομέρειες εκείνες της αποστολής, ας τις δούμε αναλυτικά:

#. Ακριβώς κάτω από την κορυφή στις 18 Ιουλίου, την έκτη μέρα αναρρίχησης, στα 7800 μέτρα, όταν είχαμε ξεμείνει από τρόφιμα και καύσιμα, παγιδευτήκαμε από μια φρικτή καταιγίδα. Προστατευμένοι μόνο από ένα λιτό σάκο μπιβουάκ, περάσαμε δύο δύσκολες νύχτες σε ένα μικροσκοπικό χιονισμένο σημείο, σαρωμένο από χιονοστιβάδες και ριπές από τη θύελλα. Μάζες χιονιού μας έθαβαν συνεχώς, μας έσφιγγαν και μας έπνιγαν. Ο σφοδρός άνεμος μας καταπίεζε τόσο πολύ που δεν μπορούσαμε να απομακρύνουμε το χιόνι, παρά μόνο σερνάμενοι στα τέσσερα.

#. Τα μπιβουάκ ήταν άθλια. Το δεύτερο και το τρίτο βράδυ, καθίσαμε σχεδόν άυπνοι και χωριστήκαμε ο ένας από τον άλλο, πολύ άβολα, σε αιχμηρές, βραχώδεις εξάρσεις στην ορθοπλαγιά. Οι υπνόσακοι ήταν το μόνο καταφύγιο από τον παγωμένο άνεμο.Όλες οι επόμενες νύχτες ταράχτηκαν από σφοδρούς ανέμους. Και πάλι κοιμηθήκαμε λίγο στο σάκο μπιβουάκ, θαμμένο σε προεξοχές σκαμμένες στον πάγο.

Voytek (όρθιος) και Robert (καθιστός) στην Κατασκήνωσή τους στη βάση του βουνού ασφλαείς πια! Πίσω τους το φοβερό Gasherbrum!

#. Οι συνθήκες στην ορθοπλαγιά αποδείχθηκαν πολύ δύσκολες και επικίνδυνες. Ο βράχος ήταν είτε εντελώς σάπιος είτε από εντελώς συμπαγές μάρμαρο, το οποίο προσέφερε κακή προστασία. Λόγω της παντελούς έλλειψης ρελέ, ήταν η κοινή πρακτική να επεκτείνονται οι σχοινιές από 40 σε 80 μέτρα – αν και μερικά ήταν σταθερής δυσκολίας Βαθμού V. Συνολικά, ανεβήκαμε τέσσερις σχοινιές βαθμού V—δύο από αυτά στα 7100 και 7300 μέτρα σε τεχνικά πολύ σκληρό εξαιρετικά συμπαγές μάρμαρο χωρίς ούτε ένα σημείο ασφάλισης. Η πραγματική δυσκολία ήταν το πολύ βαθύ χιόνι στο μικτό πεδίο μέσα από το οποίο περάσαμε κάθετα με σήραγγα, που απαιτούσε επίπονη δουλειά.

#. Οι συνθήκες προκάλεσαν βραδύτερη πρόοδο από την αναμενόμενη. Μεταφέραμε φαγητό για τέσσερα μπιβουάκ και καύσιμα και ποτά για πέντε ημέρες ενώ η πλήρης ανάβαση κράτησε έντεκα ημέρες. Τελικά μας έσωσε η κρύπτη τροφίμων στην οποία φτάσαμε το βράδυ της ένατης ημέρας στα 7100 μέτρα, που έμεινε κατά τη διάρκεια της αναρρίχησης εγκλιματισμού στη βόρεια κορυφογραμμή. Είχαμε αντέξει μέχρι εκεί τέσσερις μέρες χωρίς φαγητό και τρεις χωρίς νερό.

#. Η σωματική εξάντληση, η πείνα, η δίψα και η έλλειψη ύπνου προκάλεσαν μια σειρά από απίστευτες ψυχικές παραισθήσεις. Ιδιαίτερα εκπληκτικό ήταν το φαινόμενο που βιώνουν κι άλλοι σε μεγάλα υψόμετρα, η αίσθηση της παρουσίας του «ανθρώπου που δεν είναι εκεί», του «τρίτου προσώπου». Ήταν τόσο έντονο το φαινόμενο, που κατά ώρες και οι δύο περιμέναμε ενστικτωδώς τις αντιδράσεις και τη συμμετοχή αυτού του «τρίτου προσώπου».

#. Για μεγάλες περιόδους άκουγα περίεργους ήχους όπως μουσική, φωνές πουλιών ή ψιθυριστές κουβέντες. Μερικές φορές ήταν εύκολο να τους ανακαλύψεις ως μεταμορφωμένους πραγματικούς ήχους και να τους εντοπίσεις από πού προέρχονταν. Για παράδειγμα, ο ήχος όμορφων και παθιασμένων γυναικών που τραγουδούν, κάτι μεταξύ Barbra Streisand και Santana και ακούγεται στις πέντε το απόγευμα τις τελευταίες μέρες, προήλθε από το τρίψιμο του σχοινιού που γλιστρούσε πάνω από την τραχιά επιφάνεια του χιονιού και που γίνεται πιο έντονο από τα βήματά μας.

#. Ασυνήθιστα έντονη και σχεδόν ενοχλητική ήταν η εκπληκτική κλίση και η ικανότητα να συγχέονται βράχοι, χιόνι ή σύννεφα με ανθρώπινες μορφές και σχήματα. Αυτές μεταμορφώθηκαν σε πολύ αληθινές εικόνες. Έμοιαζαν να σχηματίστηκαν από κάποιο κρυμμένο, μυστηριώδες πνεύμα.

#. Ιδιαίτερα επώδυνο, λόγω της έντονης έλλειψης ύπνου, το ότι αποκοιμιόμουν επανειλημμένα, ξαφνικά και ανεξέλεγκτα στις στάσεις του ρελέ, κάτι που ακολουθούταν από ένα εξίσου ξαφνικό ξύπνημα με μια αίσθηση τρόμου.

Schauer και Kurtyka, στην απονομή των Piolet d’ Or το 2016

Η συνεργασία του Kurtyka με τον 32χρονο Αυστριακό Robert Schauer ήταν μία και μοναδική, το καλοκαίρι του 1985 στο Gasherbrum IV. Δημιούργησαν ένα έπος αλλά στη συνέχεια δεν ξαναβρέθηκαν ποτέ μαζί σε κάποια ανάβαση, παρά μόνο 31 χρόνια αργότερα το 2016 στην τιμητική απόδοση του Piolet d’ Or (χρυσό πιολέ) στους δυο τους, σε αναγνώριση της ιστορικής τους ανάβασης του 1985.

«Κατά έναν περίεργο τρόπο» δήλωσε χρόνια μετά ο Kurtyka, «η ορειβατική κοινότητα δέχτηκε την ανάβαση μας εκείνη ως ολοκληρωμένη δουλειά. Αυτό είναι μια προφανής υπόδειξη ότι ο αλπινισμός είναι τέχνη παρά άθλημα. Μόνο στην τέχνη ένας κρίκος που λείπει συμβάλλει στο νόημα ενός κομματιού». Σε όσους ωστόσο περιέγραψαν την εξαιρετικά δύσκολη και αφοσιωμένη περιπέτειά τους ως «την ανάβαση του αιώνα», ο Kurtyka απάντησε: «Έχει νόημα να ανακηρύξουμε ένα ποίημα ως το ποίημα του αιώνα;»

“Μόνο στην τέχνη ένας κρίκος που απουσιάζει, συμβάλλει στην έννοια του έργου” Voytek Kurtyka

Το Ανώτατο Δικαστήριο του Νεπάλ για τη σωτηρία των Ιμαλαΐων

Ένας ισχυρός νέος παίκτης έχει μπει στη συζήτηση για την εμπορευματοποίηση και το περιβάλλον στο Νεπάλ. Το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας διέταξε με απόφασή του την κυβέρνηση να περιορίσει τον αριθμό των ορειβατών στο Έβερεστ. Απαγορεύει επίσης τα ελικόπτερα να πετούν πάνω από την Κατασκήνωση Βάσης σε όλα τα βουνά της χώρας και διατάσσει νέους κανονισμούς για τον περιορισμό των σκουπιδιών στις κορυφές της.

Σύμφωνα με τους δικαστές, η κυβέρνηση μπορεί να εκδώσει άδειες ανάβασης μόνο αφού καθορίσει πόσοι ορειβάτες θα επιτραπούν, ανάλογα με τη διαθέσιμη «χωρητικότητα» του κάθε βουνού. Προφανώς η καμπάνα χτυπά κυρίως για το Έβερεστ! Οι πτήσεις ελικοπτέρων πάνω από την Κατασκήνωση Βάσης θα απαγορευθούν επίσης, εκτός από τις διασώσεις. Τέλος, οι αποστολές πρέπει να υποβάλουν μια λίστα με τον εξοπλισμό και τις προμήθειες που σκοπεύουν να μεταφέρουν στο βουνό και πρέπει να καταθέσουν χρηματική εγγύηση, η οποία θα τους επιστραφεί μόνο αφού αποδείξουν ότι έφεραν τα πάντα πίσω, κατεβαίνοντας από το βουνό!

Κάθε ορειβατική σεζόν (άνοιξη κυρίως), οι τοπικές και εθνικές Αρχές προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν τον αντίκτυπο της αναπτυσσόμενης τουριστικής βιομηχανίας στο εύθραυστο ορεινό περιβάλλον των Ιμαλαΐων και ειδικά του Έβερεστ. Και κάθε χρόνο, ιστορίες υπεράριθμων ορειβατών, εγκαταλελειμμένων σκουπιδιών και θανάτων στις ψηλότερες κορυφές του κόσμου αμαυρώνουν τη φήμη του Νεπάλ στην παγκόσμια ορειβατική σκηνή.

Από την άλλη πλευρά, οι ισχυρότεροι παίχτες σε αυτήν την ιστορία των αναβάσεων – ορισμένοι από τους οποίους είναι συνεργάτες σε μια μπίζνα ελικοπτέρων – κάνουν λόγο για αεροδιακομιδές και ολοένα μεγαλύτερες ομάδες. Υποστηρίζουν ότι τα ελικόπτερα αυξάνουν την ασφάλεια, ειδικά όταν απαλλάσσουν τους πελάτες και το προσωπικό από το να περάσουν από επικίνδυνα τμήματα, όπως ο παγετώνας Khumbu, ακριβώς πάνω από την Κατασκήνωση Βάσης του Έβερεστ. Αλλά κυρίως, τα ελικόπτερα επιτρέπουν ταχύτερες και ευκολότερες αποστολές, κάτι που ενθαρρύνει τους πελάτες να σκαρφαλώσουν περισσότερες από μία κορυφές σε μια σεζόν, μια κανονική φάμπρικα με λίγα λόγια. Τα τελευταία χρόνια, τα ελικόπτερα έχουν αυξήσει σημαντικά τα κέρδη των επιχειρήσεων, παρέχοντας προαιρετικές αερομεταφορές σε ψηλότερες κατασκηνώσεις από εκείνην της Κατασκήνωσης Βάσης.

Στατική ουρά ορειβατών, καθοδόν για την κορυφή του Έβερεστ

Το ψήφισμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπογραμμίζει τις δυνητικά καταστροφικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, συμπεριλαμβανομένης της τήξης των παγετώνων και της κατάρρευσής τους, εξαιτίας των οποίων πλημμυρίζουν αγροτικές περιοχές. «Σε αυτό το πλαίσιο, φαίνεται επιτακτική ανάγκη για την πολιτεία να αναλάβει ειδική φροντίδα και μέτρα προστασίας ως απάντηση στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στα βουνά και τους παγετώνες», αναφέρεται στην εντολή, όπως αναφέρεται στην εφημερίδα My Republica. «Αυτό ευθυγραμμίζεται επίσης με τη συνταγματική ευθύνη του Κράτους απέναντι στο περιβάλλον και τους πολίτες του».

Το ψήφισμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπογραμμίζει τις δυνητικά καταστροφικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, συμπεριλαμβανομένης της τήξης των παγετώνων και της κατάρρευσης των παγετωνικών λιμνών που πλημμυρίζουν αγροτικές περιοχές σε χαμηλότερα υψόμετρα. Το έγγραφο κατηγορεί τον υπερτουρισμό για αρνητικό αντίκτυπο στη διατήρηση και τη βιωσιμότητα. Έτσι, το δικαστήριο αναθέτει τη διαχείριση της ρύπανσης και τον καθαρισμό σε ορεινές περιοχές.

Πολυτέλεια στην Κατασκήνωση Βάσης του Έβερεστ. Χάθηκε το πραγματικό νόημα της ορειβασίας, όλα πια είναι παρεχόμενες υπηρεσίες σε πελάτες.

Οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι ενδέχεται να απαντήσουν στη δικαστική απόφαση υποστηρίζοντας ότι τέτοια μέτρα είναι ήδη σε ισχύ, ειδικά στο Έβερεστ και στα κοντινά βουνά, μέσω της Επιτροπής Ελέγχου Ρύπανσης της Σαγκαρμάθα, όπως αποκαλείται επίσημα το Έβερεστ από τις Αρχές του Νεπάλ. Κάθε χρόνο γίνονται επίσης δημόσιες και ιδιωτικές εκστρατείες καθαρισμού και οι Αξιωματικοί Σύνδεσμοι είναι θεωρητικά υπεύθυνοι για τον έλεγχο των αποστολών και την ευαισθητοποίηση των επισκεπτών. Ωστόσο, το πρόβλημα παραμένει, για το πώς να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα τέτοιων μέτρων και να βρεθεί κοινός τόπος μεταξύ των διαφόρων ενδιαφερομένων πλευρών.

Η απαγόρευση των ελικοπτέρων πάνω από το στρατόπεδο βάσης θα επηρέαζε σαφώς την επιμελητεία (logistics) της αποστολής, ειδικά σε βουνά όπως το Annapurna, όπου οι εναέριες ρίψεις εξοπλισμού είναι πολύ συνηθισμένες. Το αν η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Νεπάλ θα έχει πραγματική ισχύ πάνω στα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα μένει να φανεί, καθώς είναι πολύ δύσκολο η κυβέρνηση της χώρας να πάρει τόσο αυστηρά μέτρα που θα πλήξουν την «ορειβατική βιομηχανία» της φτωχής αυτής χώρας.

Να σημειωθεί πως πριν το ξεκίνημα της φετινής σεζόν, η κυβέρνηση του Νεπάλ ανακοίνωσε μέτρα ειδικά για το Έβερεστ, με στόχο τη μείωση της ρύπανσης του πλέον δημοφιλούς ορειβατικού προορισμού στον κόσμο. Τα μέτρα στόχευαν φυσικά στους ρύπους που αφήνουν οι ορειβάτες-πελάτες, που κάθε χρόνο ξεπερνούν τους 1000 και αφήνουν αμέτρητους τόνους σκουπιδιών προσπαθώντας να εξυπηρετήσουν τον σκοπό τους, σε συνεργασία πάντα με τις εταιρείες οδηγών βουνού.

Great Himal Race 2024, the karma of adventure

Tο Great Himal Race, είναι ένας ξεχωριστός από κάθε άποψη αγώνας ανθρώπινης αντοχής, που πρόκειται να δώσει εκκίνηση σε δυο χούφτες θαρραλέους ανθρώπους της περιπέτειας τον προσεχή Απρίλιο στα Ιμαλάια. Τεράστια όλα τα μεγέθη του και πώς θα μπορούσαν να μην είναι τεράστια, όταν όλο αυτό το γεγονός ζωντανεύει στη μεγαλύτερη οροσειρά του πλανήτη: 1600 χιλιόμετρα, 100000 μέτρα ανάβασης, 60 ημέρες διάρκεια. Και φυσικά, πώς θα μπορούσε με αυτά τα μεγέθη να προσελκύσει περισσότερους από δυο ντουζίνες παράτολμους ανθρώπους της περιπέτειας, ανάμεσά τους και μια Ελληνίδα, που αυτές τις μέρες κάνουν τις τελευταίες τους προετοιμασίες για το μεγάλο ανοιξιάτικο στοίχημα στην καρδιά της Ασίας.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ : Κάνοντας μια σύνοψη των όσων μπορούν δώσουν ένα περίγραμμα του Great Himal Race, θα το περιγράψω ως έναν «αγώνα-αποστολή» ανθρώπινης αντοχής 50 και πλέον ημερών, σε μια διαδρομή με ανάπτυγμα 1600 χιλιόμετρα μονοπατιών, με αθροιστική ανάβαση 100.000 μέτρα και κατάβαση άλλα τόσα! Ο αγώνας χαρακτηρίζεται από τα ημερήσια στάδια διεξαγωγής του (stage race), βασικό στοιχείο για την ασφάλεια των αθλητών στη διάρκεια αυτού του περίπου διμήνου. Φυσικά θα πρέπει για μια ακόμα φορά να αναφερθεί ότι ο GHR βασίζεται στη μεγάλη διαδρομή του Great Himalaya Trail, το οποίο και ακολουθεί πιστά σχεδόν σε όλη του την ανάπτυξη! Ο αγώνας απαιτεί αυτονομία των αγωνιζόμενων οι οποίοι θα έχουν μια μορφή έμμεσης υποστήριξης στο διάρκεια των δύο μηνών.

H διαδρομή του Great Himalaya Trail. Η ενιαία πολύχρωμη γραμμή αντιπροσωπεύει την αποκαλούμενη “Υψηλή” (High) διαδρομή του GHT και η διακεκομμένη λίγο πιο κάτω, η “Χαμηλή” (Low). Στην πορεία του χρόνου από τη δημιουργία του GHT το 2008, η ανεξέλεγκτη διάνοιξη δρόμων στους λόφους της οροσειράς οδήγησε στην απαξίωση της Χαμηλής Διαδρομής και τελικά στην κατάργησή της.

GREAT HIMALAYA TRAIL : Δεν θα υπήρχε το “Great Himal Race” (GHR) χωρίς το “Great Himalaya Trail” (GHT). Είναι νομίζω περισσότερο από πρόδηλο βλέποντας τους τίτλους και μόνο, αγώνα και μονοπατιού! Είναι σημαντικό να γίνει μια αναφορά στο GHT, μια σπουδαία εξέλιξη στο χώρο των ορεινών διασχίσεων στην Ασιατική ήπειρο. Μονοπάτια μεγάλων διαδρομών συναντάμε σε ορεινούς όγκους του δυτικού κόσμου συνήθως (PCT, AT, GDT κλπ στις ΗΠΑ), δύσκολα όμως θα μπορούσε να υλοποιηθεί ένα τόσο μεγαλεπήβολο σχέδιο στην καρδιά της Ασίας, ακόμα κι αν πρόκειται για τα Ιμαλάια. Να σημειώσουμε ότι το GHT καθιερώθηκε το 2009, σαν η μεγάλη γραμμή διάσχισης των Ιμαλαΐων του Νεπάλ και από τότε μέχρι σήμερα έχτισε το όνομά του και αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα για αθλητές ορεινής υπεραντοχής από όλο τον κόσμο (το GHT στην Wikipedia).

O Robin Boustead ανιχνεύοντας τη διαδρομή του GHT

Εμπνευστής και δημιουργός του, ο Αυστραλός Robin Boustead, ο οποίος ζει μόνιμα εδώ και πολλά χρόνια στο Νεπάλ και ο οποίος χρειάστηκε πάνω από 5 χρόνια (2003-2008) για να δει το όνειρό του να πραγματοποιείται. Πέρασε χρόνια μελετώντας και σχεδιάζοντας το όραμα του και τελικά ήταν ο ίδιος που πρώτος το περπάτησε σε μια προσπάθεια μεγαλύτερη από 160 ημέρες το 2008/2009. Η γραμμή που τελικά εμπεδώθηκε ως GHT, περνά από 15 τουλάχιστον συγκεκριμένα διάσελα με υψόμετρο πάνω από 5000 μέτρα αλλά και 3 πάνω από τα 6000 μέτρα (!). Συνήθως οι περισσότεροι διασχίζουν το GHT με κάποιες παραλλαγές, συνήθως βγάζοντας έξω τα 3 διάσελα των 6000 μέτρων, που είναι καθαρά ορειβατική διαδρομή και στην πράξη έχει απομείνει μόνο για εκείνους που επιχειρούν full-supported διάσχιση (με συνδρομή οδηγών βουνού και βαστάζων αλλά και πλήρη ορειβατικό εξοπλισμό), ανάγοντας έτσι το εγχείρημα σε κάτι που χαρακτηρίζεται ως ορειβασία. Μέχρι σήμερα που γράφεται αυτό το άρθρο, ξεπερνούν τους 100 εκείνοι που από το 1980 μέχρι σήμερα έχουν διασχίσει με κάποιο τρόπο την οροσειρά, καμία όμως διάσχιση δεν είναι ακριβώς η ίδια με κάποια άλλη, όλες κάπου διαφέρουν μεταξύ τους (ο κατάλογος των ονομάτων εδώ)

Σύμφωνα με την βετεράνο των αθλητικών διασχίσεων του GHT, Lizzy Hawker, μια διάσχιση ταχύτητας ορεινής διαδρομής, πρέπει να χαρακτηρίζεται από τη μη χρήση ορειβατικού εξοπλισμού και τεχνικών ορειβασίας, γιατί έτσι ξεφεύγει πλέον από τον αθλητικό του χαρακτήρα το εγχείρημα. Η Lizzy, μετά δύο μοναχικές διασχίσεις του GHT στο ενεργητικό της αλλά και το ρεκόρ ταχύτητας με 35 ημέρες (2017), έδωσε με την εμπειρία της την απάντηση στο πώς προσδιορίζεται ότι κάποιος έκανε πραγματικά το GHT: «πρέπει να περάσει από μερικά συγκεκριμένα διάσελα στην όποια γραμμή αποφασίσει να κάνει από τη μία στην άλλη άκρη του Νεπάλ.

Bruno Poirier

Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ : Μόνο μια εμβληματική φυσιογνωμία θα μπορούσε να κρύβεται πίσω από ένα τόσο μεγαλεπήβολο και τολμηρό αθλητικό εγχείρημα όσο το “Great Himal Race” και αυτή έχει ονοματεπώνυμο αλλά και βαθιά ιστορία στη μεγάλη οροσειρά και ακούει στο όνομα Bruno Poirier! O Bruno, o “ιππότης του ανέμου”, είναι ένας Γάλλος βετεράνος των διασχίσεων ταχύτητας στα Ιμαλάια, έχει άσβεστο πάθος για το Νεπάλ και τους ανθρώπους του, την αντοχή αλλά την περιπέτεια πάνω από όλα. Σήμερα, στα 60 του συνεχίζει να οραματίζεται αγώνες και κυρίως, να συμμετέχει ο ίδιος σε αυτούς.

Το 1994 στα 30 του, διέσχισε παρέα με τον καλό του φίλο Paul-Eric Bonneau για πρώτη φορά την οροσειρά, ονομάζοντάς την “Trans-Nepal Himalaya”. Η γραμμή των δύο φίλων είχε μήκος 2.000 χιλιόμετρα και 55.000 μέτρα ανάβασης και κράτησε 42 ημέρες, καλύπτοντας την απόσταση από το ανατολικό άκρο του Νεπάλ, στο χωριό Pasuputinagar μέχρι το δυτικό, στο Mahakali. Στη συνέχεια, έγινε μόνιμος επισκέπτης των Ιμαλαΐων, διοργανώνοντας αγώνες για λίγους και τολμηρούς, σε αποστάσεις μικρότερες αλλά όχι μικρές (300-800 χιλιόμετρα), όταν κανένας άλλος στον υπόλοιπο κόσμο δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο.

Bruno Poirier & Paul-Eric Bonneau στο Trans-Nepal Himalaya, το 1994, φωτογραφημένοι κάπου στην περιοχή του Kali Gandaki

Πρωτοπόρος, μια και οι καταβολές του βρίσκονται σε μια κοινότητα trail running με μεγάλο βάθος και πλάτος, τη Γαλλική, η οποία έχει αφήσει παγκόσμιο αποτύπωμα την τελευταία 30ετία! Αφού πέρασαν αρκετά χρόνια και ήρθε στο προσκήνιο το 2008 το Great Himalaya Trail, ο Bruno δούλεψε στη σκέψη του την ιδέα, την οποία τελικά κατάφερε να υλοποιήσει για πρώτη και μοναδική φορά μέχρι σήμερα, το 2017, έναν αγώνα που θα πατούσε ακριβώς πάνω στο ίχνος αυτού του μονοπατιού των 1000 μιλίων! Περίπου 35 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν τότε και μόλις 11 κατάφεραν να φτάσουν στην άλλη άκρη, 46-48 ημέρες αργότερα. Τα χρόνια κύλησαν από τότε και η πανδημία του κορωνοϊού απομάκρυνε χρονικά κάθε επόμενο σχέδιό του, με αποτέλεσμα να φτάσουμε στο 2024 για τη 2η έκδοση του GHR, ο οποίος φαίνεται να έχει μεν περιορισμένο ενδιαφέρον ποσοτικά, αρκετά ψηλό όμως μέσο όρο δυναμικότητας εκείνων που θα αγωνιστούν.

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ : Το σκεπτικό και η φιλοσοφία του Great Himal Race (GHR θα αναφέρεται στη συνέχεια), βασίζονται στην αυτονομία-αυτοτέλεια των αγωνιζόμενων, οι οποίοι θα πρέπει να καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των καθημερινών τους αναγκών για ενέργεια και ανανέωση των αποθεμάτων δύναμης, στη διαθέσιμη υποδομή των όποιων ορεινών οικισμών της οροσειράς. Δευτερευόντως, οι ανάγκες των αθλητών θα καλύπτονται από εφόδια που θα βρίσκουν σε σημεία ανεφοδιασμού, οκτώ (8) τον αριθμό, διάσπαρτα κατά μήκος της διαδρομής, σε συγκεκριμένα χωριά! Αυτή η μορφή υποστήριξης, χαρακτηρίζει την προσπάθεια ως self-supported (αυτοϋποστηριζόμενη) και όχι full-supported, δεδομένου ότι οι διοργανωτές του γεγονότος, το μόνο που θα προσφέρει στους αθλητές θα είναι η μεταφορά 8 μικρών σάκων ανεφοδιασμού (resupply bags), χωρητικότητας μόλις 10-15 λίτρων, σε ισάριθμα σημεία της διαδρομής. Να σημειώσω επίσης, ότι ο αγώνας έχει ατομικό χαρακτήρα, ο κάθε αθλητής αγωνίζεται ατομικά, άσχετα με την πιθανότητα να σχηματιστούν μικρές ομάδες των 2-3 αθλητών, που θα επιλέξουν ενδεχομένως να κινούνται μαζί, κυρίως για λόγους ασφάλειας ή ψυχολογικούς. (περισσότερα για τους τύπους υποστήριξης στις προσπάθειες ταχύτητας διαβάστε στη Σελίδα του Οργανισμού FKT)

ΤΟ ΥΦΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ : Πριν συνεχίσω σε παράθεση στοιχείων, θα ήθελα να καταθέσω μια άποψη για το ύφος και την προσωπικότητα του GHR. Νομίζω πως όταν μια προσπάθεια αγωνιστικής διάσχισης μιας πολύ μεγάλης διαδρομής όπως η συγκεκριμένη, περικλείει μια σειρά χαρακτηριστικών διεξαγωγής (αυτοϋποστηριζόμενη) αλλά και δυσκολιών πεδίου (πλοήγηση των αθλητών με χρήση χάρτη, πυξίδας, GPS), με περάσματα από χιονισμένες ανοικτές εκτάσεις και κάποιες ελάχιστες τεχνικές αναβάσεις σε υψόμετρα πάνω από 5000 μέτρα, τότε μπορούμε με βεβαιότητα να μιλάμε για κάτι διαφορετικό. Το GHR έχει πολλά στοιχεία που το κατατάσσουν σε μια άλλη κατηγορία αγωνιστικών προσπαθειών, που εγώ θα ονόμαζα «αγώνες αποστολής» (expedition races).

Και επειδή χρησιμοποιώ τον όρο «αγωνιστικό», θα πρέπει να πω ότι οποιαδήποτε μορφή ανθρώπινης αντοχής, παράγει έργο έντασης πάνω από ένα αεροβικό όριο και μια συνεχή, αδιάλειπτη ροή και τέλος, χρονομετρείται η προσπάθεια των αγωνιζόμενων στο γεγονός, τότε αυτό μπορεί να επιδέχεται τον επιθετικό προσδιορισμό του «αγωνιστικού». Όλα αυτά τα ξεχωριστά αθλητικά γεγονότα με πολύ μεγάλη διάρκεια, ένα τέτοιο και το GHR, είναι αναμφίβολα αγώνες γιατί προϋποθέτουν παραγωγή αθλητικού έργου. Θεωρώ ότι αυτή η κατηγορία αγώνων, των Expedition Races, αγώνων υπεραντοχής, που τους χαρακτηρίζουν η αυτονομία, η πλοήγηση στην ανοιχτή φύση, το ερημικό ή αραιοκατοικημένο περιβάλλον και οι ακραίες καιρικές συνθήκες, είναι το επόμενο βήμα στην αναζήτηση των αθλητικών ορίων σήμερα και σε παγκόσμιο επίπεδο πλέον!

Στη βάση του παγετώνα, στο Tilman Pass, το ένα από τα δύο πιο τεχνικά και δύσκολα περάσματα της διαδρομής του GHR συνολικά

Η ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ : Ας επιστρέψουμε όμως στο Great Himal Race, για να δούμε κάποιες λεπτομέρειες του γεγονότος, που φέτος πραγματοποιείται για δεύτερη φορά μετά το 2017, όταν γνώρισε την παρθενική του διεξαγωγή. Το 2017, η διαδρομή των 1400 χιλιομέτρων έγινε με αντίθετη φορά από την φετινή (από ανατολή σε δύση το 2017 και από δύση σε ανατολή το 2024). Φαινομενικά πάντα, η φορά της κίνησης μοιάζει να μην έχει ιδιαίτερη σημασία αν θα είναι προς δύση ή προς ανατολή, υπάρχει όμως κάτι εξαιρετικά σημαντικό κρυμμένο πίσω από αυτό. Ο Robin Boustead, ο άνθρωπος που οραματίστηκε και υλοποίησε το 2008 το Great Himalaya Trail, πάνω στο ίχνος του οποίου κινείται το GHR, ο αγώνας μας, χάραξε τη διαδρομή ξεκινώντας από την ανατολή προς τη δύση. Κάτι που ο ίδιος αναφέρει χαρακτηριστικά ως πλεονέκτημα της δυτικής κατεύθυνσης, είναι το γεγονός ότι ο ήλιος βρίσκεται πάντα στην πλάτη του πεζοπόρου, ειδικά τις πρωινές γόνιμες ώρες πορείας και αυτό τον βοηθά να έχει καλύτερη οπτική στο πεδίο, έχοντας πίσω του τον ήλιο! Ακούγεται ως αστείο ή μια ασήμαντη λεπτομέρεια, για κάποιον όμως που κινείται καθημερινά επί εβδομάδες ή και μήνες κόντρα στον πρωϊνό ήλιο, σαφώς κάτι τέτοιο έχει αρνητική επίδραση.

Η διαδρομή του αγώνα, όπως εμφανίζεται στην πλατφόρμα Explore της Garmin. Στο Explore θα φαίνεται μετά τις 6 Απριλίου η εξέλιξη της πορείας της Ασημίνας σε ζωντανό χρόνο.

Η ΕΠΟΧΗ : Ένα ακόμα στοιχείο, το οποίο θα επηρεάσει σε κάποιο βαθμό -άγνωστο για την ώρα σε ποιο- την προσπάθεια των αθλητών στον αγώνα, είναι η εποχή. Το κλίμα στο Νεπάλ είναι εκείνο που καθορίζει όλες τις προσπάθειες αναβάσεων ή διασχίσεων στην οροσειρά. Τα καλοκαίρια, οι μουσώνες του Κόλπου της Βεγγάλης πνίγουν με βροχές και το μισό (ανατολικό) Νεπάλ εκτός από την Ινδία, καθώς απλώνονται βόρεια, τον δε χειμώνα τα χιόνια κλείνουν τα ψηλά διάσελα της οροσειράς πάνω από τα 5000 μέτρα για περισσότερους από 5 μήνες και το κρύο είναι ανυπόφορο, με τον υδράργυρο να βρίσκεται έως και 30 βαθμούς κάτω από το μηδέν. Οι αραιοκατοικημένες κτηνοτροφικές περιοχές στο δυτικό Νεπάλ ερημώνουν, με τους κατοίκους να μετακινούν τα κοπάδια και τις οικογένειές τους σε χαμηλότερες και ασφαλέστερες περιοχές για ξεχειμώνιασμα. Ως αποτέλεσμα, οι χρονικές περίοδοι υλοποίησης μεγάλων διασχίσεων στην οροσειρά περιορίζονται στην άνοιξη και το φθινόπωρο, αν και η κλιματική κρίση επηρεάζει ήδη και το Νεπάλ, με συρρίκνωση των πάγων κατά το 1/3 στα τελευταία 30 χρόνια, τη μείωση των χιονοπτώσεων τον χειμώνα αλλά και την έξαρση ακραίων, βίαιων καιρικών φαινομένων.

Περιοχή Άνω Ντόλπο, στο δυτικό Νεπάλ. Κατηφορίζοντας προς τον οικισμό Bijher από το πέρασμα Kang La (5350)

Το γεγονός όμως ότι τον Απρίλιο στο δυτικό Νεπάλ, όπου και θα βρίσκονται οι αθλητές στο πρώτο 20ήμερο του αγώνα, η διαδρομή κινείται σε μεγάλα υψόμετρα, 4000-5500 μέτρων, περιοχές όπου το χειμωνιάτικο χιόνι δεν θα έχει ακόμα λιώσει, θεωρητικά θα δυσκολέψει την πορεία τους και την εξέλιξη συνολικά του αγώνα! Είναι χαρακτηριστικό πως πέρα από τις συμβουλές-οδηγίες των ειδικών, ακόμα και οι αναλυτικοί έντυποι τοπογραφικοί χάρτες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας του Νεπάλ, αναφέρουν την ένδειξη (Open April to Nov.) σε όλα τα διάσελα των 5000+ μέτρων.

Από την άλλη πλευρά, το τέλος Μαΐου που σηματοδοτεί και την ολοκλήρωση της διαδρομής μας στην ανατολική άκρη της χώρας, αποτελεί και το έναυσμα των καλοκαιρινών μουσώνων του Κόλπου της Βεγγάλης, που όπως έγραψα πιο πάνω πλήττουν κατά μείζονα λόγο αυτήν τη γωνιά της χώρας, την ανατολική.

Βαστάζος περνά από ξύλινη γέφυρα τον Olangchung Khola, στην ευρύτερη περιοχή του Kangchenjunga, στο ανατολικό Νεπάλ. Από αυτήν την κοιλάδα, θα περάσουν οι αθλητές του GHR περίπου δύο ημέρες πριν το τέλος του αγώνα!

Οι περισσότερες διασχίσεις του GHT γίνονται την άνοιξη και με δυτική κατεύθυνση, ώστε να ελαχιστοποιηθούν αφενός οι πιθανότητες εκδήλωσης έντονων βροχοπτώσεων αλλά και να έχει προχωρήσει η εποχή όταν κάποιος βρεθεί στα μεγάλα υψόμετρα στην περιοχή του Upper Dolpo στα δυτικά και τα χιόνια του χειμώνα να έχουν λιώσει στα διάσελα.
Τέλος, ένας ακόμα λόγος που προτιμάται η άνοιξη (Απρίλιος-Μάιος), είναι η διάρκεια της μέρας, που φτάνει τις 13-14 ώρες, όταν το φθινόπωρο (Οκτώβριος-Νοέμβριος) η μέρα διαρκεί μόλις 10-11 ώρες. Αυτές οι 3 επιπλέον ώρες της άνοιξης, είναι ένα μεγάλο όπλο στα χέρια του trekker που έχει σχεδιάσει μια τόσο σοβαρή διάσχιση όσο το GHT.

Οι κλιματικές ζώνες στο Νεπάλ και οι κατάλληλες εποχές για trekking εκεί. Η διαδρομή του αγώνα μας κινείται σχεδόν αποκλειστικά στη ζώνη μεγάλου υψομέτρου (λευκή λωρίδα), όπου συνοπτικά οι χειμώνες είναι παγωμένοι και τα καλοκαίρια δροσερά, άρα η άνοιξη βρίσκεται σε μια ενδιάμεση κατάσταση

O ΚΑΙΡΟΣ : Πέρα από τις προβλεπτές καιρικές συνθήκες (βροχές το καλοκαίρι, χιόνια το χειμώνα), στη φύση και ειδικά στα βουνά υπάρχουν πάντα και οι απρόβλεπτες, δηλαδή περίπου ξαφνικές και έντονες καταστάσεις, που σπάνια μπορούν να προκαλέσουν ακόμα και ανθρώπινες απώλειες! Καταρχήν, στη διάρκεια του αγώνα GHR το 2017, έκτακτα καιρικά φαινόμενα οδήγησαν τους διοργανωτές σε τροποποίηση της αρχικής διαδρομής, προκειμένου να μην τεθεί σε κίνδυνο η σωματική ακεραιότητα των αθλητών τότε. Μια ή και περισσότερες πιθανές τροποποιήσεις λόγω καιρού είναι πάντα σε ημερήσια διάταξη σε έναν τέτοιο αγώνα, κάτι που προβλέπεται φυσικά και από τους κανονισμούς και για τον φετινό. Κάτω από το φως των καθημερινών ημερήσιων προγνώσεων του καιρού, το σχέδιο των επόμενων ημερών ενδέχεται να αναδιαμορφώνεται, ενδεχόμενο που μπορεί να κοστίσει επιπλέον χρόνο και χιλιόμετρα σε όλους ή ακόμα χειρότερα σε κάποιους, λίγους ή περισσότερους. Το 2017, υπήρξε περίπτωση όπου πέρασαν οι προπορευόμενοι εκείνης της μέρας από διάσελο και η ουρά της κούρσας το βρήκε κλειστό από χιονόπτωση και αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει και να ακολουθήσει εναλλακτικό μονοπάτι, που φυσικά κόστισε σε χρόνο!

Στην περιοχή της λίμνης Tilicho, στο Annapurna

Εδώ θα πρέπει να αναφέρω ένα ακραία τραγικό συμβάν δέκα χρόνια νωρίτερα (Οκτώβριος 2014), όταν μια απρόσμενη χιονοθύελλα χτύπησε στην περιοχή του κεντρικού Νεπάλ, στην περιοχή του Αναπούρνα και φεύγοντας ένα 24ωρο μετά, άφησε πίσω της 43 χαμένες ψυχές, από trekkers μέχρι ορειβάτες, ντόπιους οδηγούς και βαστάζους, ακόμα και βοσκούς! Ανυποψίαστοι για ότι επρόκειτο να ακολουθήσει, εκατοντάδες πεζοπόροι βρίσκονταν απλωμένοι περπατώντας στη δημοφιλή διαδρομή του Annapurna Circuit, στην περιοχή του Thorung La (5416μ), όταν μια ξαφνική χιονόπτωση εξελίχθηκε σε θύελλα, παγιδεύοντάς τους στο πουθενά σε μια ακτίνα δεκάδων χιλιομέτρων και χωρίς να έχουν πάνω τους το παραμικρό εφόδιο για να αντιμετωπίσουν κάτι τέτοιο. Εκατοντάδες ακόμα άνθρωποι (περίπου 500) διασώθηκαν με διάφορους τρόπους, χαμένοι στη χιονοθύελλα, κερδίζοντας τουλάχιστον με κρυοπαγήματα τη ζωή τους. Αυτό το συμβάν που «ήταν ένα μάθημα που μας δίδαξε», όπως ανέφερε μετά την τραγωδία αξιωματούχος του Νεπάλ, αποδεικνύει πως ακόμα και μια διάσχιση της οροσειράς σε υποτιθέμενα ασφαλή «πεζοπορικά» υψόμετρα δεν είναι απλή υπόθεση, ακόμα και για ανθρώπους εν δυνάμει γνώστες της περιοχής και των συνθηκών όπως οι ντόπιοι, που ακόμα κι αυτοί το 2014 μέτρησαν τραγικές απώλειες.

Ένα συνοπτικό γράφημα με εικόνες και χάρτες, επεξηγηματικό της τραγωδίας του 2014 στο Annapurna Circuit

Η ΔΟΜΗ ΤΟΥ GHR : Ο αγώνας μας είναι δομημένος σε ημερήσια στάδια (ετάπ, όπως είναι γνωστό το ύφος τέτοιων πολυήμερων αγώνων στο ελληνικό κοινό). Πρόκειται για συγκεκριμένες αποστάσεις καθημερινά, προσχεδιασμένες εδώ και μήνες και γνωστές σε όλους όσους θα συμμετάσχουν! Συνήθως η αρχή και το τέλος της κάθε ημέρας βρίσκονται σε μικρούς ή μεγαλύτερους οικισμούς (χωριά) αλλά και αρκετές φορές, μοιρασμένες αποστάσεις σε έρημες, ακατοίκητες περιοχές, όπου και θα γίνεται χρήση κατασκηνωτικού εξοπλισμού, τον οποίο θα πρέπει να μεταφέρουν πάνω τους οι ίδιοι οι αθλητές.

Για λόγους ασφάλειας κυρίως, οργάνωσης, κοινωνικότητας αλλά και υγιούς συναγωνισμού, έχει ορθά επιλεγεί αυτό το ύφος. Μια εκδοχή non-stop θα έθετε τους αγωνιζόμενους πέρα από τα προσωπικά τους όρια, εκτεθειμένους σε μια σειρά κινδύνων, υποκειμενικών και αντικειμενικών, με απρόβλεπτα αποτελέσματα, σίγουρα αρνητικά πάντως! Ο αγώνας λοιπόν έχει σχεδιαστεί να υλοποιηθεί σε 53 αγωνιστικές ημέρες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται 2 ημέρες ρεπό (51+2), ενδέχεται όμως αυτές να αξιοποιηθούν αγωνιστικά, εφόσον τυχόν κακές καιρικές συνθήκες αναγκάσουν σε πρόσκαιρη διακοπή τον αγώνα.

Για κάποιες συγκεκριμένες ημέρες με τεχνικά περάσματα και χρήση μέσων ασφάλισης σε βράχο και παγετώνα, όπως εκείνο στο Tilman Pass (5350μ) στις 10 Μαΐου ή στο Tashi Lapcha (5750μ) στις 18 Μαΐου, έχει προαποφασιστεί ότι θα είναι “linking days”, ημέρες αναγκαστικής κοινής πορείας όλων, για λόγους ασφάλειας. Κάτι αντίστοιχο μπορεί να συμβεί οποτεδήποτε, αν οι καιρικές συνθήκες θεωρηθούν επικίνδυνες για τους αθλητές.

Επιπλέον, για να πάρουν εκκίνηση οι αγωνιζόμενοι, θα πρέπει να πεζοπορήσουν αναγκαστικά για ένα τριήμερο (6-8 Απριλίου) μια απόσταση 70 χιλιομέτρων, λόγω αδυναμίας πρόσβασης εκεί με αυτοκίνητο. Ωστόσο, αυτό θα τους δώσει τη δυνατότητα να εγκλιματιστούν στο υψόμετρο, μια και η εκκίνηση θα δοθεί σε υψόμετρο 3600 μέτρων, από το μικρό μεθοριακό χωριό Hilsa, στις όχθες του ποταμού Karnali, ο οποίος εκεί ορίζει και το δυτικότερο ορεινό σύνορο του Νεπάλ με την επαρχία του Θιβέτ της Κίνας. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τον τερματισμό, στο βορειοανατολικό άκρο της χώρας, στην Κατασκήνωση Βάσης του βουνού Kangchenjunga, του τρίτου ψηλότερου βουνού στον κόσμο (8586μ). Ο σχεδιασμός της διαδρομής του GHT ήθελε σύμφωνα με τον εμπνευστή του, να ενώνονται τα δύο πλέον απομακρυσμένα και ορεινά σημεία της χώρας και αυτό το συγκεκριμένο στην ανατολή ήταν το πλέον εμβληματικό και απόμακρο, πλην όμως βρίσκεται σε απόσταση 100 χιλιομέτρων από το τέλος του πιο κοντινού αυτοκινητόδρομου. Έτσι, οι αθλητές του αγώνα, φτάνοντας στη γραμμή του τερματισμού εκεί μετά από 53 ημέρες, θα πρέπει να πεζοπορήσουν για τέσσερις επιπλέον μέρες (1-4 Ιουνίου) για να φτάσουν στο πραγματικό τέρμα της εξοντωτικής αυτής προσπάθειας.

Πανοραμική θέα της περιοχής του τερματισμού του αγώνα, στο Base Camp του Kangchenjunga, στο ανατολικό άκρο του Νεπάλ

ΤΑ ΜΕΓΕΘΗ : Οι 51 αγωνιστικές ημέρες του GHT ποικίλουν σε μήκος και υψομετρική, με κάποιες ελάχιστες να ξεπερνούν ακόμα και τα 45 χιλιόμετρα και κάποιες άλλες, δύσκολες τεχνικά, να μην αγγίζουν καν τα 20. Ο μέσος όρος πάντως της ημερήσιας απόστασης αγγίζει τα 30 χιλιόμετρα. Αναφορικά με τις υψομετρικές, το άθροισμα των ανήφορων φτάνει τα 100.000 μέτρα ή και τα ξεπερνά, ανάλογα με την πλατφόρμα στην οποία έχει ψηφιακά χαραχτεί η διαδρομή. Ο μέσος όρος ανάβασης φτάνει τα 2000 μέτρα σχεδόν. Απόλυτη ακρίβεια για την υψομετρική αλλά και τα χιλιόμετρα, μπορεί να υπάρξει μόνο όταν το εγχείρημα θα έχει φτάσει στο τέλος του και οι αθλητές θα έχουν καταγράψει ψηφιακά το ίχνος της κάθε μιας ημέρας χωριστά. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό στατιστικό, κατά προσέγγιση πάντα, είναι πως το 60% της διαδρομής εξελίσσεται σε υψόμετρα πάνω από τα 3.000 μέτρα υψόμετρο, δηλαδή σχεδόν 900 χιλιόμετρα.

ΤΑ ΔΙΑΣΕΛΑ : Ένα άλλο στοιχείο που χαρακτηρίζει τη διαδρομή και ως εκ τούτου και τον ίδιο τον αγώνα, είναι μορφολογικό και πολύ ιδιαίτερο, κεφάλαιο από μόνο του. Πρόκειται για τα διάσελα (La ή Banjyang στη γλώσσα του Νεπάλ), που παίζουν κομβικό ρόλο στη διαδρομή του GHR, αφού συνδέουν (link) ολόκληρες περιοχές μεταξύ τους και δημιουργούν την πολυπόθητη ενιαία γραμμή που διατρέχει κατά μήκος ολόκληρο το Νεπάλ μέσα από την οροσειρά! Χωρίς τα διάσελα δεν θα μπορούσε να υπάρχει όλο αυτό το project με τη φήμη που απέκτησε στα χρόνια μέχρι σήμερα. Συνολικά, υπάρχουν πάνω από 25 διάσελα στη διαδρομή του αγώνα, τα μισά από τα οποία βρίσκονται σε υψόμετρο πάνω από 5000 μέτρα, με το ψηλότερο όλων στα 5750 (Tashi Lapcha). Σύμφωνα με την κοινή λογική αλλά και την άποψη ανθρώπων που έκαναν ολοκληρωμένα στο παρελθόν τη διαδρομή του GHT, κάποιος λογίζεται ως “GHTer” εφόσον έχει περάσει τα κυριότερα διάσελά της. Μόνο αυτό μπορεί να πιστοποιήσει την υλοποίηση του! Ξεκινώντας από τα δυτικά λοιπόν, κατά τη φορά της πορείας του φετινού αγώνα, τα κυριότερα διάσελα είναι τα εξής δεκαπέντε: Chyargo La (5150), Yala La (5414), Nyingma Gyangzen La (5563), Kang La (5306), Basia La (5172), Num La (5172), Jhyarkoi La (5360), Mola La (5030), Ghami La (5694), Thorung La (5419), Larkya La (5135), Tilman Pass (5360), Tashi Labtsa (5750), Renjo La (5360), Lumbha Sumbha (5159)

Το ψηλότερο σημείο της διαδρομής του αγώνα, η έξοδος το Tashi Lapcha, στα 5750 μέτρα

ΕΝΟΤΗΤΕΣ : Κατανέμοντας τα υψόμετρα σε ενότητες, αν και κάπως δύσκολο αυτό το έργο σε μία διαδρομή που διασχίζει αμέτρητες ραχοκοκαλιές χωρίς συμμετρία στην κατανομή τους, θα έλεγα ότι η διαδρομή μπορεί να χωριστεί στα τρία, με τα πρώτα 500 χιλιόμετρα να κινούνται στην αποκαλούμενη «Μακρινή Δύση» της χώρας, στις επαρχίες Humla, Mugu, Dolpa και Mustang, όπου το υψόμετρο στο μέσο όρο του είναι πολύ ψηλό. Σε αυτήν την πρώτη ενότητα που διαρκεί σχεδόν 20 μέρες, η διαδρομή περνά από 10 τουλάχιστον διάσελα με υψόμετρο μεγαλύτερο από τα 5000 μέτρα, όμως οι κλίσεις του εδάφους δεν είναι ακραίες αλλά το τοπίο είναι αχανές και έρημο από βλάστηση, εξαιρετικά αραιοκατοικημένο, δαιδαλώδες στο ανάγλυφο, γεμάτο κορυφογραμμές που διακόπτονται από χαράδρες, χωρίς σαφήνεια για την άκρη αυτής της θάλασσας βουνών.

Χαρακτηριστικό τοπίο σε κοιλάδα του Ντόλπο, με ελάχιστη καλλιεργήσιμη γη στα μεγάλα υψόμετρα και σε άγονο περιβάλλον

Πρόκειται για το Upper Dolpo, την πιο αντιπροσωπευτική και αμιγή πολιτισμικά περιοχή της χώρας, με τους νομάδες κατοίκους-κτηνοτρόφους και τους απομονωμένους οικισμούς στις έρημες κοιλάδες των ποταμών που κυλούν προς τον νότο. Εδώ, στην 14η ημέρα του αγώνα, προβλέπεται κατασκήνωση στα 5500 μέτρα, η οποία θα είναι και η πιο ψηλή διανυκτέρευση στις 53 ημέρες του αγώνα, ενώ θα έχουν προηγηθεί ακόμα πέντε κατασκηνώσεις τις προηγούμενες επτά ημέρες. Η απομόνωση, τα μεγάλα υψόμετρα και η αυτονομία, είναι τα στοιχεία που δίνουν τον χαρακτήρα σε αυτό το πρώτο και πολύ δύσκολο τμήμα του αγώνα, το οποίο ολοκληρώνεται στην περιοχή του Mustang.

To χωριό Bimthang στην περιοχή του Manaslu, στο κεντρικό Νεπάλ, χτισμένο σε υψόμετρο 3600 μέτρων, θα αποτελέσει τον τόπο διανυκτέρευσης του αγώνα την 23η ημέρα του

Η δεύτερη ενότητα καταλαμβάνει ανάπτυγμα επίσης 500 χιλιομέτρων και καλύπτει το κεντρικό τμήμα του Νεπάλ (Manang, Gorkha, Langtang, Dolakha και Bagmati) με ανάγλυφο όμως πιο έντονο. Εδώ η δομή των βουνών αλλάζει, η οροσειρά τραβιέται προς τον βορά (Θιβέτ) και επιτρέπει μια χαραμάδα προς την αχανή Ινδική πεδιάδα στο νότο. Η διαδρομή κατηφορίζει ακόμα και χαμηλότερα από τα 1000 μέτρα κάποια στιγμή και ανοίγει το δρόμο ανάμεσα από οκτάρες κορυφές αλλά και χαμηλότερες, προς τον μεγάλο όγκο στα ανατολικά. Κατοικημένες πυκνά περιοχές αλλά και αρκετός πεζοπορικός τουρισμός, χαρακτηρίζουν αυτήν τη δεύτερη ενότητα. Δύο δημοφιλείς πεζοπορικές εδώ, το Annapurna και το Manaslu, δίνουν το στίγμα της δεύτερης αυτής ενότητας, ενώ η διαδρομή περνά κοντά από τρεις γίγαντες των 8000 μέτρων (Daulaghiri, Annapurna, Manaslu). Η 2η ενότητα τελειώνει στην κοιλάδα του Rolwaling, έχοντας νωρίτερα περάσει από το δύσκολο τεχνικά Tilman Pass (5360)

Πεζοπόροι πάνω από τη παγετωνική λίμνη Tso Rolpo, καθοδόν για το Tashi Labtsa. Στον ορίζοντα η κορυφή Gaurishankar (7134). Στις όχθες της λίμνης αυτής, που βρίσκεται στα 4500μέτρα, θα κατασκηνώσουν οι αθλητές του αγώνα στο τέλος της 38ης μέρας

Τρίτη και τελευταία ενότητα, αλλά και αυτή με πολλές ιδιαιτερότητες, διαφορετικού ύφους, είναι αυτή που απαρτίζουν τα τελευταία 400 χιλιόμετρα που απομένουν μέχρι την ανατολική άκρη του GHT και του αγώνα. Εδώ η διαδρομή βρίσκεται στην επικράτεια των περιοχών (Solu-Khumbu, Bhojpur, Dhankuta, Taplejung). Χαρακτηρίζεται από ακραίες εναλλαγές υψομέτρου και τοπίων, από τεράστιους ορεινούς όγκους, ανάμεσά τους το Έβερεστ αλλά και ακόμα τέσσερις κορυφές πάνω από τα 8000 μέτρα (Cho Oyu, Lhotse, Makalu, Kangchenjunga) και το ψηλότερο σημείο της διαδρομής (Tashi Lapcha 5750μ) μέχρι κατάβαση σε υψόμετρα όπου κυριαρχεί η τροπική βλάστηση, την κοιλάδα του ποταμού Arun, σε υψόμετρο μόλις 450 μέτρων! (ζούγκλα). Στην 3η ενότητα υπάρχει μια ιδιορρυθμία στον αγώνα μας, ο οποίος σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή του «πατά» ακριβώς πάνω στο ίχνος του μεγάλου μονοπατιού Great Himalaya Trail, εδώ όμως τροποποιείται, με μια μεγάλη νότια παράκαμψη! Ο λόγος έχει να κάνει με το γεγονός ότι η αυθεντική χάραξη του GHT περνά από πάρα πολύ μεγάλα υψόμετρα (6000+), όπου απαιτείται για τουλάχιστον 2-3 ημέρες χρήση αναρριχητικού εξοπλισμού και μεγάλου μήκους σχοινιών ασφάλισης σε κάθετα περάσματα με πάγο και βράχο (αναφέρθηκα πιο πάνω στο θέμα αυτό).

H λίμνη Dudh Pokhari στην περιοχή του Khumbu, φωογραφημένη από το δημοφιλή προορισμό Gokyo Ri, στα 5357 μέτρα. Στα αριστερά της φωτογραφίας ο παγετώνας Ngozumba, ο μεγαλύτερος στα Ιμαλάια του Νεπάλ.

ΔΡΟΜΟΙ : Στο πέρασμα των τελευταίων δεκαετιών και καθώς ο πληθυσμός του Νεπάλ αυξάνεται θεαματικά, όπως συμβαίνει σε όλες τις αναπτυσσόμενες χώρες, οι ανάγκες των κατοίκων για γη και ζωτικό χώρο μεγαλώνουν. Σε συνδυασμό με την πρόοδο σε θέματα υποδομών αλλά και την αργή βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, έχουν ανοιχτεί χιλιάδες χιλιόμετρα δρόμων σε όλη τη χώρα, με αρκετά από αυτά τα χιλιόμετρα να έχουν χαραχτεί στο ορεινό Νεπάλ, στα Ιμαλάια. Αυτή η εξέλιξη σίγουρα βοήθησε τους ορεινούς πληθυσμούς να εξυπηρετούν καλύτερα τις ανάγκες τους, αλλοίωσε όμως το περιβάλλον των Ιμαλαΐων, με μια ανεξέλεγκτη εισβολή μηχανημάτων που χάραξαν ανεξίτηλα τα βουνά. Το οδικό δίκτυο της οροσειράς, μπορεί σήμερα να μην είναι αξιόλογο από ποιοτικής άποψης, έχει αλλάξει ωστόσο τον χαρακτήρα των ορεινών κοινωνιών εκεί, μεταφέροντας έναν άλλον τρόπο ζωής και μια νέα νοοτροπία στους ντόπιους. Ταυτόχρονα, ένα μεγάλο κομμάτι από το δίκτυο μονοπατιών στα βουνά, καταστράφηκε στην προσπάθεια διάνοιξης δρόμων. Το Great Himalaya Trail έφτασε να παίζει ένα «κρυφτό» με τους δρόμους, προκειμένου να διασφαλίσει ότι μπορεί να απομείνει από την αρχική του αίγλη. Το ίδιο ισχύει και για τον αγώνα μας, το Great Himal Race, που φυσικά σε αρκετές περιπτώσεις αναγκάζεται απλά να πατήσει πάνω σε κάποιον σκονισμένο χωματόδρομο, όπου σπάνια θα συναντήσει κανείς αυτοκίνητο να κυκλοφορεί.

Μπουλντόζα σε δρόμο, κάπου στην ύπαιθρο του Νεπάλ

Εκτιμώ πως περίπου το 10% της διαδρομής του αγώνα κινείται πάνω στο δίκτυο των δρόμων. Αναπόδραστη εξέλιξη αυτή στο πέρασμα του χρόνου, ελπίζω να σταματήσει κάπου εδώ, αν και είναι νομοτελειακή η πορεία προς τον αποκαλούμενο εκσυγχρονισμό, ο οποίος με τον μανδύα της εξυπηρέτησης των αναγκών του πληθυσμού, καταστρέφει ένα τεράστιο κεφάλαιο πολιτισμικής κληρονομιάς των προηγούμενων γενεών και προκαλεί εξασθένηση του ενδιαφέροντος των δυτικών πεζοπόρων που θα ήθελαν να περπατήσουν στα μονοπάτια του Νεπάλ.

Το δίκτυο των δρόμων στο Νεπάλ το 2020. Στην άδεια περιοχή του Νεπάλ, στα ορεινά, στο πάνω μέρος, διακρίνονται κάθετες γραμμές που αγγίζουν τα σύνορα με την Κίνα (Θιβέτ). Πολλοί δρόμοι ανοίγονται πλέον από τους Κινέζους με την ανοχή της φιλοκινεζικής κυβέρνησης του Νεπάλ, με τις όποιες συνέπειες για την πολιτισμική κληρονομιά των ορεσείβιων πληθυσμών

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ : Θα ήταν παράλειψη να αναφερθώ για μια ακόμα φορά, στο αυτοκτονικό μέτρο της Νεπαλέζικης κυβέρνησης, το οποίο αποτελεί νόμο από την άνοιξη του 2023 και αφορά το trekking γενικότερα. Σύμφωνα με τον νέο νόμο λοιπόν, κανένας αλλοδαπός δεν δικαιούται να πεζοπορεί στα βουνά της χώρας χωρίς να συνοδεύεται από κάποιον Νεπαλέζο οδηγό, προβάλλοντας σαν δικαιολογία την ασφάλεια των μοναχικών πεζοπόρων. Πρωτοφανές μέτρο, εντελώς εισπρακτικού χαρακτήρα, χάρη στο οποίο κερδισμένοι θα βγουν αναμφίβολα οι άνθρωποι που θα εργαστούν ως συνοδοί-οδηγοί αλλά και το ίδιο το κράτος, που θα εισπράξει τους σχετικούς φόρους. Μοναδική εξαίρεση στη νέα πραγματικότητα αποτελεί το η επαρχία Κούμπου στην επικράτεια της οποίας βρίσκεται ο δημοφιλής προορισμός του Έβερεστ, η διοίκηση της οποίας αποφάσισε να μην εφαρμόσει το μέτρο στην επικράτειά της, χαρίζοντας χαμόγελα ικανοποίησης στους trekkers που την επισκέπτονται κατά χιλιάδες κάθε χρόνο.

Στην περίπτωση του GHR, οι σχετικές άδειες για τους αθλητές έχουν εκδοθεί και το ότι θα μπορούν να αγωνιστούν χωρίς την αέναη παρουσία κάποιου «συνοδού» δίπλα τους, θα πρέπει να θεωρείται τεράστια επιτυχία, ενώ από την άλλη δείχνει πως σε μια χώρα του Τρίτου Κόσμου, τίποτα δεν λειτουργεί σε απόλυτη συμφωνία με τους νόμους. Ελπίζω στο άμεσο μέλλον απλά να καταργηθεί ο αστείος περιορισμός που τέθηκε για τους πεζοπόρους στο Νεπάλ εν γένει και να επανέλθει η πρότερη κατάσταση, το αυτονόητο δηλαδή, αυτό που ισχύει σε όλον τον κόσμο. Πρακτικά, το να παραμείνει ο συγκεκριμένος περιορισμός, σημαίνει πως κανένας στο μέλλον δεν θα μπορέσει να διασχίσει το GHT αυτόνομα, παρά μόνο σαν αγωνιζόμενος στον αγώνα GHR ή σε κάτι αντίστοιχο, που θα διοργανωθεί από μια Νεπαλέζικη εταιρεία outdoors. Ένα τεράστιο πλήγμα στην προσπάθεια ανάπτυξης των FKTs στην οροσειρά και ακόμα περισσότερο, πλήγμα στον ορεινό, πεζοπορικό τουρισμό.

Ζευγάρι χωρικών ποζάρει στον φωτογραφικό φακό. Οι Νεπαλέζοι είναι φτωχοί αλλά με χαμόγελο, υπερηφάνεια και αισιοδοξία πάντα στο βλέμμα τους

LOGISTICS (ΕΠΙΜΕΛΗΤΕΙΑ) : Ας σταθούμε τώρα το κομμάτι επιμελητείας του αγώνα, τον εφοδιασμό, την οργάνωση και τον εξοπλισμό που απαιτείται για να πάρει κανείς μέρος σε αυτόν. Υπάρχουν δύο ενότητες εδώ: ο σταθερός μεταφερόμενος εξοπλισμός και ο ενδιάμεσος ανεφοδιασμός, σημαντικά κεφάλαια και τα δύο, χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής.
Αναφορικά με τον «σταθερό» εξοπλισμό, υπάρχει μια σειρά από υποχρεωτικά αντικείμενα, όπως ο υπνόσακος, συγκεκριμένος ρουχισμός, φαρμακείο, τροφή κλπ, στα οποία αν προστεθεί και το βάρος από ενισχυμένο εξοπλισμό, που πρέπει να ανταπεξέλθει στις σκληρές καιρικές συνθήκες και θερμοκρασίες, τότε το καταρχήν βάρος εκτοξεύεται! Κάποια αντικείμενα δεν είναι υποχρεωτικά, όμως χωρίς αυτά δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να ξεπεράσει τη σκληρή καθημερινότητα στη διάρκεια του αγώνα, όταν μιλάμε για έναν αγώνα που διαρκεί δύο ολόκληρους μήνες. Ζητήματα όπως η προσωπική υγιεινή, η καλή γενικότερη υγεία, η τροφοδοσία, η επαρκής ξεκούραση τις νύχτες αλλά και η επικοινωνία και καταγραφή των εμπειριών, αποτελούν βασικές ανάγκες για να μπορέσει κάποιος να συνεχίσει με αξιώσεις μέχρι το τέλος.

Τυπική κουζίνα πανδοχείου στην περιοχή του Manaslu. Στις περισσότερες περιοχές στην οροσειρά, τα πανδοχεία λειτουργούν με θερμάστρες ξύλου, στις οποίες γίνεται και το μαγείρεμα

Στο αρκετά περίπλοκο θέμα του «ανεφοδιασμού», υπάρχει το γνωστό σενάριο των «Σάκων Ανεφοδιασμού» (Resupply Bags), οι οποίοι είναι οκτώ (8) τον αριθμό στη διάρκεια των 53 ημερών, περίπου ισόχρονα μοιρασμένοι. Σχεδόν σε όλα τα Σημεία Ανεφοδιασμού, οι αθλητές πρέπει να παίρνουν ή να αφήνουν αντίστοιχα τον «Εξοπλισμό Αυτονομίας», ο οποίος απαρτίζεται από αντίσκηνο, στρώμα ύπνου, κράνος, καμινέτο μαγειρέματος, και τροφή, αφού θα ακολουθήσουν μερικές μέρες πορείας σε ακατοίκητες περιοχές, έτσι ώστε να μπορεί να ανταπεξέλθει στις αυξημένες απαιτήσεις της προσπάθειας. Έχει αξία να αναφερθεί ότι το περιεχόμενο των σάκων ανεφοδιασμού δεν ακολουθεί δυστυχώς τον αθλητή, από τον προηγούμενο στον επόμενο σταθμό, όπως γίνεται συνήθως στους αγώνες αυτού του είδους. Μόνο ο εξοπλισμός αυτονομίας είναι εκείνος που μεταφέρεται στο επόμενο σημείο, από το οποίο θα πρέπει ο αθλητής να τον φορτώσει και πάλι στο σακίδιό του για μερικές ακόμα ημέρες κ.ο.κ., μια διαδικασία που θα επαναληφθεί τρεις φορές συνολικά. Συνολικά, θα φτάσουν τις 33 οι μέρες, στις οποίες οι αθλητές θα πρέπει να μεταφέρουν πάνω τους τον εξοπλισμό αυτονομίας και τις 16 οι μέρες που θα κοιμηθούν σε αντίσκηνο.

To πλάνο ανεφοδιασμού στον αγώνα, με τα γνωστά Resupply Bags (Σάκους Ανεφοδιασμού). Στους σταθμούς 3-5-7 (κόκκινο χρώμα) οι αθλητές μπορούν και να αφήσουν κάτι από τον εξοπλισμό τους.

Κάνοντας έναν πρόχειρο πρώτο υπολογισμό για το μεταφερόμενο βάρος, αυτό κινείται ανάμεσα στα όρια 8-15 κιλά στις εύκολες ημέρες και στα 15-23+ για τις δύσκολες, όταν ο αθλητής πρέπει να μεταφέρει τον «Εξοπλισμό Αυτονομίας». Το μεγάλο εύρος ανάμεσα στα βάρη των εύκολων ημερών ή και των δύσκολων, οφείλεται βέβαια στις επιλογές εξοπλισμού των αθλητών. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Bruno Poirier, το διευθυντή του αγώνα, μια ultralight εκδοχή εξοπλισμού δύσκολα θα ξεπεράσει τα 10-11 κιλά, κάτι βέβαια που προϋποθέτει τον απόλυτο μινιμαλισμό, που ενδεχομένως να στοιχίσει ακριβά, αφού όποιος επιλέξει κάτι τέτοιο βαδίζει στην κόψη του ξυραφιού.

ΠΛΟΗΓΗΣΗ : Ίσως το πιο καίριο ζήτημα, ξεπερνώντας ακόμα και τον εξοπλισμό, είναι το ζήτημα της κίνησης των αθλητών μέσα στον αγώνα. Σύμφωνα με τους κανονισμούς, ο καθένας οφείλει να προσανατολίζεται με βάση χειροκίνητα ή αυτόματα όργανα πλοήγησης, όπως έντυποι χάρτες και πυξίδα ή GPS συσκευή. Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, δεν υπάρχει απολύτως καμία δυνατότητα σήμανσης της διαδρομής, τα μεγέθη είναι χαοτικά! Αυτό σημαίνει πως ο καθένας θα πρέπει να είναι συνεχώς ανήσυχος και με τεταμένη προσοχή όταν θα κινείται σε μονοπάτια, γιατί οι διασταυρώσεις είναι συχνές ενώ παράλληλα μονοπάτια ξεκινούν σε διάφορα σημεία.

Την ίδια ώρα, τα χωριά αποτελούν συνήθως λαβύρινθους, όντας χωρίς ρυμοτομία ή πινακίδες κατεύθυνσης, αφού όλοι σε ένα χωριό γνωρίζουν πού κατευθύνεται το κάθε μονοπάτι. Ένας ακόμα τρόπος που συστήνει ισχυρά ο διευθυντής του αγώνα, ο Μπρούνο, είναι η κουβέντα με ντόπιους, μέσα ή έξω από χωριά. Στο Νεπάλ τα μονοπάτια αποτελούν ζωντανές οδούς επικοινωνίας των μικρών κοινωνιών και πάντα κάποιος θα βρει στο δρόμο του ανθρώπους, που κι εκείνοι κάπου πηγαίνουν ή από κάπου έρχονται. Αρκεί να μπορείς να δώσεις στον συνομιλητή σου να καταλάβει ποιο είναι το χωριό που ψάχνεις να βρεις. Τουλάχιστον το όνομα του χωριού θα του είναι οικείο, άρα θα μπορεί να σου δώσει την πολύτιμη πληροφορία που ψάχνεις, ακόμα κι αν δεν μιλάτε την ίδια γλώσσα. Φυσικά υπάρχουν και οι έρημες, αχανείς εκτάσεις στο δυτικό Νεπάλ, όπου τα μονοπάτια δεν είναι τόσο πολυσύχναστα και εκεί κάποιος πρέπει να βασιστεί περισσότερο στις δικές του ικανότητες να προσανατολιστεί ανάμεσα σε μια θάλασσα από πανομοιότυπες πλαγιές, κορυφές, κοιλάδες, χωρίς σαφές σημείο αναφοράς ουσιαστικά.

Ξημέρωμα στα ψηλά βοσκοτόπια (4500μ) του Khumbu με ένα σεντόνι χιονιού να έχει σκεπάσει το έδαφος. Στο ορίζοντα οι πρώτες αχτίδες του ήλιου χτυπούν τις κορυφές στα 6500 μέτρα (Taweche, Cholatse)

ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ : Πολλοί οι κίνδυνοι που ελοχεύουν για τους αθλητές του αγώνα, με κυριότερο πάντα εκείνον της σωματικής ακεραιότητας. Υπάρχουν χίλιοι δυο λόγοι για να είναι κάποιος προσεκτικός πεζοπορώντας. Το στραβοπάτημα δεν αργεί, ειδικά όταν θα έχουν περάσει μέρες πορείας και η κούραση έχει συσσωρευτεί πλέον. Εκτός από την κόπωση, υπάρχει και το ενδεχόμενο της διάβρωσης του εδάφους ή μιας φυσικής καταστροφής, κατολίσθησης συνήθως, που θα προκαλέσει ζημιές στα μονοπάτια και θα αναγκάσει τους αθλητές να ακροβατήσουν σε κάποιο βαθμό απόκρημνα εδάφη, με αμφίβολο το πάτημά τους. Φυσικά, στην ίδια κατηγορία μπορεί να συμπεριληφθεί το παγωμένο, χειμωνιάτικο χιόνι στα ψηλά περάσματα, και τα δύο τεχνικά περάσματα, εκείνο του Tilman και το άλλο του Tashi Lapcha, τα οποία και απαιτούν εξαιρετική προσοχή, περνώντας από παγετώνες και βράχο, όπου απαιτείται ασφάλιση! Φυσικά, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε πιθανότητες βραχοπτώσεων, ειδικά σε περιοχές όπου επικρέμονται παγετώνες, οι οποίοι εκβάλουν τα φερτά τους υλικά (βράχοι) στις λεγόμενες μορένες τους.

Θέα προς το Έβερεστ 8848μ (ξέχιονη πυραμίδα στο κέντρο του ορίζοντα) από το Kala Pattar, μια δημοφιλή προκορυφή στα 5500 μέτρα, προορισμό για πολλούς πεζοπόρους. Στα δεξιά, η μυτερή κορυφή που μοιάζει ψηλότερη από όλες, είναι το Νούπτσε 7861μ (Nup-Tse στα Θιβετιανά σημαίνει Δυτική Κορυφή)

Άλλοι κίνδυνοι, αόρατοι όμως, έχουν να κάνουν με την υγεία των αθλητών και συνδέονται με το πόσιμο νερό, την τροφή, το υψόμετρο και φυσικά ασθένειες που συνδέονται με λοιμώξεις του αναπνευστικού (ιώσεις) λόγω ψύχους και κακής διαβίωσης γενικά. Βασικό στοιχείο της καλής λειτουργίας του γαστρεντερικού είναι η αποφυγή μόλυνσης από το νερό ή την τροφή, καθώς η εντερική χλωρίδα των δυτικών που επισκέπτονται τη χώρα του Νεπάλ δεν είναι εξοικειωμένη με τα λογής μικρόβια που ενδημούν στο Νεπάλ. Η ελλιπής διατροφή μπορεί και να εξοντώσει κυριολεκτικά κάποιον μετά από αρκετές ημέρες έντονης προσπάθειας, γι΄αυτό και απαιτείται μέτρο στην ένταση αλλά και η με κάθε τρόπο καθημερινή κάλυψη των θερμιδικών αναγκών τους ή έστω η διατήρηση ενός πολύ ήπιου ελλειματικού ισοζυγίου.

Τυπικό μονοπάτι της οροσειράς, πάνω από το όριο της βλάστησης, περίπου στα 4000 μέτρα υψόμετρο, στην περιοχή Khumbu

ΤΟ ΠΕΔΙΟ : Έχω ήδη αναφέρει πολλά για το πεδίο, το τερέν, για να γίνω πιο κατανοητός. Βασικό τερέν είναι τα μονοπάτια φυσικά, σπάνια κινείται κάποιος εντελώς εκτός μονοπατιού, όσο κακής ποιότητας κι αν είναι αυτά! Τα μονοπάτια στο Νεπάλ είναι όλα δουλεμένα, από αρκετά έως απόλυτα! Δύσκολα θα βρει κανείς τόσο κακό μονοπάτι που να θυμίζει κάτι από τα ελληνικά, καλά μονοπάτια, το κακό μονοπάτι στο Νεπάλ είναι πολύ πιο περπατημένο από το καλύτερο στην Ελλάδα.

Δεν είναι όλες οι διαδρομές καλά πατημένες στα βουνά του Νεπάλ! Κάποιες φορές χρειάζεται να περπατήσεις όχι απλά εκτός μονοπατιού αλλά στο χειρότερο δυνατό πεδίο, όπως εδώ, στη μορένα του παγετώνα Tilman, όπου το κάθε βήμα μπορεί να αποβεί μοιραίο!

Γενιές ανθρώπων που κατοικούν σε χωριά σκαρφαλωμένα σε χαμηλές ή ψηλότερες πλαγιές των βουνών στο Νεπάλ, έχουν διαμορφώσει απόλυτα τα μονοπάτια της οροσειράς, με αποτέλεσμα να υπάρχει ένα πεδίο που προσφέρει άνεση στον βηματισμό του πεζοπόρου. Ακόμα και σε βραχώδη εδάφη, τα μονοπάτια είναι καλά διαμορφωμένα, το έζησα ο ίδιος το 1996 και το 2000, που είχα βρεθεί και πάλι στα μέρη εκείνα. Υπάρχουν πολλά μονοπάτια με διαμορφωμένα πέτρινα σκαλοπάτια, όπου μπορεί να υπάρχουν πέτρες που λείπουν από το παζλ ή κακότεχνα τοποθετημένες, όμως ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις, το μονοπάτι σου δίνει μια αίσθηση σιγουριάς για τα επόμενα βήματά σου.

Το μεροκάματο του τρόμου, στα μονοπάτια της οροσειράς. Τιμή και δόξα στους βαστάζους του Νεπάλ

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί ξένοι που πεζοπορούν στο Νεπάλ, φορούν απλά αθλητικά παπούτσια τρεξίματος ή πεζοπορίας και όχι άρβυλα! Αναφορικά με τα παπούτσια για μια τέτοια προσπάθεια γενικά, υπάρχουν και άλλες πτυχές που πρέπει κάποιος να εξετάσει πριν πάρει την τελική του απόφαση για τον τύπο παπουτσιού που θα χρησιμοποιήσει, όπως τα περάσματα σε μεγάλα υψόμετρα, το χιόνι, η λάσπη και η ευστάθεια που προσφέρει ή δεν προσφέρει ο κάθε τύπος παπουτσιού. Πολλοί ντόπιοι πάντως, ειδικά βαστάζοι, κυκλοφορούν ακόμα και ξυπόλυτοι (!) σε χαμηλότερα υψόμετρα, και από ανέχεια σε αρκετές περιπτώσεις αλλά και για να έχουν καλύτερη πρόσφυση στο έδαφος, όντας φορτωμένοι με πολλά κιλά στην πλάτη. Τα μονοπάτια του Νεπάλ, κυκλοφορούνται από ανθρώπους ή ζώα σχεδόν όλο το χρόνο, αφού μόνο οι οικισμοί μεγάλου υψομέτρου ερημώνουν το χειμώνα και αφήνουν κλειστά τα μονοπάτια για μερικούς μήνες.

Παράλληλα, υπάρχουν και οι δρόμοι -αναφέρθηκα ήδη σε αυτούς- που έχουν πλέον παρεισφρήσει στο δίκτυο του Great Himalaya Trail, καταλαμβάνοντας σε αρκετές περιοχές τη θέση των μονοπατιών. Ο κίνδυνος να χαθεί κανείς πεζοπορώντας για κάποια απόσταση σε χωματόδρομο δεν είναι ανπαρκτος, όμως εντοπίζοντας εδώ την προσοχή μας στο πεδίο, είναι ευνόητο πως η κίνηση σε δρόμους είναι ξεκούραστη και χωρίς κινδύνους αλλά βαρετή και κουραστική ψυχολογικά. Σχεδόν όλοι οι δρόμοι που περιλαμβάνονται πια στη διαδρομή του GHR, είναι χωμάτινοι και με πολλή σκόνη στις στεγνές περιόδους του χρόνου. Πολλοί δε από αυτούς, εξαιτίας της αραιής κυκλοφορίας τους από τροχοφόρα καταλήγουν να γίνουν «μονοπατόδρομοι», αμαξητοί μεν αλλά με μονό ίχνος καθώς κυκλοφορούν σταθερά μόνο άνθρωποι και ζώα, σε μονή γραμμή, σαν μονοπάτι μέσα σε δρόμο.

Λεπτομέρεια χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας του Νεπάλ, σε κλίμακα 1:50.000. Ότι πιο αξιόπιστο υπάρχει όσον αφορά τις γεωφυσικές λεπτομέρειες. Η συγκεκριμένη περιοχή βρίσκεται στο Khumbu και απεικονίζει τον παγετώνα Ngozumba και την διάσημη λίμνη του Dudh Pokhari (Gokyo).

ΟΙ ΑΘΛΗΤΕΣ (PELOTON) : Δεν θα μπορούσα να ολοκληρώσω μια εκτενή παρουσίαση ενός τέτοιου αγώνα, χωρίς να αναφερθώ έστω και τηλεγραφικά στους ανθρώπους που αποφάσισαν να δοκιμάσουν τους εαυτούς τους σε μια τόσο σοβαρή δοκιμασία. Πέρα από την Ασημίνα, ελάχιστα γνωρίζω για τους υπόλοιπους. Περισσότερα προσπάθησα να μάθω από τα αγωνιστικά τους βιογραφικά στην ITRA, παρά με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, εκτός ίσως της κοινωνικής δικτύωσης, που μπορεί να δώσει μια εικόνα τους για το παρόν.

Εξαίρεση αποτελεί φυσικά ο Bruno Poirier, διευθυντής του αγώνα που όμως θα αγωνιστεί και ο ίδιος, όπως συνηθίζει εξάλλου! Ο Bruno έχει ένα αρκετά πλούσιο βιογραφικό στο σχετικά μακρινό παρελθόν, με πολύ καλό επίπεδο και επιδόσεις, ειδικά στο UTMB, από το οποίο δεν έχει απουσιάσει ποτέ από καταβολής του! Συνεχής και η παρουσία του στους αγώνες που ο ίδιος διοργανώνει στο Νεπάλ από τις αρχές του 2000 (Annapurna Mandala, Himal Race κλπ). Αγωνίστηκε και το 2017 στο παρθενικό GHR.

Μια ακόμα αξιοσημείωτη παρουσία είναι εκείνη του Ελβετού Jules-Henri Gabioud, ο οποίος στο μακρινό 2011 μόλις στα 24 του είχε αναδειχτεί νικητής στο Tor des Geants! Επίσης, αξιομνημόνευτη και η συμμετοχή του 26χρονου Γάλλου Fleury Roux, του νεότερου αθλητή του αγώνα μας, ο οποίος κατέλαβε την 3η θέση του βάθρου στο MCC (UTMB) to 2023 και έχει πολλές ακόμα διακρίσεις σε μικρού μεγέθους αγώνες βουνού στην Ευρώπη.
Κλείνοντας την ονομαστική παρουσίαση αθλητών, θα σταματούσα στον 55χρονο Vincent Minier από τη Γαλλία, ο οποίος μαζί με τον Bruno είναι ο μοναδικός αθλητής που συμμετείχε και στον αγώνα του 2017.

Η Ασημίνα Ιγγλέζου στο Tor des Geants του 2022

Η ελληνική συμμετοχή έχει να κάνει με μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία του ελληνικού ultra-trail, την Ασημίνα Ιγγλέζου! Ιδιαίτερη, γιατί ανελίχθηκε στα ultra μέσα σε ελάχιστα χρόνια, αν υπολογίσουμε τον μέσο αντίστοιχο χρόνο των αθλητών εκεί. Ξεκίνησε μόλις πριν 10 χρόνια να τρέχει στα βουνά και σήμερα έχει αγωνιστεί σε μερικούς από τους πιο μεγάλους και ακραίους ultra στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Φυσικά ξεχωρίζουν οι τρεις της τερματισμοί στο Tor des Geants (η μοναδική Ελληνίδα αλλά και Έλληνας αθλητής γενικά με τρεις τερματισμούς εκεί), όπως και η διάσχισή της των 500 χιλιομέτρων στην Πίνδο το 2018. Η Ασημίνα σχεδίαζε έναν αγώνα στα Ιμαλάια από το 2019 ακόμα, τώρα όμως στάθηκε εφικτό να διοργανωθεί το GHR, στο οποίο και με ενθουσιασμό δήλωσε συμμετοχή.

Τέλος, στον αγώνα συμμετέχουν 3 Νεπαλέζοι αθλητές, ο ένας εκ των οποίων, ο Sunuwar Upendra, θα παίζει τον ρόλο του προπομπού καθημερινά, προκειμένου να φτάνει στον τερματισμό πρώτος και να φροντίζει για τη χρονομέτρηση όλων που θα ακολουθήσουν, όπως και για τη ρύθμιση ζητημάτων διαμονής και διατροφής της ομάδας. Εκτός των καθηκόντων του, είναι και ο «σύνδεσμος-συνοδός» που απαιτείται τυπικά από τη νέα νομοθεσία του Νεπάλ περί συνοδών. Ένας ακόμα Νεπαλέζος αθλητής θα παίξει το ρόλο της σκούπας, ακολουθώντας πάντα τον τελευταίο αθλητή, ή μάλλον συνοδεύοντάς τον! Ο μέσος όρος ηλικίας των αθλητών του φετινού αγώνα φτάνει τα 46 χρόνια, με 3 γυναίκες και 20 άνδρες σε σύνολο 23 συμμετοχών, ενώ εκπροσωπούνται 10 χώρες.

Τυπικό μονοπάτι στους λόφους, με ένα τσόρτεν ή στούπα (chorten / stupa) ψηλά, πάνω στο διάσελο. Τα τσόρτεν-στούπα είναι κατασκευές πίστης του βουδιστικού δόγματος, υποδηλώνουν την παρουσία του Βούδα και βρίσκονται πάντα κατά μήκος των μονοπατιών, προσφέροντας ευλογία στους πιστούς

Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ : Ο τερματισμός στο GHR μοιάζει με ένα απίστευτα μακρινό προορισμό και δεν υπάρχει λόγος κάποιος να ξοδέψει τα αποθέματά του μέσα στις πρώτες 4-5 ημέρες. Η λογική πως ένας αγώνας είναι αδιανόητο να διαρκέσει δύο μήνες, είναι προφανώς αυταπάτη, αφού τόσο θα διαρκέσει. Αρκεί κανείς να το εμπεδώσει μέσα του, αυτό είναι το ζητούμενο, αλλιώς φυσικά και όλοι γνωρίζουν ότι η αποστολή θα κρατήσει 53 ατέλειωτες ημέρες. Είναι η άρνηση να συμβιβαστεί κάποιος με την ιδέα και όχι μια ηθελημένη, επιπόλαιη τακτική που θα τον οδηγήσει πολύ πιο νωρίς στα όριά του. Κι επειδή η ψυχολογία μπορεί να είναι ο πιο σημαντικός σύμμαχος αλλά και ο πιο ανελέητος εχθρός, οφείλουν όλοι να λειτουργούν συνετά.

 

To Garmin InReach Mini-2, το δημοφιλέστερο tracker παγκόσμια, θα δείχνει και τη δική μας πορεία στο Great Himal Race και η πλατφόρμα θα είναι ανοιχτή στον καθένα για να μπορεί να παρακολουθεί την εξέλιξη της πορείας της Ασημίνας σε ζωντανό χρόνο

TRACKING GHR: Είναι λογικό να υπάρχει μια πρόνοια από πλευράς διοργάνωσης, να παρακολουθεί την πορεία των αθλητών στη διάρκεια αυτών των δύο μηνών, έστω και αν κάθε τέλος ημέρας όλοι οι αθλητές θα συγκεντρώνονται όλοι μαζί. Ως κανονισμός λοιπόν, υπάρχει η υποχρεωτική χρήση GPS tracker, ενός πομπού δηλαδή που θα στέλνει συνεχώς το σήμα του αθλητή. Με αυτόν τον τρόπο θα είναι σε θέση και να ανιχνεύει τη σωστή ή λάθος πορεία του καθενός ξεχωριστά. Παράλληλα, ο κάθε αθλητής σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης θα μπορεί να ζητήσει βοήθεια με το απλό πάτημα του SOS κουμπιού, με το οποίο είναι εφοδιασμένες όλες αυτές οι συσκευές. Αυτό το ίχνος θα είναι ενεργό σε όλη τη διάρκεια της κάθε ημέρας (τη νύχτα θα κλείνει για λόγους εξοικονόμησης ενέργειας) και θα είναι ορατό στον καθένα που θα ήθελε να παρακολουθήσει με αυτόν τον ζωντανό τρόπο την εξέλιξη της πορείας της Ασημίνας και του αγώνα γενικότερα. Ο σύνδεσμος (link) είναι ήδη διαθέσιμος στην πλατφόρμα Explore της Garmin, όμως θα κοινοποιηθεί τις τελευταίες ημέρες, μια και για την ώρα πραγματοποιούνται δοκιμές της λειτουργίας της. Ψυχολογικά είναι σημαντικό να υπάρχει μια έμμεση υποστήριξη φίλων της Ασημίνας μέσα από την παρακολούθηση της πορείας της, οι δύο μήνες είναι πολλοί για να μην νιώθει την με κάποιο τρόπο παρουσία αγαπημένων προσώπων από την Ελλάδα.

Κορυφές και παγετώνες στο δυτικό Νεπάλ

ΕΝΑΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Κλείνοντας αυτό το εκτενέστατο -εξαντλητικό μάλλον- αφιέρωμα στο Great Himal Race, θα ήθελα να ευχαριστήσω όσους καταφέρατε να φτάσετε μέχρι τον επίλογό του και να αναφέρω πως ο τίτλος του “κάρμα της περιπέτειας”, είναι η σύνοψη δυο βασικών στοιχείων του εγχειρήματος, περιλαμβάνοντας την ουσία και το πνεύμα του! Ουσία είναι η περιπέτεια -πολύ περισσότερο από ένας αγώνας αντοχής- και το κάρμα είναι το πνεύμα του, η τύχη δηλαδή που θα έχει η προσπάθεια των αθλητών σε αυτό το εγχείρημα. Οι καλές ή οι κακές πράξεις ενός ανθρώπου, σύμφωνα με τον ινδουϊσμό και τον βουδδισμό, καθορίζουν την τύχη του στην παραπέρα ζωή του. Ίσως για το εγχείρημα που ξεκινά στα Ιμαλάια, η θρησκευτική αντίληψη των ανθρώπων εκεί για τη ζωή και την τύχη του καθενός να ταιριάζει απόλυτα, μια και η πραγματική περιπέτεια όπως ορίζεται η έννοιά της, έχει πάντα μια αβέβαιη κατάληξη. Αν δεχτούμε πως το GHR είναι περισσότερο μια περιπέτεια παρά ένας αγώνας, τότε το κάρμα εκτός από μια πράξη εσωτερικότητας, αποτελεί και την επιβεβαίωση του αβέβαιου, που πάντα κυριαρχούσε στις τολμηρές αναζητήσεις των ανθρώπων, στις περιπέτειές τους.

 

Αθλητές ενάντιοι στην εμπορευματοποίηση του ορεινού τρεξίματος

Αυτές τις μέρες είδε το φως της δημοσιότητας μια εξέλιξη στο διεθνές ορεινό τρέξιμο, που καταδεικνύει την πορεία εμπορευματοποίησης που έχει πάρει εδώ και χρόνια το άθλημα. Στο Whistler του δυτικού Καναδά, εδώ και χρόνια υπάρχει μια διοργάνωση, η WAM, με επικεφαλής έναν άνθρωπο του αθλήματος, αθλητής ο ίδιος ο Gary Robbins, που δίνει ζωή στην τοπική κοινωνία της Πολιτείας της British Columbia αλλά και στην κοινότητα των αθλητών της ευρύτερης περιοχής, Καναδά και ΗΠΑ.

Με υπόγειες διαδικασίες (άρνηση αδειοδότησης από την αρμόδια “Υπηρεσία”), ο οργανισμός “Ironman-UTMB” πέταξε στην άκρη τον Robbins και δημιουργεί στην ίδια ακριβώς περιοχή δικό του αγώνα, με διευθυντή στέλεχος του Ironman! Τυχαίο? Καθόλου! Το χρήμα κυβερνά, δεν είναι ψέμα. Νόμιμο? Ναι! Ηθικό? Φυσικά και όχι! H Vail Resorts, η οποία είναι επίσης μια επιχείρηση που λειτουργεί με τους κανόνες του κέρδους, αδειοδοτεί αθλητικά γεγονότα που πραγματοποιούνται στις περιοχές που δραστηριοποιείται (σε ΗΠΑ και Καναδά δεν είναι πάντα το Κράτος αρμόδιο για τέτοια θέματα), άρα αυτή καθόριζε τις προδιαγραφές και αδειοδοτούσε τους αγώνες του Robbins μέχρι σήμερα αλλά όχι πλέον από εδώ και πέρα! Το χρήμα της Ironman ήταν απείρως περισσότερο από εκείνο που μπορούσε να καταβάλει ο ονειροπόλος Robbins.

Η Ellie Greenwood, μια αθλήτρια-σύμβολο στα αμερικάνικα ultra, υπογράφει το παρακάτω κείμενο-κόλαφο για τους κονκισταδόρες του αθλήματος, οι οποίοι με δόλιο τρόπο πετάνε στο χαντάκι την ιστορία, χάριν του κέρδους βεβαίως, τι άλλο? Πρόκειται για επιχείρηση (business) που λειτουργεί με όρους αγοράς και αποκομίζει κέρδος από τη δραστηριότητά της.

Επειδή όταν βλέπεις την αρκούδα στην αυλή του γείτονα, πρέπει να την περιμένεις και στη δική σου, ας κάνουμε κάποιες πρώτες σκέψεις εδώ, στην «πτωχή πλην τίμια» Ελλάδα μας. Προς τα πού θα κάνουμε όταν πηδήξει το φράχτη η αρκούδα?

Από το κείμενο της Greenwwod κρατώ τη φωτογραφία που επέλεξε η ίδια να το συνοδεύσει, όπου ο μοιραίος διευθυντής αγώνα, Robbins, την υποδέχεται στη γραμμή τερματισμού. Επειδή διετέλεσα κι εγώ “καπετάνιος”, θέλω να επισημάνω πως ο καλός ο καπετάνιος την ώρα της φουρτούνας (τερματισμών) μένει στο τιμόνι, δεν αφήνει τους ναύτες στο πόδι του! Είναι η υπέρτατη τιμή στο κάτω-κάτω για τους αθλητές που τερματίζουν, από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο! Αφιερωμένη η φωτογραφία σε όσους πιστεύουν το αντίθετο…

 


ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ELLIE GREENWOOD

Το άθλημά μας βρίσκεται σε σταυροδρόμι και ήρθε η ώρα να αποφασίσετε πώς θέλετε να είναι το άθλημά μας αλλά και η κοινότητά μας!

Μπορεί να έχετε δει την ανακοίνωση σήμερα ότι το UTMB (που ανήκει εν μέρει στο Ironman) θα φιλοξενήσει έναν αγώνα trail στο Whistler τον επόμενο Σεπτέμβριο. Ουάου, αυτό ακούγεται μάλλον σαν το “Whistler Alpine Meadows” (WAM), το οποίο μια μικρή τοπική εταιρεία, η “Coast Mountain Trail Running”, ίδρυσε και προσπάθησε να φιλοξενήσει για πολλά χρόνια … μέχρι το 2023 όταν η Whistler (ιδιοκτησία της Vail Resorts) έκανε τη διαδικασία αδειοδότησης τόσο αδύνατη, ώστε αναγκάστηκαν να ακυρώσουν οριστικά το WAM. Λοιπόν εντάξει, σπρώξτε με τα λεφτά σας και τους εταιρικούς τρόπους για να πετάξετε κυνικά στην άκρη τη δουλειά μιας ανεξάρτητης τοπικής εταιρείας. Ο διευθυντής αγώνων του «νέου» αγώνα εργάζεται για την “Ironman Canada”.

Το καταλαβαίνω, το UTMB στο Chamonix φαίνεται υπέροχο και πρέπει να πάρετε «πέτρες» (stones) από έναν από τους αγώνες για να συμμετάσχετε εκεί. Αλλά σκεφτείτε, εάν θέλετε πραγματικά να τρέξετε στο UTMB τόσο πολύ, ώστε να επιδοκιμάζετε στο τέλος αυτό το είδος συμπεριφοράς. Πηγαίνετε λοιπόν και τρέξτε τη διαδρομή του UTMB μόνοι σας ή σε ένα πολυήμερο ταξίδι με οδηγό. Καλό, πηγαίνετε να τρέξετε στο “Ultra Tour Monta Rosa” έναν αγώνα εκτός κύκλου UTMB, που είναι ακόμα πιο σκληρός με ακόμα γραφικότερη διαδρομή (με διευθύντρια αγώνα ανεξάρτητη, την Lizzy Hawker) στις Ελβετικές Άλπεις. Ή περιμένετε την ανακοίνωση ενός νέου αγώνα της περιοχής Metro Van του Σεπτεμβρίου που θα φιλοξενήσει ο Gary Robbins και το CMTR – η κοινότητα των μονοπατιών μας θα προσφέρει εθελοντικά εκεί, όχι στην εκδήλωση UTMB (καλή τύχη ας έχουν εκεί και ας βρουν εθελοντές).

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣE ΑΓΩΝΕΣ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΠΙΛΕΞΕΤΕ ΣΕ ΠΟΙΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΠΑΕΙ ΤΟ ΑΘΛΗΜΑ ΜΑΣ.

Ας μην εκφοβιστούμε εμείς οι δρομείς από το UTMB, δεν καθοδηγούν αυτοί το καράβι μας. Τα χρήματα μιλάνε και δεν θα ξοδέψω ούτε μια δεκάρα ή καθόλου από τον χρόνο μου με το UTMB. Σας ενθαρρύνω να σκεφτείτε πού θα πάνε τα χρήματά σας και ο χρόνος σας.
Διάλεξα αυτή τη φωτογραφία από το WAM 25, για να συνοδέψει το κείμενό μου. Ήμουν διαλυμένη και δεν έπρεπε να αγωνιστώ. Όταν έφτασα στον τερματισμό ήμουν ένα ασυνάρτητο, σπασμωδικό, αναστατωμένο χάλι. Εκεί με περίμενε ένας διευθυντής αγώνα (RD) που νοιαζόταν. Ένας RD που ναι, διευθύνει μια επιχείρηση (οι RD θα πρέπει να μπορούν να ζουν) αλλά βάζει τους δρομείς του, τις κοινότητές του και τα μονοπάτια που λειτουργούν μπροστά και στο κέντρο. Αυτό θέλω να παραμείνει το άθλημά μας.


 

Διαβάστε το επεξηγηματικό άρθρο του Gary Robbins, που αφορά την υπόθεση, εδώ

2023 Barkley Marathons Documentary

Η χρονιά του 2023 για το Barkley Marathons είναι σίγουρα ξεχωριστή, μια και ήταν τρεις οι αθλητές που κατάφεραν να περάσουν τη γραμμή του τερματισμού μέσα στο όριο των 60 ωρών! Είναι η δεύτερη φορά (πρώτη το 2012) που συμβαίνει κάτι τέτοιο στην 34χρονη ιστορία του σκληρότερου αγώνα ανθρώπινης αντοχής στον κόσμο, αν υπολογίσουμε πως σε αυτά τα 34 χρόνια, μόλις 17 είναι οι αθλητές που κατάφεραν 21 τερματισμούς στο σύνολο! Στο documentary που παρακολουθούμε, κεντρικό πρόσωπο είναι ο πολύπειρος Αμερικανός Joe McConaughy, ο οποίος βρίσκεται στο Barkley για πρώτη του φορά και δοκιμάζει τις δυνάμεις του, καταφέρνοντας όμως στο τέλος μόνο τους τέσσερις από τους πέντε γύρους του αγώνα. Ο φακός ωστόσο, ασχολείται και με όλους τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές, τους Aurélien Sanchez, John Kelly, Karel Sabbe, Damian Hall, Jared Campbell και την Jasmin Paris, η οποία έγινε η πρώτη γυναίκα στην ιστορία του Barkley που συμπλήρωσε 4 κύκλους πριν εγκαταλείψει.

Nόμος απαγορεύει τη μοναχική πεζοπορία στο Νεπάλ!

Το Νεπάλ είναι ο πλέον διάσημος ορειβατικός προορισμός παγκόσμια, εδώ και έναν αιώνα τουλάχιστον ελέω Έβερεστ, της αποκαλούμενης και «Στέγης του Κόσμου». Ήταν η δεκαετία του 1920, όταν το απομονωμένο Νεπάλ άνοιξε τις πύλες του στους Βρετανούς ορειβάτες, που επιχείρησαν να σκαρφαλώσουν εκεί, δημιουργώντας τους θρύλους των μετέπειτα χρόνων. Η παγκόσμια προσοχή στάθηκε εκεί το 1953 όταν οι πρώτοι ορειβάτες πάτησαν στην κορυφή των 8848 μέτρων και το κύμα δημοσιότητας δεν σταμάτησε ποτέ έκτοτε, μαγνητίζοντας παράλληλα πολλούς κοινούς θνητούς, που αποφάσισαν να ζήσουν τις δικές τους μικρές περιπέτειες στην οροσειρά.

Σήμερα, το Νεπάλ αποτελεί (ακόμα τουλάχιστον) τον υπ’ αριθμόν ένα πεζοπορικό προορισμό,  χάρη στην ακαταμάχητη εικόνα που προσφέρει η οροσειρά των Ιμαλαΐων αλλά και η γενικότερη εικόνα της περιοχής και των ανθρώπων της, που διακινείται μέσα από εικόνες και κείμενα, δεκαετίες τώρα. Με λίγα λόγια, το Νεπάλ είναι η «Μέκκα» της παγκόσμιας ορεινής πεζοπορίας, μια εικόνα όμως της οποίας τα θεμέλια άρχισαν να τρίζουν πρόσφατα, εξαιτίας των εξελίξεων στη χώρα, οι οποίες συνδέονται με την ελεύθερη κυκλοφορία των trekkers (πεζοπόρων) στους πρόποδες της εμβληματικής οροσειράς. ΝΑ σημειωθεί πως το 2022 μόνο, περισσότεροι από 300 χιλιάδες τουρίστες από τις πέντε ηπείρους, επισκέφθηκαν τη χώρα για να απολαύσουν την πεζοπορία με θέα τις χιονισμένες μεγάλες κορυφές.

Η ιστορία που έφερε αναταράξεις στο παγκόσμιο κίνημα των ανεξάρτητων ορεινών πεζοπόρων, είναι η απόφαση της Νεπαλέζικης κυβέρνησης να επιβάλει το πρωτοφανές παγκόσμια μέτρο του «ένας οδηγός για κάθε πεζοπόρο», με απλά λόγια απαγορεύεται από τούδε και στο εξής η μοναχική πεζοπορία (solo trekking)! Πρόκειται για κάτι όχι μόνο πρωτοφανές αλλά και ανήκουστο, ένα μέτρο που αντιβαίνει τις κοινά αποδεκτές αρχές της μετακίνησης πολιτών για λόγους αναψυχής! Όπως είναι φυσικό, η απόφαση αυτή προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο και όχι μόνο. Ακόμα και στο εσωτερικό της χώρας υπήρξαν αντιδράσεις από παράγοντες του τουρισμού, αντιδράσεις που τείνουν να γίνουν αντιστάσεις, έως και ανταρσίες σε ένα αμφιλεγόμενο μέτρο, που πρωτίστως, όπως τουλάχιστον δηλώνουν οι εμπνευστές του, συνδέεται κυρίως με την ασφάλεια των ξένων πεζοπόρων, που κατακλύζουν τη χώρα κάθε χρόνο.

Τι ακριβώς όμως συμβαίνει στη μακρινή «Μέκκα» του ορεινού τουρισμού;

Το μέχρι πρότινος (2006) μικροσκοπικό βασίλειο, που συμπιέζεται πολιτικά από τους δύο γίγαντες γείτονές του, την Κίνα και την Ινδία, με τα αντικρουόμενα γεωπολιτικά συμφέροντα, έγινε όχι αναίμακτα είναι η αλήθεια, μια αμφιλεγόμενη ομόσπονδη δημοκρατία, που προσπαθεί να βρει το βηματισμό της σε ένα περιβάλλον αναπτυσσόμενης οικονομίας. Το Νεπάλ είναι μια φτωχή ασιατική χώρα, χωρίς ιδιαίτερους φυσικούς πόρους και με μια εκρηκτική πληθυσμιακή μεγέθυνση. Στο μέγεθος της Ελλάδας σαν έκταση αλλά με τριπλάσιο πληθυσμό και με κατά κεφαλήν ΑΕΠ στο ένα δέκατο του ελληνικού, τα πράγματα στο Νεπάλ δεν είναι ιδιαίτερα αισιόδοξα για το άμεσο μέλλον. Ο τουρισμός προσφέρει το 10% του συνολικού ΑΕΠ της χώρας και οι αποκαλούμενοι «δυτικοί» τουρίστες ξεπερνούν πλέον το ένα εκατομμύριο κάθε χρόνο. Οι πεζοπόροι έχουν ένα μερίδιο 30% στο σύνολο των τουριστών ετήσια και αυτό είναι ένα στοιχείο-κλειδί στην υπόθεση.

Όπως θα ανέμενε κανείς, με αυτά τα μεγέθη στον τουρισμό και με την παράδοση στην ορειβασία, το Νεπάλ έχει αναπτύξει μια αντίστοιχη τουριστική βιομηχανία, σε κάθε επίπεδο: guiding, φιλοξενία, φεστιβάλ, outdoors σε ποτάμια και αέρα, μετακινήσεις, εστίαση και οτιδήποτε άλλο συνδέεται με το τουριστικό κύκλωμα. Χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις επιβιώνουν χάρη στο πλήθος των τουριστών αφενός αλλά και χάρη στην αγοραστική αξία του συναλλάγματος των επισκεπτών της χώρας. Αυτό το τελευταίο, το χάσμα της συναλλακτικής δύναμης του δολαρίου και του ευρώ, όπως και των υπόλοιπων νομισμάτων σε σχέση με τη νεπαλέζικη ρουπία, δεν δημιούργησε μόνο προνομιακές συνθήκες για τους επισκέπτες της χώρας αλλά και έναν προβληματισμό στα κυβερνητικά κλιμάκια, για το πώς όλο αυτό μπορεί να αξιοποιηθεί προς όφελος τελικά της οικονομίας, εθνικής αλλά και ιδιωτικής.

Η Ομοσπονδία των Πρακτόρων Πεζοπορίας του Νεπάλ (Trekking Agencies Association of Nepal, TAAN) προσπαθεί από το 2012 ακόμα, να πείσει την κυβέρνηση της χώρας, να υιοθετήσει το δόγμα «ένας οδηγός για κάθε ένα πεζοπόρο». Κάτι τέτοιο θα εξασφάλιζε εργασία σε επιπλέον 40.000 Νεπαλέζους, όπως εκτιμά ο πρόεδρος της ΤΑΑΝ, Nilhari Bastola. Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του στην εφημερίδα Kathmandu Post, o κ. Bastola δήλωσε πως «δεν θα εξασφαλίσει μόνο θέσεις εργασίας το μέτρο που τελικά υιοθετήθηκε από την κυβέρνηση της χώρας του αλλά θα αυξήσει και την ασφάλεια των πεζοπόρων» στα μονοπάτια της οροσειράς. Το σκεπτικό της TAAN είναι ότι οι ντόπιοι γνωρίζουν καλά την περιοχή, τις συνθήκες, τη γλώσσα, την κουλτούρα του πληθυσμού και έτσι μπορούν να διασφαλίσουν την ασφάλεια των πελατών τους. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΤΑΑΝ, η εφαρμογή του μέτρου θα επιβαρύνει έναν ξένο πεζοπόρο κατά $25 έως $50 την ημέρα, ποσά που για έναν δυτικό επισκέπτη είναι ασήμαντα, σε σχέση με τα οφέλη που μπορεί να έχει από την εφαρμογή του μέτρου.

Μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα, στις 9 Μαρτίου 2023, η κυβέρνηση της χώρας, ανακοίνωσε τελικά δια μέσου του Νεπαλέζικου Οργανισμού Τουρισμού (ΝΤΒ), την εφαρμογή του μέτρου αυτού, το οποίο θα είχε έναρξη εφαρμογής την 1η Απριλίου! Επρόκειτο για μια αιφνιδιαστική ανακοίνωση και ο σύντομος χρόνος έναρξης εφαρμογής της, δήλωνε μια σπουδή, μια βιασύνη που προκάλεσε πλήθος αρνητικών σχολιασμών διεθνώς, αφού κατέλαβε εξ απήνης χιλιάδες ξένους επισκέπτες που είχαν ήδη κλείσει το ταξίδι τους για την εαρινή περίοδο στο Νεπάλ. Και φυσικά, το μέτρο του «ένας οδηγός για κάθε έναν πεζοπόρο» αφορά μόνο τους ανεξάρτητους πεζοπόρους, όχι εκείνους των οργανωμένων γκρουπ, τα οποία κινούνται στην οροσειρά με τη βοήθεια των εκατοντάδων εταιρειών trekking και του προσωπικού τους, που εδρεύουν στο Κατμαντού, την Πόκαρα αλλά και σε πολλές ακόμα πόλεις στη χώρα.

Με κάθε επισημότητα και χωρίς να αφήνεται το παραμικρό περιθώριο αντίδρασης, στους επισκέπτες τουλάχιστον, ο ΝΤΒ καθόρισε το πλαίσιο λειτουργίας του νέου κανονισμού, ο οποίος αφορά όσους πεζοπορούν ή ποδηλατούν στο αχανές δίκτυο μονοπατιών του Νεπάλ. Ο κανονισμός ωστόσο, δεν αφορά τους μεμονωμένους τουρίστες που μετακινούνται με μηχανοκίνητα μέσα (αυτοκίνητα κυρίως) περιηγούμενους με αυτόν τον τρόπο την ύπαιθρο. Όπως δήλωσε ο διευθυντής του ΝΤΒ, Mani Raj Lamichhane, το μέτρο εφαρμόζεται για την ασφάλεια των πεζοπόρων και μόνο. Όπως ανέφερε, κάθε χρόνο χάνονται 10-15 ξένοι τουρίστες στη χώρα, κάτι που αποδίδεται στους φυσικούς κινδύνους που διατρέχει ένας πεζοπόρος που μετακινείται μόνος του στα μονοπάτια, κάτι που ωστόσο αμφισβητείται από πολλούς στο διάλογο που έχει ανοίξει.

Η διασφάλιση εφαρμογής του νέου αυτού κανονισμού τίθεται ήδη υπό αμφισβήτηση πάντως. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, μετά το πρώτο δεκαήμερο εφαρμογής του μέτρου, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ξεκίνησε και η υλοποίησή του! Η επίσημη πολιτεία, αναφέρει ότι σύντομα όλα θα είναι έτοιμα ενώ ανατροφοδότηση από το πεδίο, στην ύπαιθρο του Νεπάλ, αναφέρει το αντίθετο, τίποτα και πουθενά δεν εφαρμόζεται! Σύμφωνα με τον νέο κανονισμό του «ενός προς έναν», τα πολυάριθμα Σημεία Ελέγχου (Checkposts) που είναι εγκατεσπαρμένα στις προστατευόμενες ή απαγορευμένες περιοχές, δεν λειτουργούν και δεν υπάρχει κανένας έλεγχος! Να σημειωθεί ότι η κυβέρνηση μέσω του ΝΤΒ υποσχέθηκε το 20% του προστίμου των $80 στο προσωπικό των Σημείων Ελέγχου, για να δώσει κίνητρα εφαρμογής του μέτρου. Παράλληλα, στις εταιρείες αναψυχής που θα βρεθούν να έχουν πελάτες με μη δηλωμένο οδηγό στην κάρτα του πεζοπόρου (TIMS card) θα τους επιβάλλεται παρόμοιο πρόστιμο. Ωστόσο, πουθενά δεν αναφέρεται αν ο πεζοπόρος που θα καταβάλει ένα τέτοιο πρόστιμο, θα μπορεί να συνεχίσει την πορεία του ή θα απομακρύνεται δια της βίας από τη διαδρομή, κάτι που καθιστά ακόμα περισσότερο ομιχλώδες το τοπίο, που ήδη άρχισε να σκεπάζεται από σύννεφα αμφισβήτησης.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της περιοχής Khumbu, που φιλοξενεί το πολύβουο “Sagarmatha National Park” ή κοινώς την ευρύτερη περιοχή του όρους Έβερεστ και που αποτελεί τον δεύτερο δημοφιλέστρο πεζοπορικό προορισμό στον Νεπάλ. Η εκεί διοίκηση, ανεξάρτητη σύμφωνα με το Σύνταγμα της χώρας από το 2015 (Ομόσπονδη η δημοκρατία στο Νεπάλ), δεν συμφωνεί με το μέτρο και απειλεί την κυβέρνηση με δικαστικούς αγώνες, θεωρώντας καταχρηστική από πλευράς της την οριζόντια εφαρμογή του σε όλη την επικράτεια.

Στο μεταξύ, πολλοί δυτικοί ανεξάρτητοι πεζοπόροι, αυτοί που πλήττονται από το νέο μέτρο, αναζητούν διέξοδο στα σχέδιά τους, τα οποία εγκλωβίζονται σε μια αδιέξοδη λογική που δημιούργησε ο νέος αυτός και πρωτοφανής περιορισμός. Πολλοί επιλέγουν πλέον τα Ινδικά Ιμαλάια και το Κασμίρ, όπου δεν υφίστανται αυτοί οι σκληροί περιορισμοί, οι οποίοι δεν είναι και οι μόνοι μέχρι σήμερα στο Νεπάλ. Εδώ και χρόνια, υπάρχουν περιοχές που για να διασχίσει κάποιος θα πρέπει να συνοδεύεται από τον αποκαλούμενο “liaison officer”, έναν εντεταλμένο της κυβέρνησης, με το σκεπτικό ότι συγκεκριμένες περιοχές τελούν σε καθεστώς προστασίας, που μπορεί να κινδυνέψει από ανεξέλεγκτη συμπεριφορά των πεζοπόρων. Παράλληλα, υπάρχει ένας απίστευτος κατακερματισμός των δημοφιλών προορισμών πεζοπορίας, σε «προστατευόμενες», «απαγορευμένες», «περιορισμένες», απλά τεχνάσματα για επιπλέον έσοδα για το Κράτος, μέσω αδειών διέλευσης έναντι υψηλότερου αντιτίμου από το συνηθισμένο.

Αν η χαριστική βολή στην ανεξάρτητη πεζοπορία στο ορεινό Νεπάλ δοθεί από το μέτρο του «ενός προς έναν», το πρώτο χτύπημα έχει δοθεί από τα αμέτρητα χιλιόμετρα δρόμων που διανοίχτηκαν στην οροσειρά, ειδικά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, για να ενώσουν απομονωμένους οικισμούς μεταξύ τους. Το δίκτυο των δρόμων κατέστρεψε σε μεγάλο βαθμό το δίκτυο των μονοπατιών, αφαιρώντας τη μαγεία που αναζητούν οι πεζοπόροι, περιπλανώμενοι σε μεγάλες ορεινές εκτάσεις χωρίς δρόμους, ένα στοιχείο πολύ έντονο στην ύπαιθρο του Νεπάλ μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1990.

Τέλος, δεν θα πρέπει να αφήσουμε εκτός της κριτικής, το ζήτημα των μοναχικών διασχίσεων ταχύτητας (FKT) μέσα κυρίως από το «όχημα» του Great Himalaya Trail (GHT). To GHT είναι το μεγάλο μονοπάτι των 1300 χιλιομέτρων περίπου, που διασχίζει τη μακρόστενη χώρα από τη μία άκρη της στην άλλη, διατρέχοντας την οροσειρά μέσα από το αχανές δίκτυο των μονοπατιών της, από ανατολή σε δύση. Συρραφή διαφορετικών μονοπατιών σε μια νοητή γραμμή, το GHT αποτελεί δημιούργημα του Βρετανού Robin Boustead πίσω στο 2008. Ο Boustad ζώντας πολλά χρόνια στο Νεπάλ, εξερεύνησε τους πρόποδες της οροσειράς και συνέδεσε νοητά πολλά μονοπάτια μεταξύ τους, δημιουργώντας έτσι την ιδέα ενός μονοπατιού που διατρέχει όλη τη χώρα, μια ιδέα που τη βλέπουμε να έχει υλοποιηθεί και σε άλλες οροσειρές του κόσμου (Άλπεις, Πυρηναία, Απαλάχια, Βραχώδη).

Μάρτιος 2018 στο Great Himalaya Trail, Ryan Sandes και Ryno Griesel, σε διάσχιση ταχύτητας, που ολοκληρώθηκε σε 26 ημέρες. Τέτοιες μοναχικές αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προσπάθειες θα σταματήσουν με την εφαρμογή του νέου νόμου για την μοναχική πεζοπορία

Το GHT αποτέλεσε σημείο αναφοράς όλα αυτά τα χρόνια από τη δημιουργία του και μετά, οδηγώντας τους λάτρεις των FKTs (Fastest Known Time) σε απόπειρες γρήγορης διάσχισης και δημιούργησε μια βάση δεδομένων με όλες τις προσπάθειες αθλητικού χαρακτήρα εκεί, κάτι αντίστοιχο των υπόλοιπων μεγάλων διαδρομών του κόσμου. Με τις αλλαγές που προώθησε μόλις η κυβέρνηση του Νεπάλ, είναι προφανές ότι καθίσταται κενό γράμμα η μοναχική προσπάθεια ξένων αθλητών στο GHT, αφού πλέον δεν τους επιτρέπεται κάτι τέτοιο. Μόνο οι οργανωμένες μέσω πρακτορείων προσπάθειες θα έχουν κάποια τύχη, αφού μόνο τα πρακτορεία εξασφαλίζουν τη σχέση «ενός προς ένα» και λογοδοτούν στο Κράτος για τις ενέργειές τους, αφαιρούνται όμως τα βασικότερα στοιχεία αυτών των προσπαθειών, όπως η περιπέτεια και η μοναχικότητα. Απογυμνώνεται ξεκάθαρα η όποια διάσχιση (trek) από το βασικό συστατικό της, την περιπέτεια και υποβαθμίζεται σε ένα εμπορικό προϊόν, με όλα τα εχέγγυα μιας οργανωμένης εμπορικής αποστολής, ακόμα κι αν πρόκειται για μια πεζοπορική διάσχιση και όχι για μια ανάβαση σε κορυφή της οροσειράς, αφού οι κίνδυνοι και οι προκλήσεις δεν λείπουν από το GHT. Χαρακτηριστική η παρέμβαση του Boustead για το θέμα, αυτές τις μέρες (εδώ).

Πολλοί παράγοντες της εναλλακτικής τουριστικής αγοράς του Νεπάλ, κυρίως Δυτικοί που δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά εκεί, εξέφρασαν αυτό το διάστημα τις αντιρρήσεις και τον σκεπτικισμό τους για το μέτρο της απαγόρευσης της ατομικής πεζοπορίας στα μονοπάτια της οροσειράς. Οι δεύτερες σκέψεις, μοιραία οδηγούν στο πλήγμα που θα δεχτούν οι πολύ μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, τα περίφημα πανδοχεία (lodges) που βρίσκονται εγκατεσπαρμένα στην ύπαιθρο της χώρας και εξυπηρετούν οργανωμένους αλλά κυρίως μεμονωμένους και μη οργανωμένους trekkers. Σε μια δεύτερη ανάγνωση, το ρεύμα των ανεξάρτητων πεζοπόρων φαίνεται να προσπαθεί να βρει διέξοδο σε γειτονικές χώρες της οροσειράς (Ινδία, Μπουτάν) όπου δεν υφίστανται αυτοί οι πρωτοφανείς περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία των τουριστών στην ύπαιθρο του Νεπάλ.

Χάρτης του Great Himalaya Trail. Η διαδρομή χωρισμένη χρωματικά σε 10 τμήματα. Η συνεχόμενη γραμμή είναι η “ψηλή” (upper) και η διακεκομμένη είναι η “χαμηλή” (lower). Τελικά, μετά από αρκετά χρόνια συνύπαρξης και εξαιτίας της επέκτασης του οδικού δικτύου στην ύπαιθρο, η “Χαμηλή” καταργήθηκε και διατηρήθηκε μόνο η “Ψηλή”, η οποία προσφέρει και τις μεγαλύτερες συγκινήσεις στον πεζοπόρο, περνώντας από μεγάλα υψόμετρα και συναρπαστικά τοπία

Εν τέλει, η πρωτοβουλία της κυβέρνησης να ενδώσει στις μακροχρόνιες πιέσεις των τουριστικών πρακτόρων, ενδέχεται να εξελιχθεί σε μπούμερανγκ, που θα στραφεί εναντίον της απασχόλησης του ντόπιου πληθυσμού. Εδώ, δεν θα πρέπει να αγνοηθεί η ένσταση των σκεπτικιστών, οι οποίοι αντιτείνουν την ανεπάρκεια των περισσότερων ντόπιων που ήδη απασχολούνται μέσω πρακτορείων ως συνοδοί-οδηγοί ή βαστάζοι στις εταιρείες outdoors του Νεπάλ. Είναι ανεκπαίδευτοι, χωρίς δεξιότητες, γνώση ξένης γλώσσας αλλά και χωρίς δυνατότητα κοινωνικής επαφής με τους πελάτες των γκρουπ. Η ΤΑΑΝ (επιχειρηματίες τουρισμού) από την πλευρά της, υποστηρίζει πως η εφαρμογή του μέτρου, θα δώσει την ευκαιρία στο σύστημα, να εκπαιδεύσει περισσότερους ντόπιους, ώστε να ανταποκριθούν στις νέες ανάγκες. Ωστόσο, ελάχιστοι Δυτικοί πιστεύουν σε μια τέτοια εξέλιξη, αφού η απουσία υποδομών και οργάνωσης του ορεινού τουρισμού στο Νεπάλ δεν μπορεί να δημιουργήσει εχέγγυα υλοποίησης ενός τέτοιου οράματος.

Ως επίλογο στο ζήτημα, αξίζει να αναφερθεί ότι στο πρόσφατο παρελθόν η Νεπαλέζικη κυβέρνηση δια μέσου των φορέων του τουρισμού, υποσχέθηκε ή απαγόρευσε κι άλλα πράγματα, όπως η μετακίνηση του Everest Base Camp ή η απαγόρευση sharing φωτογραφικού και βίντεο υλικού ανάμεσα στους δυτικούς ορειβάτες της χώρας. Κανένα από τα δύο δεν υλοποιήθηκε τελικά και όπως όλα δείχνουν τις πρώτες ημέρες εφαρμογής της απαγόρευσης της «κατά μόνας» πεζοπορίας, μάλλον παρόμοια τύχη θα έχει. Δεν παύει ωστόσο να έχει σηκώσει ατελείωτη σκόνη διεθνώς,  σκόνη που όταν κατακαθίσει θα αποκαλύψει μάλλον ένα νέο τοπίο, που μόνο θετικό πρόσημο δεν θα έχει για το Νεπάλ. Οι απερίσκεπτες και βεβιασμένες αποφάσεις μιας ηγεσίας χωρίς εμπειρία στα οικονομικά του τουρισμού, προϊόν πίεσης επιχειρηματικών συμφερόντων, είναι αντίστοιχου αποτελέσματος με τους φορείς που τις παρήγαγαν.

Πηγές: Explorers Web, The Kathmandu Post, Nepal Tourism Board

My TOR 2022, Ο κύκλος των ψευδαισθήσεων > 4/4

GRESSONEY – VALTOURNENCHE (35km, +2700m, 10hrs): Κάτω από τα δυνατά φώτα της σάλας έκανα μερικά βήματα ακόμα μέχρι εκεί που κατάλαβα ότι κάποιοι μας καταχωρούν, η γραμματεία κάνει τη δουλειά της μέρα και νύχτα. Ευδιάθετοι όλοι τους της διοργάνωσης, εξάλλου ακόμα ήταν μόλις εννέα το βράδυ. Μου έδωσαν τον κίτρινο σάκο μου και έσυρα κάπως τα βήματά μου εκεί δίπλα σε έναν πάγκο. Μέχρι να πάρω τις πρώτες ανάσες, εμφανίστηκε ο Θανάσης μας. Είχε μόλις ξεπροβοδίσει την Βικτώρια και τον Δημήτρη, που είχαν πάρει πέντε λεπτά νωρίτερα την εκκίνησή τους στον αγώνα των 140 χιλιομέτρων. Με πατρικό ενδιαφέρον, κάθισε δίπλα μου στον πάγκο και με ρώτησε πώς είμαι. Ο Θωμάς είχε φύγει μία ώρα πριν φτάσω εγώ εκεί.