2. COGNE – DONNAS (46km, +1800m, 11hrs) : Kοίταξα προς το μέρος μιας ομάδας τριών εθελοντών μέσα στην τέντα. Ανταπέδωσαν με χαμόγελο στο “ciao ragazzi” μου, αντιλαμβανόμενοι από την προφορά ότι μάλλον δεν είμαι Ιταλός, αν και έκανα φιλότιμη προσπάθεια να τους παραπλανήσω. Άπλωσα το δεξί μου χέρι και ακούστηκε το μπιπ της επιβεβαίωσης. «Τι θα φάτε» με ρώτησαν και τους απάντησα ευγενικά ότι θα πάρω τον σάκο μου και θα ξανάρθω σε λίγο. Βγαίνοντας έξω, έπεσα πάνω στον Γιάννη τον Μπάγιο, που αγωνιζόταν στο “Glaciers”, τον μεγαλύτερο αγώνα της διοργάνωσης, αυτόν με τα 450 χιλιόμετρα. Αυτοί κι αν ήταν γίγαντες!
My TOR 2022, Ο κύκλος των ψευδαισθήσεων > 2/4
- VALGRISENCHE – COGNE (59km, +4500m, 15hrs)
Φεύγοντας από το σταθμό στις 10:35 ώρες ήμασταν 1:30 ολόκληρη ώρα μπροστά από τον προγραμματισμό! Ήταν ξεκάθαρο πως είχα υπερβάλλει όταν καθόριζα τα περάσματα, όμως η αλήθεια ήταν κάπου στη μέση, το είχαμε πάει αρκετά γρήγορα. Είχε σκοτεινιάσει πια για τα καλά! Η Ασημίνα δεν ξέραμε πόσο πίσω μας βρισκόταν, αποφασίσαμε όμως με το Θωμά να συνεχίσουμε παρέα, όσο μας πάει τουλάχιστον. Οι φίλοι μας που είχαν προθυμοποιηθεί να μας υποστηρίξουν στους κεντρικούς σταθμούς, o Θανάσης με την Νατάσα και τον Δημήτρη, ήταν στα κάγκελα απ’ έξω και μας χαιρέτησαν μόνο, μια και οι διοργανωτές δεν επέτρεψαν στο διαπιστευμένο προσωπικό υποστήριξης να μπει στο χώρο του σταθμού. Θα έμεναν να περιμένουν την Ασημίνα, που σίγουρα δεν ήταν πολύ πίσω μας. Φεύγοντας τους φώναξα «να κοιτάτε το live της διοργάνωσης, δεν ξέρω πότε θα φτάσουμε στο Κόνιε (ο επόμενος κεντρικός σταθμός στο Κ-110). Οι εικόνες πια χάθηκαν από τα μάτια μας, σκοτάδια μόνο και όσο ήμασταν στα όρια του χωριού, φώτα στο δρόμο και σε σπίτια. Σύντομα ξαναβρεθήκαμε στα μονοπάτια, σαν τα ψάρια που ξαναμπήκαν στο νερό. Και φυσικά τι άλλο, από ανήφορος…
Ο Θωμάς μου ζήτησε να μπω μπροστά και να δίνω εγώ το ρυθμό, το έκανα. Πιάσαμε σταθερό και έντονο βηματισμό και αραιά μόνο, βλέπαμε από κάποιο φως μπροστά μας. Τώρα πια είναι δύσκολο κάποιος να σε φτάσει έτσι εύκολα αλλά το ίδιο ίσχυε και για εμάς, δύσκολο να πιάσουμε κάποιον, ο ρυθμός είχε καθορίσει μέχρι εδώ και σαφείς αποστάσεις μεταξύ μας. Αν σε έφταναν γρήγορα αλλά και συχνά κάποιοι και σε προσπερνούσαν, κάτι δεν πήγαινε καλά με σένα, κανόνας! Μπροστά μας ένα φως που σταδιακά πλησιάζαμε. Σε μια στροφή πρόλαβα να δω 4ψήφιο νούμερο αγώνα στην πλάτη και όνομα με πολλά γράμματα. «Εσύ είσαι Ολιβιέρο?» έκανα μες στο σκοτάδι και μια καταφατική απάντηση ακούστηκε. Ήταν ο Μποζατέλι, που συναντήσαμε νωρίτερα στο σταθμό. Είχε πάρει εκκίνηση με το δεύτερο γκρουπ, δύο ώρες μετά από εμάς, άρα ήταν πρακτικά δύο ώρες μπροστά μας και όχι κάτι δευτερόλεπτα. «Αφού έχουμε το δικό σου ρυθμό, κάτι δεν κάνουμε καλά» του είπα και γέλασε. Πέρασε αρκετή ώρα ακόμα και ο Μποζατέλι χάθηκε μπροστά, δυστυχώς όμως εγκατέλειψε τον αγώνα κάπου στο 230, όπως έμαθα εκ των υστέρων.

Έχοντας παρέα το Θωμά ένιωσα καλύτερα, γιατί είχαμε «διαβάσει» μαζί αυτό το «μάθημα» και είχαμε γνώση της στρατηγικής. Κι ακόμα, ήμασταν φίλοι και μιλάγαμε την ίδια γλώσσα, άρα μπορούσαμε να μοιραστούμε κάποιες βαθύτερες σκέψεις ή προβλήματα που αντιμετωπίζαμε. Και στο τέλος, είχαμε κοινή πορεία πηγαίνοντας βήμα-βήμα, κάτι σημαντικό, αρκεί η δυναμικότητα των δύο να είναι παρόμοια. Ανάμεσα στα προβλήματα που εγώ άρχισα να αντιμετωπίζω, το πιο σημαντικό ήταν πως το (δανεικό) ρολόι μου ενώ θεωρητικά είχε διάρκεια μπαταρίας πάνω από 30 ώρες, στο πρώτο κιόλας 10ωρο είχε πέσει στο 35%, οπότε αναγκάστηκα να πάρω από το drop-bag μια μπαταρία (power-bank) και να τη συνδέσω ώστε να ξαναγεμίσει. Πρακτικά, έβγαλα το ρολόι από τον καρπό, το έβαλα σε πλαϊνό ιμάντα στο σακίδιο και λίγο πιο δίπλα την μπαταρία, με ένα καλώδιο φόρτισης. Δυστυχώς όμως, κάτι δεν πήγαινε καλά αλλά αυτό μπορούσε να το βλέπει μόνο ο Θωμάς, που κάθε τόσο του ζητούσα να ελέγξει την κατάσταση.

Ένα μικρό φως λίγο πιο μακριά μας σηματοδοτούσε σταθμό. Φτάσαμε σε μια φωτισμένη τέντα δίπλα από ένα σκοτεινό κτίριο. Το σκάνερ της εθελόντριας διάβασε τα περικάρπιά μας, βγάζοντας τον χαρακτηριστικό ήχο και ακουμπήσαμε δίπλα τα μπατόν, για να δούμε το τραπέζι. Λίγα πράγματα εκεί αλλά δεν χρειαζόμασταν και πολλά, έπρεπε όμως δύο ώρες μετά να φάμε οπωσδήποτε κάτι, αφού το μόνο φαγώσιμο που κουβαλούσα πάνω μου ήταν μία μπάρα, ένα τζελ και μια σακούλα ματζούνια, άρα τίποτα! Ήδη ξοδεύαμε θερμίδες και το ισοζύγιο είχε ξεκινήσει να γίνεται αρνητικό, άρα έπρεπε να αξιοποιούμε οτιδήποτε βρίσκαμε μπροστά μας, αν δεν το κάναμε, πριν το καταλάβουμε καλά-καλά θα ήταν πολύ αργά.
Ένας χαρακτηριστικός, γνωστός και απεχθής θόρυβος δίπλα από την τέντα και μες στο σκοτάδι, μαρτυρούσε πως κάποιος συναθλητής μας είχε σοβαρό στομαχικό πρόβλημα. Σκέφτηκα πώς είμαι τυχερός που νιώθω το δικό μου στομάχι μια χαρά και αρκετά άδειο μάλιστα. Τσέκαρα το καρούλι-σκονάκι και διαπίστωσα πως συνεχίζουμε να είμαστε μιάμιση ώρα μπροστά από τον προγραμματισμό. Βγάζω το γιλέκο στα σκαλιά παραδίπλα, κάτι δεν μου αρέσει τόσες ώρες στο σακίδιο που φοράω, πολύ ντελικάτο, θαρρείς ψεύτικο και μικρό, για μια σκληρή δοκιμασία όπως το TOR. Παιδεύτηκα να βγάλω ένα ρούχο από μέσα, έπρεπε να σκορπίσω τα πάντα έξω για να πάρω αυτό που ήθελα. Τσιγκουνεύτηκα τον κόπο μου να πάρω ένα μεγαλύτερο, λες και δεν κουβαλάω σαραντάκιλα στην πλάτη κάθε τόσο, τα 300 γραμμάρια παραπάνω πόσο θα με επιβάρυναν αλήθεια? Τέλος πάντων… Στριμώχνω ξανά φύρδην-μίγδην αυτά τα δείγματα περιεχομένου και περνάω το γιλέκο στην πλάτη. Ξαναμπαίνουμε στο σκοτάδι, έχοντας γεμίσει όσο μπορούμε με τροφή και αποθέματα νερού, ένα λίτρο και κάτι όλο κι όλο, μοιρασμένο σε δυο φλασκιά στο στήθος.
Η νύχτα μαλακή αλλά όσο κέρδιζες υψόμετρο τόσο ένιωθες εκείνη τη δυσάρεστη αίσθηση κρύου να ανατριχιάζει στιγμές το κορμί, τότε ξέρεις πως έχει έρθει η ώρα. Ο ουρανός φωτιζόταν από το φεγγάρι, που τρεις μέρες νωρίτερα είχε πανσέληνο. Σκληρή ανάβαση από εδώ και πάνω, προς το Col Fenetre στα 2840, άρα 500 υψομετρική σε 3 χιλιόμετρα. Νύχτα είναι, δεν βλέπεις τίποτα, άρα δεν σε αγχώνει κιόλας. Τα φωτάκια όλο και λιγόστευαν πάνω μας αλλά και κάτω μας, είχαμε σκορπίσει πια. Βήμα στο βήμα, με τον Θωμά στο κατόπι μου, φτάσαμε πιο ανώδυνα στο διάσελο και αντικρίσαμε τον γνωστό τύμβο. Παραδίπλα ένα μικρό αντίσκηνο με ανοιχτή την πόρτα του και δύο νεαροί μέσα στους υπνόσακους τους μισοξαπλωμένοι με φακούς στο κεφάλι, έγραφαν σε ένα τεφτέρι τα νούμερα όσων περνούσαμε από εκεί. Πολυτέλεια να ρωτήσω οτιδήποτε, πολυτέλεια και να βγάλω το κινητό μου μες στα σκοτάδια για να φωτογραφίσω, χαμένος χρόνος απλά. Βουτήξαμε με τον Θωμά στον κατήφορο και κατά τη συνήθειά μου, έβγαλα τους ιμάντες των μπατόν από τους καρπούς, για λόγους ασφάλειας σε περίπτωση πτώσης!

Μόλις ξεκινούσε ο πιο απότομος κατήφορος σε όλη τη διαδρομή του αγώνα! Χωμάτινο πεδίο αλλά πολύ μεγάλες κλίσεις και δυστυχώς υπήρχαν αρκετά καγκέλια στο μονοπάτι, κάτι που σήμαινε πως αν ο προηγούμενος έριχνε άθελά του μια πέτρα στον κατήφορο, κάποιοι μπροστά του κινδύνευαν θανάσιμα. Έριξα όλη μου την προσοχή στα σωστά πατήματα, για να αποφύγω κάποιο γλίστρημα, που θα μπορούσε να αποβεί ακόμα και μοιραίο. Εδώ είχε μπει μπροστά ο Θωμάς, οπότε είχα εκείνον ως σημείο αναφοράς. Όλος ο κόσμος μου είχε συγκεντρωθεί στο επόμενο βήμα και σε κάθε ύποπτο ήχο τριγύρω (πέτρα που κατρακυλά μες στο σκοτάδι). Ο συναγερμός κράτησε για αρκετή ώρα, κατεβαίναμε και οι κλίσεις συνέχιζαν έτσι, απότομες, οι συναθλητές μας όμως δεν έδειχναν να πτοούνται από τα γκρέμια. Όταν πια ηρέμησε όλο αυτό, αναλογίστηκα πως θα αντιμετώπιζε η διοργάνωση ένα ατύχημα μέσα στα σκοτάδια. Εξαιρετικά επίπονο το να ανακαλύψεις έναν αναίσθητο άνθρωπο σε μια πλαγιά με κλίση 50 και βάλε μοιρών. Έμεινα με την απορία, ευτυχώς για όλους μας!
Στα αριστερά μας ακουγόταν νερό να κυλά πέφτοντας σε βράχια αλλά χρειάστηκαν δύο χιλιόμετρα για να στραφεί το κατηφορικό μονοπάτι προς τα εκεί και να προσπεράσουμε το ορμητικό ρυάκι με τα (επικίνδυνα) παγωμένα νερά του. Το τέλος του συναγερμού σήμανε όταν αρχίσαμε να πλαγιοδρομούμε και λίγο μετά ένα καταπληκτικό θέαμα μας θύμισε ότι πάντα θα είμαστε κοντά στον πολιτισμό σε αυτόν τον αγώνα. Τετρακόσια μέτρα χαμηλότερα μπορούσες να δεις διάσπαρτα φώτα από κάποιο χωριό. Ήταν το Rhemes-Notre-Dame, ήρεμο στον ύπνο του. Κάπου εκεί μια καρδιά χτυπούσε για τους αθλητές του TOR, ένας σταθμός με ζέστη και φαγητό περίμενε όλους εμάς.

Ήταν μεσάνυχτα όταν πατήσαμε άσφαλτο και επίπεδο μέρος, στις παρυφές του χωριού. Τα κίτρινα σημαιάκια με το φθορίζον ύφασμα, μας έδειχναν το δρόμο. Μπροστά μας δύο συναθλητές και ξοπίσω τους εμείς, τρέχαμε στον έρημο δρόμο του χωριού. Ψυχή… Κάποια αναμμένα φώτα στο βάθος και ένα πανό έδειχναν το προφανές, αυτό που ψάχναμε. Σπρώξαμε μια πόρτα και βουτήξαμε στο μαγικό κόσμο του νυχτερινού σταθμού. Σκανάρισμα στον καρπό και στρίβουμε δεξιά για το εστιατόριο. Κοντοστέκομαι και γυρίζω πίσω στον άνθρωπο της γραμματείας: «πόσοι περάσαμε μέχρι τώρα?» «Cento quattordici». «Πόσοι?» με ρώτησε ο Θωμάς. «Εκατόν δεκατέσσερις» του απάντησα. Αν υπολογίσω ότι μπήκαμε στο μονοπάτι μετά την εκκίνηση περίπου στο 300, ανεβήκαμε αρκετές θέσεις ως εδώ. Και τι με αυτό όμως? Ο Γιενς το είχε πει εξάλλου, το ίδιο κι Φράνκο (Κολέ) παλιότερα, «πήγαινε πολύ αργά στην αρχή». Εντάξει, λεπτομέρειες… «Τι έχουμε εδώ λοιπόν?» Ωραίοι εθελοντές προσπαθούσαν να μας εξυπηρετήσουν, εμάς τους 7-8 που βρισκόμασταν μέσα στη μικρή αίθουσα. Κάποιοι έμοιαζαν με θαμώνες όχι με αθλητές, βάρυναν οι άνθρωποι, ήθελαν ξεκούραση μετά από 14 ώρες! Κάτι ζεστό χρειαζόμασταν κι εμείς. Ήπιαμε τσάι και ξαναήπιαμε, βάλσαμο! Τα μοναδικά τους αλλαντικά, παρότι βράδυ τα τίμησα και έσπευσα σε μια βρύση με συνεχή ροή «Πιες, είναι πεντακάθαρο, από το βουνό» μου είπε στα αγγλικά ο εθελοντής δίπλα από τη βρύση. Μερικές φωτογραφίες στην αίθουσα, τι όμορφα που είναι εδώ, δεν θες να φύγεις. «Λοιπόν, πάμε να φύγουμε, φτάνει» μου λέει ο Θωμάς. «Κάτσε μια στιγμή, να κάνω ανάρτηση στο FB και φύγαμε!».

Σπρώχνουμε μια άλλη πόρτα και βγαίνουμε έξω. Πριν κλείσει πίσω μας, ξαναμπαίνουμε μέσα, ψόφος, πω-πω!!! Βγάζω γάντια, άλλο μπουφάν όμως δεν είχα. Ξέρω ότι έχει αυτό το διαολεμένο κρύο γιατί είμαστε στον πάτο της κοιλάδας, μόλις ανηφορίσουμε λίγο θα σπάσει. Τρέμοντας κάναμε τα πρώτα μέτρα και χαθήκαμε στο σκοτάδι, ακολουθώντας τα σημαιάκια ή μάλλον τα αντανακλαστικά που ήταν πιασμένα στον ιστό από τα σημαιάκια. Πάμε ψυχωμένα για την επόμενη ανάβασή μας, την 4η στον αγώνα, το Col Entrelor στα 3002 μέτρα, το δεύτερο ψηλότερο διάσελο της διαδρομής. Έχουμε 1300 υψομετρική σε 6 χιλιόμετρα. Μια χαρά θα το καταφέρουμε. Μια χαρά…

Μάθαμε πια μετά από τόσα ανεβοκατεβάσματα! Ανεβαίνουμε στο διάσελο, κατεβαίνουμε στην κοιλάδα και ξανά στο επόμενο διάσελο και ξανά στην επόμενη κοιλάδα και πάει λέγοντας… Το προφίλ της διαδρομής του TOR είναι ένα πριόνι με σπασμένο το μεσαίο δόντι του να λείπει, αν αυτό μπορεί να αποδώσει το τι συμβαίνει εδώ. Πήραμε μια ανάσα κι αρχίσαμε το ανέβασμα για το Εν-τρελό-ρ (Entrelor). Στην καρδιά της νύχτας λοιπόν, με κάποια ξεχασμένα πια φώτα στο σκοτάδι, εύκολα μπορούσες να τα μετρήσεις αν ήθελες πόσους ακολουθείς και πόσοι φιλοδοξούν το ίδιο με σένα. Παρότι σκοτάδι, μπορούσα να αντιληφθώ πως κάποιοι που μας έφταναν ήταν οι ίδιοι τους οποίους περνούσαμε όταν σταματούσαν για λίγο, έβλεπα και τα νούμερα στις πλάτες. Εντύπωση μου είχε κάνει ένας αθλητής με μικρό αριθμό, το 17 ένας Ιρλανδός, που υποτίθεται πως λόγω δυναμικότητας θα έπρεπε να βρίσκεται πολύ πιο μπροστά από το να κινείται εδώ και ώρες μια πίσω και την άλλη μπροστά μας. Δεν μπορεί σκέφτηκα, αυτός ο 17 κάτι έχει, κάτι δεν πάει καλά με ετούτον, αυτός λογικά έχει βαθμολογία ITRA πάνω από 750. Για την ιστορία ο καλός μας συναθλητής, ο Ιρλανδός Brian Mullins, κατάφερε και τερμάτισε σε 103 ώρες και είχε όντως ψηλή βαθμολογία, όμως οι αγώνες κερδίζονται με προσπάθεια όχι με διαπιστευτήρια.
Αυτό με τον 17 έδωσε ελπίδες σε μένα τον 95, με τους 100 πόντους πιο πίσω, αλλά και με γέμισε δέος στη σκέψη ότι κάτι παρόμοιο θα μπορούσε να μου συμβεί στην πορεία. Ήδη κάτι δεν πήγαινε καλά με τον 95, είχα ένα περίεργο σύμπτωμα εξάντλησης, που μου θύμιζε αυτό με την έλλειψη οξυγόνου σε μεγάλο υψόμετρο. Ήμασταν όμως μόλις στα 2500, τι στην ευχή… Κοβόταν η ανάσα μου ή κάτι σαν αυτό και έπρεπε να σταματήσω να πάρω ανάσες και να ξαναμαζέψω δυνάμεις. Περίπου κάθε 3-4 λεπτά. Μέχρι να νυχτώσει, ώρες πριν, δεν ένιωθα τέτοιο σύμπτωμα, ήταν λοιπόν το οξυγόνο ή η κόπωση? Αφού το έπαθα μερικές φορές, κατάλαβα ότι θα έπρεπε να αποδεσμεύσω τον Θωμά, τον καθυστερούσα, έπρεπε να κάνει την κούρσα του. Ιπποτικά όμως με περίμενε κάθε φορά να συνέλθω και να συνεχίσουμε παρέα, λέγοντας «μαζί θα το πάμε, μην το σκέφτεσαι».

Η ανάβαση στο στα τελευταία 1000 μέτρα ήταν επίπονη, με τα κοφτά καγκέλια του μονοπατιού να μην μπορούν να σπάσουν την κλίση, άτσαλα φτιαγμένα θύμιζαν πιο πολύ ένα χαντάκι που έφτιαξε το νερό που κυλά στις νεροποντές παρά μια ανθρώπινη κατασκευή. Κοιτώ πάνω μου, δέος! Τα 2-3 φωτάκια των συναθλητών ήταν τόσο ψηλωμένα που λες και σκαρφαλώνουμε, όχι να περπατάμε. Σε μια από τις τελευταίες στροφές, κάποιος στην άκρη έχει σκύψει και έχει σπασμούς, ο 17, θεέ μου! «Είσαι καλά?» ρωτώ. Έκανε ένα νεύμα που με καθησύχασε, έβγαζε το στομάχι του ο άνθρωπος. Συνεχίσαμε το γολγοθά μου και λίγο πιο πάνω επιτέλους, μετά από 2:30 ώρες ανάβασης καταφέραμε να φτάσουμε στο καταραμένο Εντρελόρ στα 3002 μέτρα. Μια λάμπα-φάρος πιασμένη στον κούκο σημάδευε το διάσελο. Μια σύντομη φωτογραφία επισφράγισε το γεγονός και κάτω από ένα κατασκότεινο πια στερέωμα, κρύφτηκε και το φεγγάρι, πήραμε τον κατήφορο προς τo «Κόκκινο Νερό» (Eaux Rousses) δέκα χιλιόμετρα μακρύτερα. Πίσω από το διάσελο κάποια φλας ακόμα αναβόσβηναν, δίπλα από μια μικρή ομάδα εθελοντών, που είχαν αναλάβει το έργο εκεί.

Μπροστά μας αχανείς αλπικές πλαγιές κατηφόριζαν στην επόμενη κοιλάδα και παρότι σκοτάδι πίσσα, μπορούσες να το δεις ξεκάθαρα από τη σιλουέτα. Μακριά πολύ, φώτα από την κοιλάδα της Αόστα, με μια αχλύ να θολώνει την εικόνα, ένα απόκοσμο σκηνικό. Στο ενδιάμεσο, 3-4 φωτάκια ξέμακρα από αθλητές, λειτουργούσαν τροχιοδεικτικά για την κατεύθυνσή μας. Λίγο παρακάτω μικρή στάση να βγάλουμε ρούχο. Η νύχτα κάτω από τα 2500 ήταν πιο μαλακή και χωρίς αέρα, ήμασταν τυχεροί. Αδιάφορη η διαδρομή όμως στο κατέβασμα, ευτυχώς που την περνούσαμε νύχτα. Ατέλειωτα αλπικά χιλιόμετρα, που το μόνο που είχαν να σου προσφέρουν ήταν η θέα στον ορίζοντα, αυτή ήταν όντως μοναδική, ακόμα και τη νύχτα. Προσπαθούσα να δω στην απέναντι πλευρά της βαθειάς κοιλάδας στην οποία κατηφορίζαμε, να διακρίνω πού ακριβώς θα έπρεπε να ανέβουμε αλλά δεν διέκρινα τίποτα από μικροσκοπικά φωτάκια, τους φακούς δηλαδή των συναθλητών, ούτε καν τον οικισμό που πηγαίναμε, τόσο χωμένος ήταν στον πάτο της κοιλάδας, μόνο ένα μικρό φως, σκαλωμένο στο κενό, καταφύγιο πρέπει να ήταν.
Με κάποιες σκέψεις απολογισμού ως εκεί, αλλά και πολλή προσοχή στα βήματά μας –κάπου στα ίσια σκόνταψε άσχημα ο Θωμάς- φτάσαμε και στο Eaux Rousses, στα 85 χιλιόμετρα, στις 18:30 ώρες, με το πλεονέκτημα χρόνου να μειώνεται από τη μιάμιση στη μία ώρα, σημάδι κάμψης, το έβλεπα, δεν έτρεφα αυταπάτες. Γρήγορη στάση στα 1800 υψόμετρο, εκεί στο πουθενά μιας ακόμα κοιλάδας και μια ακόμα επανεκκίνηση για το μεγαλύτερο ανέβασμα του αγώνα, το διαβόητο Col Losson!
Οι κοιλάδες στο TOR, είναι το πιο δημοφιλές σημείο για εγκατάλειψη ή μάλλον για απόσυρση όσων έχουν κατ’ ουσία ήδη εγκαταλείψει στα διάσελα, απλά ψάχνουν να φτάσουν κάπως σε σημείο με οδική πρόσβαση. Ξεπερνούν σε αριθμούς εγκαταλείψεων ακόμα και τους κεντρικούς σταθμούς, όπου υποτίθεται, κάποιος το σκέφτεται διπλά να συνεχίσει. Φαντάζομαι πως αν έλειπαν και τα ελικόπτερα που στις Άλπεις πετάνε για ψύλλου πήδημα, τα ποσοστά εγκαταλείψεων στις κοιλάδες θα ήταν πολύ μεγαλύτερα. Από τα τρία τέτοια χαρακτηριστικά σημεία στο TOR, το ένα ήταν αυτό που είχαμε μόλις φτάσει και ένα δεύτερο το αμέσως προηγούμενο και να σκεφτεί κανείς ότι σε αυτά τα δύο σημεία μετά βίας έχεις κάνει το πρώτο ένα τέταρτο του αγώνα! Μόνο σε αυτά τα δύο σημεία φέτος, είχαμε το 20% των συνολικών εγκαταλείψεων. Αυτοί οι δευτερεύοντες σταθμοί «καταπίνουν» εκείνους που δεν έχουν το φυσικό ή ψυχικό σθένος, εκείνους που δεν ήξεραν τι θα αντιμετώπιζαν σε αυτόν τον αγώνα! Βασικά, σε τέτοια μέρη τα μεγέθη τριγύρω σου είναι κολοσσιαία, σε καταβάλουν, σηκώνεις τη λευκή σημαία μπροστά στην υπεροχή του αντιπάλου.

Βλέπω και ξαναβλέπω το μουσαμαδένιο καρούλι-σκονάκι μας, μήπως και λάθεψε το βλέμμα στο σκοτάδι, δεν μπορώ να πιστέψω ότι η επόμενη ανηφόρα μας είναι 13 ολόκληρα χιλιόμετρα, για μόλις 1800 ανάβαση. Θυμήθηκα όμως πως ο καλός φίλος Πέτρος που είχε αγωνιστεί εδώ πέρυσι, μου ανέφερε ότι το μονοπάτι για το Λοσόν είναι βατό, κάτι σήμαινε αυτό και για τις κλίσεις που θα συναντούσαμε. Από τους υπολογισμούς, το Εντρελόρ έχει δείκτη ανάβασης 215 ενώ το Λοσόν μόλις 135, αυτό εξηγεί πολλά. Τώρα πια είμαστε μόνοι με τον Θωμά, πουθενά κάποιο φως, είμαστε όμως μέσα σε δάσος και η ορατότητα μειώνεται. Αφού ανεβήκαμε κανένα μισάωρο, ο Θωμάς μου λέει πως νύσταξε και αν δεν πείραζε να ξαπλώναμε στο μονοπάτι για 2-3 λεπτά, να συνέλθει. Δεν με χαλούσε καθόλου η ιδέα, ήταν πια 5 τα ξημερώματα και σίγουρα θα ήταν κέρδος, αρκεί να έκλειναν τα μάτια μας αυτό το τρίλεπτο. Βρήκαμε κάτι που να μοιάζει βολικό και ξαπλώσαμε, όμως τα 3 λεπτά κύλησαν γρήγορα, με δύο συναθλητές να μας προσπερνούν ξαπλωμένους. «Πάμε δεν έχει χαΐρι, τζάμπα χάνουμε χρόνο, δεν πρόκειται να κοιμηθούμε, κάθε φορά που πέφτω στο πουθενά να κοιμηθώ, δεν κλείνω μάτι ούτε δευτερόλεπτο».
Λίγο πιο πάνω, στα 5 χιλιόμετρα από το «Κόκκινο Νερό», προσπεράσαμε ένα πέτρινο καλύβι με μια βρύση απέξω, έμοιαζε με καταφύγιο αλλά ήταν πολύ μικρό ταυτόχρονα. Είχε πάρει πια να χαράζει, πρέπει να ήταν 6 το πρωί. Σκέφτηκα πως αυτό το φως μέσα στο καλύβι ήταν εκείνο το περίεργο στατικό φως που έβλεπα κάτι ώρες πριν από την απέναντι πλευρά της κοιλάδας και το είχα εκτιμήσει ως καταφύγιο. Κοίταξα στα κλεφτά μέσα και πήγα κατευθείαν στη βρύση, από συνήθεια πηγαίνω πάντα στις βρύσες, ακόμα κι όταν έχει παγωνιά και δεν διψάω. Κάτι σαν το φως από τις λάμπες που τραβά τα έντομα πάνω του. Μια ανανέωση νερού στα φλασκιά μου σίγουρα θα ήταν καλή κίνηση, το νερό όταν εφάπτεται με το σώμα έστω και με τη μεσολάβηση κάποιου στρώματος από ύφασμα, πάντα ανεβάζει θερμοκρασία και δεν ξεδιψά στο τέλος. Βασικό μέλημα λοιπόν σε έναν αγώνα με φυσιολογικές θερμοκρασίες ατμόσφαιρας, είναι να πίνουμε δροσερό νερό, αυτό είναι μια από τις δέκα εντολές μου.

Μπήκαμε σε μια αλπική, παγετωνική κοιλάδα με σχήμα U, απόδειξη της προέλευσής της, όπου ένα ορμητικό μικρό ποτάμι κατηφόριζε με βοή. Ήταν ο πρώτος φυσικός ήχος εδώ και πολλές ώρες για εμάς. Τριγύρω όλα φώτιζαν σταδιακά, το μονοπάτι άρχισε να φαίνεται κι ο φακός έμοιαζε περιττός πια. Περπατούσαμε σιωπηλοί εδώ και ώρες, κανένας από τους δυο μας δεν είχε όρεξη να μιλήσει, η κρίσιμη ώρα της μετάβασης από το σκοτάδι στο φως δεν είχε περάσει ακόμα, το βιολογικό ρολόι δεν έκανε τικ-τακ, ξεκουρδίστηκε. Μετά από μια μακριά τραβέρσα μπήκαμε σε κάποια ήπια καγκέλια του μονοπατιού και να, κάποιοι φάνηκαν πίσω μας! Μια κοπέλα κι ένα νεαρό παλικάρι πήγαιναν παρέα δυναμικά. Τους κοίταξα με προσοχή περίσσια –τι μ’ ένοιαζε τάχα- και σκέφτηκα πως ο νεαρός ήταν pacer και την πήγαινε σκόπιμα με γρήγορο ρυθμό. Ε και? Αμέσως μετά σκέφτηκα ότι όλα αυτά στο κεφάλι μου είναι ασύνδετες σκέψεις, πρέπει να με έπιασε ήδη η κούραση, η σκέψη μου άρχισε να θολώνει, το δίχως άλλο!
Περάσαμε τη ρεματιά απέναντι και γύρισα στη μεριά της δύσης. Η κορυφογραμμή στο βάθος φωτιζόταν από τις πρώτες ακτίνες του ήλιου, εμείς όμως ήμασταν στην ανήλια αγκαλιά του βουνού και όπως λογάριασα, ήλιο θα βλέπαμε μόνο στην κορυφή από το διάσελο, κουράγιο λοιπόν. Πολύς ο δρόμος ακόμα για το διάσελο του Λοσόν και τα φώτα από τους φακούς έσβησαν ήδη, δεν μπορώ να ξέρω πώς ακριβώς ανεβαίνουμε και πού, εικασίες μόνο, μια και τα ζιγκ-ζαγκ του μονοπατιού ταξίδευαν πολύ κάθε φορά, έμοιαζε εντελώς φλύαρο όλο αυτό, θα μπορούσε να είναι πιο κοφτές οι στροφές και πιο μεγάλη η κλίση. Βλέπω κάποιος κόβει μια στροφή έχοντας αντιληφθεί από εμάς πώς πάει το μονοπάτι. Μαζευτήκαμε ξαφνικά 7-8 αθλητές μέσα σε 200 μέτρα και κάθε τόσο κάποιος μας προσπερνούσε, για να τον περάσουμε λίγο πιο πάνω. Μια εμείς σταματούσαμε, ένα ρούχο να βγάλουμε, μια οι άλλοι. Όσοι δεν έκαναν παρόμοιες σκέψεις, απομακρύνονταν σταδιακά, κερδίζοντας έδαφος.

Ο Θωμάς είναι μπροστά τώρα και δίνει ρυθμό, βλέπω όμως ότι σαν να παραπατά κάθε τόσο, δεν λέω όμως τίποτα, μέχρι που μου εξομολογείται σπάζοντας τη σιωπή, ότι νυστάζει άσχημα, του έρχεται να πέσει κάτω από τη νύστα. «Αν δεις κάποιο καλό σημείο να ισιώνει, πες να ξαπλώσω λίγο, δεν αντέχω άλλο» μου λέει. Δυστυχώς όμως δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο ενώ ένας κρύος αέρας κατηφορίζει την πλαγιά και σε θερίζει, πού να τολμήσεις να σταθείς. «Πες κάτι μήπως και ξυπνήσω» μου ξαναλέει. «Κι εγώ ρε φίλε σουρωμένος είμαι, δεν μου βγαίνει να μιλήσω» απαντώ. «Πάμε τότε, κουράγιο, θα περάσει, πού θα πάει…». Άραγε πώς να έβγαλε τη νύχτα η Ασημίνα? Δεν έχω και σήμα εδώ, για να ανοίξω το τηλέφωνο να δω. Δεν έχει ανάγκη από τη νύχτα και τη νύστα η Ασημίνα, θηρίο αϋπνίας είναι. Μόνο το γόνατό της σκέφτομαι, που έχει εκείνο το πρόβλημα με το χιαστό. Κάπως θα τα κατάφερε, είμαι σίγουρος…
Ο ορίζοντας από πάνω μας όλο και πλησιάζει πιο κοντά, βλέπω περισσότερο ουρανό. Μια τραβέρσα με λίγα απότομα βήματα σε σπασμένη άσπρη και μαύρη πέτρα και να, εκεί μπροστά στα διακόσια μέτρα βλέπω έναν αθλητή που βγαίνει στο γαλάζιο. «Φτάσαμε Θωμά, ξύπνα!» Ευτυχώς εκείνο το κακό με τον αέρα που δεν μου έφτανε στο Εντρελόρ, σαν να συμμαζεύτηκε εδώ παρότι πιο μεγάλο το υψόμετρο, «η εξάντληση θα ήταν» σκέφτηκα και έσφιξα τα δόντια για τα τελευταία βήματα προς το καταραμένο διάσελο!

Ήλιος!!! Ναι, βγήκαμε επιτέλους. Ένα σημαιάκι TOR λιαζόταν αμέριμνο και σειότανε στην πρωινή ανάσα στον πλανήτη Γη, στην από ‘κει μεριά του κόσμου μας, σφηνωμένο πάνω στην ξερολιθιά του τύμβου. Ανοίξαμε την πόρτα της μέρας, μπήκαμε και πάλι στη ζωή. Το ρολόι σημάδευε τις 23 ώρες. Σφίξαμε τα γαντωμένα χέρια μας με το Θωμά, ήταν μια επιτυχία ότι ξυπνήσαμε επιτέλους, αφυπνιστήκαμε από το στόχο. Ο ήλιος μας τύφλωσε από απέναντι καλημερίζοντάς μας. Ώστε αυτό είναι το διαβόητο Λοσόν… Το έβλεπα σε φωτογραφίες και βίντεο τόσο καιρό, μελετώντας τη διαδρομή του αγώνα. Εδώ στέκονταν περιχαρείς ένα σωρό αθλητές και ρουφούσαν ανακούφιση στη θέα των κορυφογραμμών απέναντι. Έφτασες στο Λοσόν? Είσαι σε καλό δρόμο!
«Πάμε φίλε, μην αργούμε άλλο» φωνάζει ο Θωμάς από λίγο παρακάτω. Τώρα ναι, κατήφορος αλλά και ήλιος –ειδικά αυτός- είναι σοβαρά κίνητρα για να πας γρήγορα! Στο ξεκίνημα από το διάσελο, μας προλαβαίνει ένας ακόμα αθλητής, που μου έκανε εντύπωση το όνομά του, DUSKO έγραφε κάτω από τον αριθμό 108 και ναι ήταν Βαλκάνιος! Επιτέλους, ένας ακόμα αθλητής από τη γειτονιά μας, ο Σέρβος-αδερφός της ιστορίας. Ο Ντούσκο ήταν ιδιαίτερα ευγενικός, μας καλημέρισε και παραμέρισε να μπούμε πρώτοι στον κατήφορο. Μπήκαμε μαζί στο πρώτο απόκρημνο κομμάτι του μονοπατιού και προσπεράσαμε στα πρώτα μέτρα ένα «κουτί-καλύβα» κάτι σαν κοντέινερ έκτακτης ανάγκης, όπου δυο εθελοντές είχαν να μας προσφέρουν αναψυκτικό σε ποσότητες μεταλαβιάς! Ο ήλιος θαρρείς έψηνε ήδη τον τόπο τριγύρω κι ας ήταν ακόμα 9 το πρωί. Το θάμπος του θόλωνε την εικόνα μπροστά μου, όμως ήμουν σε θέση ισχύος, ελέγχοντας τα επόμενά μας χιλιόμετρα και μια πλαγιά που έσβηνε σε ένα υψίπεδο στα 2600 υψόμετρο.

Μόλις έστρωσε κάπως η κλίση, παραμέρισα για να ξεφορτωθώ τη μακρυμάνικη μπλούζα μου, είχα αρχίσει να φουντώνω από τη ζέστη. Ο Ντούσκο σταμάτησε κι αυτός βλέποντάς με, φορούσε μακρύ παντελόνι για το κρύο της νύχτας. Του συστήθηκα και ανταλλάξαμε μια σφιχτή χειραψία, κάτι με έκανε να νιώθω πιο κοντά σε αυτόν τον άνθρωπο. Η μέθη της αϋπνίας με ταξίδεψε αστραπιαία πίσω σε παλιότερες εποχές, όπου βρήκα ξανά τους αδερφικούς δεσμούς με τους Σέρβους και σε λίγο όλα είχαν γίνει ένα στο μίξερ του μυαλού μου, ορθοδοξία, μπάσκετ, βομβαρδισμοί, Σέρβοι τουρίστες αλλά κι εκείνο το μισοάδειο φλασκί που χοροπηδούσε στο τσεπάκι και μ ενοχλούσε, άραγε θα βρω από εδώ μεριά κανένα ρυάκι ή θα πιούμε το εμφιαλωμένο ξέπλυμα στον επόμενο σταθμό?
Ο Θωμάς έτρεχε μπροστά, ατμομηχανή και το πέτρινο χτίσμα ξεπρόβαλε εκεί στην ανατολή, ναι ήταν το καταφύγιο «Βιτόριο Σέλα». Αξιοθαύμαστη η αντοχή μας μετά από σχεδόν ένα 24ωρο, δεν το πίστευα ούτε εγώ ο ίδιος. Είχαμε ήδη συμπληρώσει 100 χιλιόμετρα απόστασης, 8300 μέτρα ανάβασης και τρέχαμε αβίαστα. Στην αυλή του καταφυγίου, ο ήλιος είχε λιώσει τον «πάγο» της νύχτας και οι εθελοντές ήταν ευδιάθετοι, τι τραβάνε κι αυτοί, σκέφτηκα. Κάτι στα γρήγορα και λίγη κουβέντα «Ισπανοί είστε», «όχι Έλληνες», «Α, Έλληνες, ωραία, μπράβο σας!» «Έχει σήμα για τηλέφωνο εδώ?» «Όχι αλλά λίγο πιο πέρα ναι». Φεύγουμε…

Σε μια μικρή στάση για να βγάλουμε κι άλλα ρούχα, ανοίγω το κινητό μήπως και έχω σήμα. Ναι, έχω! Καλώ την Ασημίνα, να δω πού βρίσκεται, πώς έβγαλε τη νύχτα. Τίποτα, εκτός δικτύου λέει. Στο Live του αγώνα, την βλέπω να έχει περάσει στις 21 ώρες το “Eaux Rousses” μόλις 2:30 ώρες πίσω μας, εξαιρετικά, φοβάμαι όμως για τις ανηφόρες του Λοσόν, θα την κουράσουν, πάει γρήγορα! Στο μεταξύ, ο Θωμάς μπροστά έχει πάρει φωτιά, κατεβαίνει σαν το κατσίκι, είναι ξεκάθαρο ότι είναι σε εξαιρετική φόρμα. Προσπαθώ να τον ακολουθήσω, οι κατήφοροι δεν είναι το καλύτερό μου αλλά μήπως και στους τελευταίους ανήφορους , δεν τα χρειάστηκα? Πεζοπόροι ανηφορίζουν προς το Sella και μας ενθαρρύνουν “bravi, bravi”, χειροκροτήματα, χαμόγελα, θαυμασμός. Οι κατήφοροι αποκτούν καγκέλια, σημάδι ότι χάνουμε ύψος με γοργούς ρυθμούς, μπαίνουμε στο δάσος από την αλπική ζώνη και κάποια στιγμή στο βάθος χαμηλά ξεπροβάλλει η εικόνα χωριού. «Άντε, φτάνουμε στο Κόνιε» σκέφτομαι, ο δεύτερος κεντρικός σταθμός μας. Κοιλάδα, ποτάμι, γέφυρα, χωριό απέναντι, συναθλητές που έρχονται λίγο παραπίσω. «Τι όμορφο χωριό το Κόνιε!» χαζεύω, σαν παραμύθι είναι!
Περνώντας τη γέφυρα, τα αχνά σημάδια στην άσφαλτο πλέον, μας στέλνουν να φύγουμε από το χωριό, όχι να μπούμε μέσα. «Ε, κάπου λίγο παραέξω θα είναι» σκέφτομαι και ο Θωμάς με κοιτά και προσπαθεί να διακρίνει κάτι στο βάθος του δρόμου. Μπερδεύομαι προς στιγμή, κάτι δεν μου αρέσει εδώ! «Κάτσε Θωμά, θα πάρω ένα τηλέφωνο τον Θανάση να μας πει». Ο Θανάσης, μετά το Βαλγκρισάνς στο 50 θα μας περίμενε εδώ, στον δεύτερο κεντρικό σταθμό. Απαντά στην άλλη άκρη της γραμμής, ενώ ο Θωμάς ακολουθεί κάποιους συναθλητές που δηλώνουν ότι ξέρουν. Εγώ περπατώ μια προς τη μία κατεύθυνση και μια προς την άλλη, κάνοντας μεταβολή, δυο και τρεις φορές. Είναι φανερό πως δεν μπορούμε να βγάλουμε άκρη με την περιγραφή του καλού μας φίλου από το τηλέφωνο. Σημαιάκια σχεδόν δεν υπάρχουν, ούτε και μπογιά στην άσφαλτο.
Σ αυτό το αναπάντεχο πήγαινε-έλα χάνω το Θωμά, που έχει φύγει μπροστά και βλέπω κάποιους συναθλητές ακόμα να καταφθάνουν πίσω μου και να στέκονται κι αυτοί προβληματισμένοι. Ένα ζευγάρι εθελοντών, ηλικιωμένοι, έχουν μόλις φτάσει και κρατάνε μια αρμαθιά σημαιάκια. «Μας τα κλέβουν» μου δηλώνουν απολογητικά και προσπαθούν να διορθώσουν την άβολη κατάσταση τους καρφώνοντας μερικά ενώ βλέπω πως ψεκάζουν με πράσινο σπρέι το TOR πάνω στην άσφαλτο, με κάτι βελάκια για κατεύθυνση. «Δίκιο είχα που μπερδεύτηκα» σκέφτομαι αλλά κι αυτοί μπράβο τους, ήρθαν έγκαιρα.

Τελικά, το χωριό που πίστευα πως ήταν το Κόνιε, δεν ήταν, δεν υπήρχε όμως και ταμπέλα να γράφει πώς λέγεται, ούτε και κάποια σημάδια στην έξοδο του μονοπατιού στο δημόσιο δρόμο σε κατεύθυναν προς το Κόνιε! Έπρεπε να τρέξουμε τρία χιλιόμετρα ακόμα πάνω στην άσφαλτο για να φτάσουμε εκεί. Και ναι, με τα πολλά βρέθηκα στο σωστό Κόνιε που ξεπρόβαλε στο βάθος μιας πεδιάδας που σχηματιζόταν στην ανοιχτή κοιλάδα. Μεγάλο φάνταζε σε έκταση και ήταν μεγάλο, μια κανονική κωμόπολη, με δρόμους, όμορφα μαγαζιά, καφέ και κρήνες (δημόσιες βρύσες) με παγωμένο, ολόφρεσκο νερό!
Ένιωσα οικεία και πάλι, κάπως με ξένιζε όμως όλο αυτό, το μυαλό δεν μπορούσε να αφομοιώσει καλά ότι βρίσκομαι ανάμεσα σε δρόμους και αυτοκίνητα, αυτά τα λίγα έστω που κυκλοφορούσαν μέσα στην πολίχνη. Παράξενη αίσθηση, απαρχές μιας πνευματικής νάρκωσης που προκάλεσε η αϋπνία και που τις επόμενες ώρες θα τη ζούσα πολύ πιο έντονα. Έστριψα δεξιά κι αριστερά, με τα σωτήρια κίτρινα σημαιάκια να μου κλείνουν το μάτι εκεί που έχανα την ελπίδα. Επιτέλους ο Σταθμός! Εκεί με περίμενε ο Θανάσης με μια αγκαλιά «Μπράβο ρε συ, το πήγες πολύ καλά», «πού είναι ο Θωμάς?» «Να εκεί στην τέντα, ήρθε πριν από ένα τέταρτο, πήγαινε να πάρεις το σάκο και να σε τσεκάρουν, θα σε περιμένω εδώ». Το ρολόι έγραφε 25:34 κι ήμουν καλά, παρότι εκνευρισμένος από το συμβάν με τη διαδρομή. Πήδηξα τα δυο-τρία σκαλιά που με χώριζαν και βρέθηκα μπροστά σε μια μεγάλη σκηνή εκστρατείας, παραμέρισα τον μουσαμά της εισόδου στην άκρη και μπήκα μέσα ευδιάθετος.
«Ciao ragazzi!» χαιρέτησα με αέρα αισιοδοξίας κι άπλωσα τον καρπό με το βραχιολάκι προς το μέρος τους!
Συνεχίζεται…
My TOR 2022, Ο κύκλος των ψευδαισθήσεων > 1/4
Το απομεσήμερο ήταν θεϊκό, με εκείνη τη θαλπωρή του ήλιου που λατρεύεται στον υπέρτατο βαθμό, ακόμα και από τον ίδιο τον ήλιο, ούτε κι εκείνος δεν θέλει να πάρει το δρόμο του για τον ορίζοντα. Το τοπίο τριγύρω μου μοιάζει πολύ οικείο, πρέπει να έχω ξαναπεράσει κάποτε από εδώ, πότε όμως? «Δε βαριέσαι, που να θυμάμαι τώρα», σκέφτηκα, «μάλλον χθες ήταν» (!) Προσπάθησα να εντοπίσω εκείνον τον συναθλητή μπροστά, που όλο και τον πλησίαζα καθώς όπως πρόσεξα, είδα σαν να κούτσαινε κάπως. Μια κλεφτή ματιά στο ρολόι, κάτι σαν 28 ώρες έγραφε… Ο Paolo λοιπόν, το νούμερο 73 που κούτσαινε, με έκανε να τον προσέξω γιατί ο Θωμάς είχε το αμέσως προηγούμενο νούμερο στην πλάτη του, το 72. Έμαθα γρήγορα μέσα στον αγώνα, να παίζω με τους αριθμούς, τα ονόματα και τις εθνικότητες των άλλων αθλητών, για να περνά η ώρα και να βάζω το μυαλό μου να σκέφτεται τις δύσκολες όλες που κατεβαίνει ο γενικός στον εγκέφαλο. Τον έφτασα, και τον προσπέρασα ευγενικά, ξεφυσώντας μια κουβέντα για κουράγιο.
Οι πρώτοι Έλληνες στο UTMB, το 2005
Η μεγάλη στιγμή είχε φτάσει. Ήταν η δικιά μου D-Day. Σαμονί, γαλλικές Άλπεις, 26 Αυγούστου 2005. Ένας από τους χιλιάδες στρατιώτες που θα εφορμούσαν προς το βουνό μόλις έπεφταν οι μπουκαπόρτες της εκκίνησης. Αρκετές εκατοντάδες χιλιόμετρα πιο νότια από το πραγματικό θέατρο των ηρώων του 1945 στη Νορμανδία, εμείς οι ανήσυχοι αλλά καλοζωισμένοι δραπέτες του πεπρωμένου μας, ψάχνουμε για νέες δοκιμασίες, κάτι καινούργιο να μας φτάσει στα όρια, κάτι να ζήσουμε τη χαμένη κόλαση, αυτή που δεν γνωρίσαμε. Σακίδιο στην πλάτη και μπατόν έτοιμα να καρφώσουν τον ανήφορο-θηρίο κατευθείαν στην καρδιά, ο ‘ευρωπαίος’ Αη-Γιώργης σε πεζοπόρα έκδοση με δύο ρομφαίες στα χέρια. Ψύχραιμος και αφελής χάζευα τα πλήθη των αθλητών τριγύρω μου, στο «μαντρί» της εκκίνησης. Τι νούμερο φοράει αυτός? Είναι μικρό? (οι καλοί είχαν μικρά νούμερα). Πώς σου φαίνεται εκείνος? Δες αυτόν τι φοράει… πω-πω, πόσο πίσω είμαστε στην Ελλάδα από εξοπλισμό ακόμα και σήμερα (κοινοτυπία). Και ξαφνικά η ‘βόμβα’ ρίχτηκε απ τα ηχεία: μουσική απ τα Ιμαλάια. Δεν ήμουν βέβαιος αν με εξιτάρισε ή μου έκοψε τα γόνατα, όμως κάτι έγινε μέσα μου. Ασυναίσθητα έστρεψα το βλέμμα μου πρώτα προς τον Δημήτρη –που με κοίταξε σαν το βλέμμα του να πέρασε απ’ την άλλη μεριά- και μετά προς τα βουνά, ψάχνοντας να βρω αυτό που μας έταζε (εμάς τους δύο τουλάχιστον) η μελωδία.
Ξαναγύρισα γρήγορα εκεί απ’ όπου απογειώθηκα καθώς δεν κατάφερα να ταξιδέψω μακριά και βρήκα τον κόσμο γύρω μου να «μπαίνει στην πρίζα» καθώς ο χρόνος λιγόστευε. Αρκετά κοντά μας αλλά έξω απ’ τα κάγκελα, οι φίλοι μας, κάπου-κάπου μας έκλειναν το μάτι χαμογελώντας για κουράγιο. Ένιωθα σαν να ξεκινούσα ταξίδι κι όχι αγώνα –παράξενο συναίσθημα. Ο Παναγιώτης είχε χαθεί λίγο νωρίτερα, όταν μας άφησε για να μπει στο «μαντρί» με τους αγωνιζόμενους. Κοίταξα γύρω αλλά μάταια. Ποιος ξέρει πότε θα τον ξαναβρίσκαμε… Σκαρφαλωμένοι στην εξέδρα της εκκίνησης οι συντελεστές του αγώνα ζέσταιναν τις μηχανές των αθλητών από κάτω, με τα ξεσηκωτικά συνθήματά τους: «ο πιο μεγάλος αγώνας trail στην Ευρώπη» κλπ. Το πάρτι είχε αρχίσει. Κάποιος να πατήσει το κουμπί. Ναι!!! Φύγαμε… Μετά από 5 λεπτά αναμονής πίσω απ’ την αψίδα καταφέραμε να περάσουμε τη γραμμή-χωνί της εκκίνησης και να ξεκινήσουμε κι εμείς, όταν οι πρώτοι είχαν ήδη συμπληρώσει ένα ολόκληρο χιλιόμετρο διαδρομής! Δεν πειράζει, ας είναι, πέντε λεπτά δεν είναι τίποτα, τόσες ώρες θα είμαστε στο βουνό. Δώσαμε τα χέρια με το Δημήτρη «άντε, καλό αγώνα». Είχαμε αποφασίσει να κάνουμε όλο τον αγώνα μαζί, βήμα-βήμα και αυτό ήταν η επόμενη μεγάλη δέσμευση μετά απ’ αυτήν του τερματισμού.
Οι χιλιάδες άνθρωποι που μας χειροκροτούσαν στα πρώτα χιλιόμετρα ήταν ότι καλύτερο για να τονώσουμε το μουδιασμένο αγωνιστικό ηθικό μας, ξένοι στην πόλη. Προσπερνούσαμε αθλητές συνεχώς, από την εκκίνηση και μέχρι το διάσελο Voza (KM-13) για περισσότερο από μιάμιση ώρα, μέχρι που σκοτείνιασε πια. Τότε ήταν που καταφέραμε να βρεθούμε από τη θέση 1500 (περίπου) τα εκκίνησης στη θέση 250! Περάσαμε από απίθανα σκηνικά, με μπάντες να παίζουν, με μασκαρεμένους αθλητές που έκαναν την υπέρβαση, τρέχοντας με περούκες, κελεμπίες και αξεσουάρ κλόουν. Συγχαρητήρια παιδιά μας φτιάξατε το κέφι! Μαμάδες με τα μωρά στην αγκαλιά είχαν σηκώσει κι ένα χαρτόνι που θα εμψύχωνε τον μπαμπά –αν κατάφερνε να το δει μέσα στο γενικό χαμό. Εντυπωσιάστηκα από το πόσοι άνθρωποι μπορούν τελικά να χωρέσουν σ ένα στενό δασόδρομο, τόσο κατά πλάτος όσο και κατά μήκος. Συζητάμε με το Δημήτρη φωναχτά ενώ δίπλα μας κυριαρχεί η σιωπή ανάμεσα στους συναθλητές. Χαιρετώ κάποιους Ισπανούς, μου ανταποδίδουν και προσπερνώντας τους ακούω να λένε μεταξύ τους για την εθνικότητά μας. Εκείνοι που κυριαρχούν πάντως είναι οι Γάλλοι, μέσα κι έξω απ τον αγώνα.
Ο κόσμος σχεδόν παραληρούσε στις άκρες του δρόμου. «Είμαστε σε αγώνα με ευρωπαίους θεατές, αυτό είναι, αξίζει τον κόπο» σκέφτηκα. Στο Les Houches (KM-8) μια μπάντα έπαιζε με κέφι ρυθμούς χαρούμενους –βραζιλιάνικους? Δεν κατάφερα να συγκρατήσω, αφού είχα αρχίσει να θολώνω λίγο, λίγο- και οι αθλητές ανταποκρίνονταν στον ενθουσιασμό του κόσμου. Τα μπατόν άρχισαν να βγαίνουν απ τα σακίδια, καθώς ξεκινούσε ο πρώτος ανήφορος στο δάσος έξω απ το χωριό. «Πέρνα Δημήτρη, πέρνα» του φώναζα μόλις διέκρινα μια ‘τρύπα’ στον όγκο των αθλητών που καταλάμβαναν το στενό χωματόδρομο απ τη μια άκρη στην άλλη. Βγήκαμε ανηφορίζοντας στο διάσελο Voza, στον πρώτο Σταθμό. «Είμαστε 1:40» λέω «πολύ καλύτερα απ τον προγραμματισμό μας». Ρουφάω λίγη Cola και νερό. Ο Δημήτρης μου πασάρει σοκολάτα, τρώω λίγη. «Φύγαμε» προστάζω τον εαυτό μου και κυλάμε στον κατήφορο. Το ελικόπτερο έκοβε τις τελευταίες βόλτες πάνω απ τα κεφάλια μας και τραβούσε πλάνα. Σούπερ! Και οι ορδές των αθλητών ανηφόριζαν πίσω μας απ την άλλη πλευρά του διάσελου, ίδιος ο στρατός του Αννίβα.
Πέφτει το σκοτάδι και οι φακοί ανάβουν ο ένας μετά τον άλλο. Στρίψε από εδώ, τώρα από εκεί, κυνήγα εκείνον εκεί μπροστά, κόλα πίσω απ αυτόν, πέρνα τους αυτούς αργούν και πάει λέγοντας. Μπαίνουμε ‘εφενός ζυγού’ στο πρώτο μονοπάτι στο δάσος. Τα μπατόν πηγαινοέρχονται μπρος-πίσω με κινήσεις ακριβείας. Οι 9 στους 10 τρέχουν με μπατόν.
Στις 3 ώρες μπαίνουμε στο χωριό Contamines. Ενθουσιασμός, τρέλα. Παραταγμένοι θεατές δεξιά κι αριστερά του δρόμου επευφημούν τους πάντες, καθώς περνούν από μπροστά τους. Χαρτόνια που γράφουν ‘προσωπικά μηνύματα’ για κάποιους, έχουν ονόματα πάνω και τους περιμένουν να περάσουν. «Γεια σου ρε Ευρώπη…» Μάνες με καροτσάκια και μωρά, στέκουν στην άκρη να χειροκροτήσουν κι εδώ τον μπαμπά (θα τους δει κι ας νύχτωσε). Γέροι, πιτσιρικάδες, έφηβοι, όλος ο κόσμος στο δρόμο. Στην έξοδο του χωριού ένας πιτσιρίκος με κάνει να δακρύσω (ακόμα και τώρα που το θυμάμαι). Κρατάει ένα χαρτόνι πιο μεγάλο απ τον ίδιο που πάνω του γράφει «Κουράγιο». Και φωνάζει κι ο ίδιος «κουράγιο, κουράγιο». «Θα τερματίσω τον αγώνα και για τον πιτσιρίκο» σκέφτομαι λίγο πιο πέρα «του το χρωστάω».
Μαύρα σκοτάδια. «Πώς πάμε?» ρωτάω τον Δημήτρη «Μια χαρά» μου απαντά. Άμα δε βλέπεις τι γίνεται γύρω σου μια χαρά πας. Ανηφορίζουμε στο δάσος και ένας παράξενος, απροσδιόριστος ήχος μας πλησιάζει. Φτάνουμε σ ένα ξέφωτο που μια μεγάλη ομάδα νέων ανθρώπων έχει στήσει ψησταριές και τα περνάει υπέροχα. Ακούνε μουσική, πίνουν μπύρες και φωνάζουν όσο πιο δυνατά μπορούν τη στιγμή που περνάμε από μπροστά τους, γονατισμένοι δίπλα από τα πόδια μας σε απόσταση αναπνοής. Σίγουρα βοηθάει! Στον ανήφορο για το διάσελο του Bonhomme γίνεται ένας χαμός. Προσπερνάμε ένα μικρό “forest-bar” (όπως θα λέγαμε beach-bar στη χώρα μας) κι ένας μου απλώνει ένα κύπελλο με ζεστό κόκκινο υγρό «Τσάι?» τον ρωτάω, «Όχι ζεστό κρασί, πιες το κάνει καλό». «Θα αστειεύεσαι» του χαμογελάω, μου χαμογελάει κι αυτός.
Ώρα μετά, μέσα στα σκοτάδια, στρέφω πίσω το βλέμμα μου για μια στιγμή πίσω σαν τη βιβλική κυρία Λωτ που έκανε το περίφημο ιστορικό λάθος. Μένω για δευτερόλεπτα σαν στήλη άλατος: εκατοντάδες μικρά φωτάκια κάτω χαμηλά κινούνται ανεπαίσθητα μέσα στο σκοτάδι και μας δείχνουν σε φωτεινό σχέδιο τη διαδρομή που ακολουθήσαμε τα τελευταία 3-4 χιλιόμετρα. Μου θύμισαν προσκυνητές που περπατάνε μέσα στη νύχτα πηγαίνοντας για το τάμα. «Όλοι αυτοί έρχονται κατά πάνω μας, μη σταματάς» λέω χαριτολογώντας στον Δημήτρη. Προσπεράσεις επί προσπεράσεων. Μοιάζουμε να είμαστε πολύ δυνατοί και είμαστε απ αυτούς που μόνο περνούν. Μένω εντυπωσιασμένος από την απόδοσή μας, μέχρι το τέλος της ανάβασης στα 2500+ (Col Bonhomme) προσπερνάμε πάνω από 50 αθλητές! Όμως μια υποψία διαπερνά στιγμιαία την ευφορία μου: μήπως είμαστε υπερβολικοί για το ξεκίνημα, είναι δυνατόν να συνεχίσουμε έτσι?
Κατηφορίζουμε για το Chapieux και αρχίζουν κάποιοι να μας προσπερνούν. Δεν είναι η κατηφόρα το καλύτερό μου. Κάθε τόσο κιόλας πρέπει να σταματώ να βγάζω μικρά πετραδάκια από τα παπούτσια μου, που τα ίδια ευθύνονται γι αυτό, εξαιτίας του grip της σόλας. Έπρεπε να είχα φορέσει γκέτες, όπως έκαναν αρκετοί άλλοι αθλητές που παρατήρησα νωρίτερα. Με μικρές απώλειες φτάσαμε στο σταθμό του χωριού στο ΚΜ-44 σε λιγότερο από 7 ώρες και κάτω από την 200η θέση. Έτσι είπαμε να το γιορτάσουμε, τρώγοντας βασιλικό γεύμα και παρατηρώντας ως θεατές δεκάδες άλλους να μας προσπερνούν ενώ εμείς απολαμβάναμε ζεστή σούπα, νερά και αναψυκτικά στα τραπέζια του σταθμού. «Δε βαριέσαι, ο αγώνας είναι πολύ μεγάλος, ας είμαστε επιφυλακτικοί κι ας τρώμε συχνά» προτείνω. Ο μπουφές εκπληκτικός, δε σ αφήνει να φύγεις. Πάμε κι ερχόμαστε απ τον πάγκο στο τραπέζι σαν να βρισκόμαστε σε φοιτητική εστία. Τα πόδια μου αρχίζουν να έχουν συμπτώματα κόπωσης, με πόνο στους τετρακέφαλους. Ο Δημήτρης αδειάζει ένα φακελάκι άσπρη σκόνη στο ποτήρι του και το πίνει. Είναι ώρα για τα μαγνήσια μας, για να γλυτώσουμε τις κράμπες στη συνέχεια. Βγάζω τα ‘μυστικά’ χαρτονάκια μου με τον προγραμματισμό: «Πάμε καλά σε γενικές γραμμές, είμαστε μέσα στα όρια για τις 30 ώρες». Τι άλλο θέλουμε!!
Μη γνωρίζοντας τι μας περιμένει πιο πέρα, επιταχύναμε ίσως πιο πολύ απ όσο θα έπρεπε κι αυτό το πλήρωσα –εγώ τουλάχιστον- στις κατηφόρες πριν το Courmayeur, όταν οι τετρακέφαλοι των ποδιών μου δεν μπορούσαν να με κρατήσουν απ τον πόνο. Η εμπειρία ενός νυχτερινού αγώνα ήταν σπουδαία. Μικρά φώτα στο σκοτάδι είχαν αντικαταστήσει τις πραγματικές οντότητες των αθλητών. Έβλεπα φώτα να με πλησιάζουν ή να τα πλησιάζω εγώ και να προσπερνάμε ο ένας τον άλλον, θυμίζοντας αυτοκινητόδρομους τη νύχτα. Θέμα ύπνου δεν μπορούσε να υπάρχει την πρώτη νύχτα για κανέναν από εμάς που αγωνιζόμασταν, αφού όλοι ήταν ξεκούραστοι ακόμα και ζούσαμε σε μια κατάσταση πνευματικής και σωματικής εγρήγορσης αλλά και πίεσης ανάμεσά μας, καθώς ο προηγούμενος από τον επόμενο απείχαν ελάχιστη απόσταση –πράγμα που κρατούσε τον καθένα μας αφυπνισμένο.
Ανεβαίνουμε στο φεγγαρόφωτο τη δεύτερη μεγάλη ανάβαση της νύχτας, προς τα Ιταλικά σύνορα: Col Seigne (2516). Αυτή η αγχωτική φωτεινή ουρά πίσω μας δε λέει να χαθεί. Εκεί που λες «τώρα έμεινα μόνος» κάποιος εμφανίζεται σε δευτερόλεπτα από πίσω και σε προσπερνά. Ευτυχώς τα φωτάκια που βρίσκονται μπροστά μας μας δείχνουν πού τελειώνει η ανάβαση. Bella Italia! Κατηφόρα για καταφύγιο Elisabetta. Επιτέλους, φτάνουμε στο σταθμό (ΚΜ-58), μια τέντα στο πουθενά φωτισμένη με προβολείς. Τσάι, αναψυκτικά κι όλα τα καλούδια, απλωμένα για χάρη μας. Με πλησιάζει ο αθλητής με τον αριθμό 1896. «Γεια, πώς πάτε?» Τον είχα συναντήσει στο 5ο χιλιόμετρο μόλις –προσπερνούσε κι αυτός σαν εμάς τότε- και είχαμε ανοίξει κουβέντα. Από τότε τον συναντήσαμε άλλες 4-5 φορές, φοβερό! Γάλλος που τρέχει βουνό και ήταν για πρώτη φορά στον αγώνα. Συμπτωματικά πήγαινε κι αυτός για 30 ώρες, όπως κι εμείς. «Καλά πάμε» σκέφτηκα «αφού κι ο 1896 έχει τα ίδια περάσματα με μας είμαστε εντάξει». Συνεχίζουμε τον κατήφορο στη φεγγαράδα. Τα φωτάκια που μας καταδιώκουν αρχίζουν να απλώνονται πια και κάποια ιταλικά τσοπανόσκυλα κάνουν υπερωρίες, γαυγίζοντας μάταια μέσα στο σκοτάδι όλους εμάς.
Κι εκεί που τρέχουμε όμορφα κι ωραία, μια διασταύρωση μας διώχνει σε ανήφορο ξανά. «Ωχ, πώς θυμάμαι ότι δεν έχει άλλον ανήφορο μέχρι το Courmayeur? Να πάρει…» Βλέπω με δέος μπροστά και πάνω μου κάποια φώτα να αιωρούνται στο κενό. Αθλητές!!! Καλύτερα να ήταν UFO, παρά αυτός ο ανήφορος. Μπαίνω επικεφαλής σε γκρουπάκι 6-7 αθλητών, με το Δημήτρη σκιά μου (πάντα ο ένας ήταν πίσω απ τον άλλο, σπάνια χαλάσαμε τη συνέχεια μέσα στον αγώνα).
«Κάπου χαράζει, μην κλαις δεν πειράζει, πες πως τελειώνει ο κόσμος εδώ…» λέει ο λαϊκός ποιητής. Όλα τέλειωναν και όλα άρχιζαν εδώ εκείνη τη μέρα για μας, όταν είδα λίγο πιο ύστερα κάπου στο βάθος το λυκόφως. «Δημήτρη χαράζει, δες!» Πλησιάζαμε τις 10:30 ώρες και άρχισα να βλέπω δεξιά-αριστερά μου, καθώς ο καταραμένος αυτός ανήφορος ίσιωνε στο Arete Mont-Favre. Ο γίγαντας Mont-Blanc ξεπρόβαλε αριστερά μου ίδιος μεσαιωνικός δράκος. Μεγέθη κολοσσιαία, ο πάγος ποτισμένος στα χρώματα της αυγής, με το βρώμικο γκρίζο του παγετώνα να δίνει αλλόκοσμη διάσταση στο τελικό αποτέλεσμα. «Ναι, αξίζει ένα ξενύχτι μόνο γι αυτή τη θέα», είπα μέσα μου.
Ζόρικος κατήφορος αρχίζει από εδώ και μέχρι το Courmayeur. Τα πόδια δεν πάνε καλά, πονάνε οι τετρακέφαλοι στους μηρούς. Ο Δημήτρης ξεκολλάει μπροστά, πιστεύοντας το αυτονόητο, ότι ακολουθώ στον κατήφορο δηλαδή. Έλα όμως που δεν μπορώ… Κατανόηση, τι να κάνουμε τώρα. Θα πάμε πιο σιγά. Ευτυχώς δεν μας περνούν πολλοί, μόνο 5-10. Ατέλειωτος ο κατήφορος. Πέφτουμε από τα 2400 στα 1200 σε 1:20. Χάνουμε και λίγο τη διαδρομή και τέλος βγαίνουμε στο Courmayeur. Λύτρωση!
Στο μεγάλο κλειστό γυμναστήριο έχει στηθεί ο Σταθμός του αγώνα. Μπαίνουμε μέσα. Ψηλά ταβάνια, χαοτικοί χώροι, τσουβάλια με εξοπλισμό αθλητών (drop bags) παραταγμένα σε ατέλειωτες σειρές. Δεκάδες κρεβάτια με «ασθενείς» αθλητές που ανακουφίζουν τα πόδια τους για να μπορέσουν να συνεχίσουν. Πάμε στο τραπέζι με τα φαγητά, ως συνήθως… «Παιδιά, πάτε να σας κάνουν μασάζ, μη βιάζεστε να φύγετε» επιμένουν οι φίλοι μας που μας περίμεναν απ τα χαράματα εκεί. «Άσε, δε χρειάζεται μασάζ, μάσα χρειάζεται και την κάνουμε στα γρήγορα» τους απαντώ. Ξανά τα γνωστά σνακ: σοκολάτες, μεταλλικό νερό, μπανάνες κλπ. Πιο δίπλα, στο εστιατόριο του σταδίου, αθλητές έτρωγαν κανονικό φαί σε κανονικά πιάτα. «Φάτε τουλάχιστον μακαρόνια» επιμένουν οι φίλοι. «Άσε, και πολύ καθίσαμε, παντού εξάλλου βρίσκεις τόσο φαί. Φέρε αντιηλιακό, γυαλιά, καπέλο και πάμε να φύγουμε…»
«Επ, ποιος είναι αυτός εδώ δίπλα μας τώρα, ο Dawa?» Δεν το πιστεύω, ένα από τα ινδάλματά μου είναι δίπλα μου, δεν χρειάζεται καν να τσιμπηθώ, είναι αλήθεια. Τον πλησιάζω και τον ρωτώ. Ναι αυτός είναι. Του συστηνόμαστε με τον Δημήτρη και του δίνω τα χαιρετίσματα από το φίλο μας τον Μιχάλη το Στύλλα (είχαν γνωριστεί το 2003 σε αγώνα στα Ιμαλάια και κράτησαν επαφή από τότε). «Είχα έναν έντονο πόνο στο πόδι εδώ πίσω» δείχνοντας τον δικέφαλο «και αναγκάστηκα να τα παρατήσω». «Δεν πειράζει Dawa είσαι σπουδαίος έτσι κι αλλιώς. Χαρήκαμε που σε γνωρίσαμε από κοντά. Με την ευκαιρία, κάνουμε κι εμείς έναν αγώνα στην Ελλάδα (Olympus Marathon). Θα σε καλέσουμε να έρθεις να τρέξεις εκεί, θα ήταν τιμή για μας» δεν χάνω την ευκαιρία να του πω. Ανταλλάσσουμε στα γρήγορα e-mail και φωτογραφιζόμαστε, ενώ οι υπόλοιποι γύρω μας συνεχίζουν να αναπαύονται και να απολαμβάνουν το γεύμα τους. Φύγαμε! Καλή αντάμωση με τα παιδιά της υποστήριξης στο Champex, οχτώ ώρες αργότερα, αν όλα πάνε καλά πάντα.
Είχαμε φτάσει στο Courmayeur σε 12:15, πολύ κοντά στο στόχο των 12:05. Ωραία, αν καταφέρουμε να κρατήσουμε. Αργότερα μάθαμε ότι προσπεράσαμε μέσα στο γυμναστήριο (εν στάσει δηλαδή, καθώς εκείνοι ξεκουράζονταν και γευμάτισαν) πάνω από 50 συναθλητές μας!!! Κατόρθωμα? Μάλλον μέγα το λάθος μας. Δεν ήξεραν αυτοί που ξόδεψαν μία ώρα για ξεκούραση και ξέραμε εμείς που καθίσαμε μισή κι αυτή με το ζόρι? Το πληρώσαμε πιο πάνω όμως.
Η μέρα ξεκινούσε και το χωριό ξυπνούσε και ξεμούδιαζε στον πρωινό ήλιο. Ο ανήφορος άρχισε με το καλημέρα. Ξανά στο δάσος κι ένιωθα αρκετά καλά. Κάποιους περάσαμε κι αυτό ήταν. Μετά άρχισαν να μας περνούν όλοι, αργά και σταθερά. Άρχισα να νιώθω ότι δεν με φτάνει ο αέρας και η καρδιά μου χτυπά δυνατά αν και χωρίς πολλούς σφυγμούς. Στο τέρμα του ανήφορου, το καταφύγιο Bertone. «Που είναι το φαί παιδιά?» Πουθενά. Μόνο κάτι λίγα ‘κεράσματα’ για το καλώς ορίσατε πάνω σ ένα μικρό πάγκο. «Δημήτρη την πατήσαμε τώρα». Φεύγουμε έχοντας πάρει ένα-δυο σοκολατάκια και λίγο νερό. Άντε να δούμε πώς θα βγει πιο πέρα.
Μετά το καταφύγιο Bertone άρχισαν οι ευθείες. Εκεί ήταν που δεν τραβούσε η μηχανή καθόλου. Δυστυχώς, τα ‘κεράσματα’ που μας προσφέρθηκαν στο Bertone δεν ήταν αρκετά για να γεμίσω τα ρεζερβουάρ και είχαμε χάσει και τα ζυμαρικά στο Courmayeur! Τουλάχιστον είχαμε να «φάμε» θέα από τις καταπληκτικές πλαγιές του βουνού στην απέναντι πλευρά της κοιλάδας Ferret. Είδα απίθανους τύπους να με προσπερνούν, τους υποτιμούσα βλέποντάς τους και την επόμενη στιγμή το μετάνιωνα. Τα έβαλα με τον εαυτό μου που ήταν σε άθλια κατάσταση. «Δεν πάω καλά» σκέφτηκα «πώς θα τα καταφέρω μέχρι το τέλος?». Θυμήθηκα τις κουβέντες του καλού μας φίλου του Γιώργου Ψάιλα: «Κάποιες στιγμές θα νιώθεις πολύ χάλια και θα θες να σταματήσεις. Μην το κάνεις όμως, συνέχισε. Πιο πέρα θα σου περάσει και το ηθικό σου θα ανέβει και πάλι. Έτσι είναι σ αυτούς τους αγώνες, υπάρχουν σοβαρές ψυχολογικές μεταπτώσεις». «Ναι Γιώργο, δεν θα σταματήσω» υποσχέθηκα μέσα μου. Εξάλλου, όλοι οι φίλοι πίσω στην Ελλάδα περίμεναν καλά νέα. Και για να μην πάμε και τόσο μακριά, 35 χιλιόμετρα πιο πέρα με περίμεναν αγαπημένα πρόσωπα, δεν θα τους πρόδιδα. Κι ο πιτσιρίκος με το «Κουράγιο»? Με τίποτα δεν θα σταματούσα.
Το δεύτερο μισό ενός αγώνα είναι πάντα πιο δύσκολο απ’ το πρώτο. Και στην περίπτωσή μας κάπως έτσι ήταν, με τη διαφορά ότι μπορούσαμε να παρηγορηθούμε ότι οι αναβάσεις που μας απέμεναν ήταν μικρότερες στο σύνολό τους από το πρώτο μισό. Αποδείχτηκε βέβαια ότι αυτό το πλεονέκτημα εξανεμίστηκε από την συσσωρευμένη κούραση και έπρεπε να αναζητήσω αλλού ψυχολογικά στηρίγματα. Για καλή μας τύχη τουλάχιστον, ο καιρός όταν ξημέρωσε άρχισε να αλλάζει και ο ουρανός γέμισε σιγά-σιγά με αχνά σύννεφα, κρατώντας μας δροσερούς και μειώνοντας σε ικανοποιητικό βαθμό την αφυδάτωση. Κάθε τόσο ρουφούσα λίγο ισοτονικό υγρό από το σωληνάκι του ασκού που κουβαλούσα. Ευτυχώς τουλάχιστον δεν ένιωθα βάρος σακιδίου στην πλάτη, παρά τα 4 κιλά που κουβαλούσα σταθερά, είχε κάτσει σαν γάντι και δεν καταλάβαινα τίποτα, ούτε καν στον κατήφορο. Λαχταρούσα να πιω νερό, τρεχούμενο. «Ολόκληρο βουνό, δεν κυλάει τίποτα? Που είναι επιτέλους, λίγο νερό θέλω…». Ο θεός με λυπήθηκε και λίγο πιο κει μια ‘κοπάνα’ για ζώα σήμανε τη λήξη μιας ακόμα μίνι κατάστασης έκτακτης ανάγκης.
Στο πέρασμα για την Ελβετία (Col Ferret) είδα τα δύσκολα ξανά, την ώρα (18:00 ώρες) που ο καιρός άρχισε να δείχνει τις πραγματικές του προθέσεις. Οι πρώτες σταγόνες βροχής μας απείλησαν και μας θύμισαν ότι τα πράγματα μπορεί να γίνουν πολύ χειρότερα για μας. Τα σύνορα της Ελβετίας είναι τα χορταράκια της αλπικής ζώνης πάνω στο Διάσελο Ferret. Ούτε ‘πυραμίδες’, ούτε χαντάκια, ούτε κουρεμένη βλάστηση, ούτε περίπολα. Τους μοναδικούς κρανοφόρους τους συναντήσαμε παρακάτω και ήταν downhillάδες που έσπρωχναν τα ποδήλατά τους στον ανήφορο. Αποφάσισα να τρέξω στον κατήφορο του Ferret γιατί οι αντίπαλοι μας προσπερνούσαν σε ανησυχητικό βαθμό. Πονούσα φρικτά στα πόδια στην αρχή αλλά το συνήθισα και πήγαινε καλά μετά.
Βγήκαμε στην βόρεια πλευρά της κοιλάδας Ferret και πιάσαμε τα πρώτα χωριά, που ομολογώ ήταν παραμυθένια. Αντιλήφθηκα γιατί τα παραμύθια αυτά σαγηνεύουν τόσο πολύ μικρούς και μεγάλους. Ανακουφίστηκαν τα πόδια μου καθώς τρέχαμε σε ευθείες μέσα στην κοιλάδα. Ξαναπιάσαμε κάποιους που μας είχαν προσπεράσει αλλά με το που βρίσκαμε την παραμικρή ανηφόρα περπατούσαμε όλοι -και οι συναθλητές μας το ίδιο.
Τα πρώτα σημάδια της έλλειψης ύπνου ήρθαν για μένα όταν ο αγώνας διάνυε την 22η περίπου ώρα, νωρίς το απόγευμα. Τότε ένιωσα κάπως παράξενα, σαν να μη μπορούσε η σκέψη μου να παραμείνει συγκροτημένη και να αρχίσει να «σκορπίζει» σε παράλογους συλλογισμούς. Εκεί εκτίμησα ότι είχα πάθει υπογλυκαιμία και προσπάθησα να επανέλθω τρώγοντας μια μπάρα ενέργειας από τα μικρά αποθέματα του σακιδίου μου. Άλλο πράγμα όμως μου συνέβαινε και θα το καταλάβαινα αργότερα.
Φτάνοντας στο Champex (KM-117), τον δεύτερο κομβικό σταθμό του αγώνα, ήμουν αποφασισμένος να κάνω ότι είναι απαραίτητο για να καταφέρω να συνεχίσω μέχρι το τέλος, εκτός από ένα: να κοιμηθώ. Έτσι κι έγινε. Κατάφερα να βρω δύο (!) μασέρ που ασχολήθηκαν με τους πονεμένους τετρακεφάλους μου για ένα δεκάλεπτο και κατάφερα να φάω περισσότερο από το ελάχιστο που συνήθιζα στους προηγούμενους σταθμούς. Βέβαια το στομάχι μου είχε πια γίνει ένας κόμπος που με έσφιγγε δυσάρεστα, αφού κάθε τόσο έριχνα μέσα του ετερόκλητες τροφές που μόνο κακό προξενούσαν και ελάχιστα μου παρείχαν την ενέργεια που χρειαζόμουν. Ωστόσο πήρα μια πολυβιταμίνη, μια C 1000άρα και μια αμπούλα μαγνήσιο. Στο τέλος, πίσω από Cola, τσάι, μεταλλικό νερό και καφέ, πίνω και τρεις γουλιές μπύρα! Ναι, προσφερόταν και μπύρα στους αθλητές.
Η δεύτερη νύχτα ήταν το μαρτύριο για όσους χρειάστηκε να την περάσουμε κι αυτήν μέσα στον αγώνα (δηλαδή σχεδόν όλοι που δεν εγκατέλειψαν στο πρώτο μισό ή αλλιώς πάνω από 1000 αθλητές). Φεύγοντας από το σταθμό του Champex περίπου στο σούρουπο, είχε ξεκινήσει να πέφτει βροχή. Εμείς φυσικά είχαμε αναλάβει δυνάμεις κάνοντας στάση μιας ώρας. Επιπλέον με βοήθησε προσωπικά η προοπτική ότι μου απομένουν μόνο 41 χιλιόμετρα μέχρι τον τερματισμό, δηλαδή ένας μαραθώνιος. Αυτό το τελευταίο όμως, μάλλον ήταν παραπλανητικό αφού στην καλύτερη περίπτωση θα χρειαζόμασταν τουλάχιστον 9-11 ώρες (στατιστικά αποδεδειγμένο για την προσδοκώμενη επίδοσή μας). Εδώ κάπου μου ‘χάιδεψε’ τα αυτιά η πληροφορία ότι μία ώρα πριν από εμάς έφτασε ο Dean Karnazes και δεν έδειχνε και τόσο καλά. Τέτοιες ειδήσεις σου ανεβάζουν το ηθικό έστω κι αν κρύβουν άλλη πραγματικότητα μέσα τους (ο Karnazes αποδείχτηκε ότι είχε κάποιο σοβαρό πρόβλημα –άγνωστο σε μας- που τελικά τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τον αγώνα του εκεί).
Το πιο σκληρό κομμάτι της διαδρομής για μένα ήταν η ανάβαση που ακολούθησε μετά, το Bovine (KM123-126). Σκοτάδι, δυνατή βροχή, λάσπη και κακό μονοπάτι που θύμιζε έντονα ελληνικά βουνά και κυρίως ελληνικά μονοπάτια. Εδώ το σκηνικό παρέπεμπε αμέσως σε κέλτικες μεσαιωνικές ιστορίες, όπου το απόλυτο μούσκεμα και η λάσπη κυριαρχούν, με τα σύννεφα να χαϊδεύουν τις κορυφές των δέντρων πάνω απ τα κεφάλια μας. Προσπερνάμε ένα ορμητικό ρυάκι με δυσκολία, τσαλαβουτώντας. Ο Δημήτρης είναι μπροστά. Ανάβουμε φακούς μέσα στη βροχή και στο σούρουπο. Πίσω μου ακολουθεί ένας αθλητής. Με ρωτάει αν πάμε καλά. «Ναι, μην ανησυχείς, ακολούθα με» του λέω. Ο ρυθμός μου του έρχεται γρήγορος. Σταματάει. «Είσαι καλά?» τον ρωτάω. «Όχι, με πονάει η καρδιά μου και ανησυχώ μην πάθω τίποτα. Συνέχισε εσύ θα μείνω λίγο πίσω». Τον αφήνω, ελπίζω να είναι καλά, εξάλλου κάποια φωτάκια έρχονται στο βάθος.
Πιάνω το Δημήτρη που είχε αποσπαστεί και στο τέλος της ανηφόρας τραβερσάραμε πλατσουρίζοντας στα νερά της βροχής που συγκρατούσε το μονοπάτι-χαντάκι στην αλπική ζώνη. Ξαφνικά μια φωταύγεια που χτυπούσε πίσω από την κορυφογραμμή άνοιξε μπροστά μας μια μαγική φωτεινή σκηνή: κάτω χαμηλά –αλλά όχι μακριά- χιλιάδες φώτα μέσα στη σιωπή παραταγμένα, σαν σκηνικό ταινίας επιστημονικής φαντασίας. Αποικία των Αρειανών, η χαμένη Ατλαντίδα, το Chamonix? Τι ήταν αυτό που σε τραβούσε να κάνεις μια σιωπηλή νυχτερινή πτήση από πάνω του? Ανοησίες, η νύστα μου μ έκανε να βλέπω μαγικές εικόνες… Κι όμως ήταν εκεί και φώτιζε. Προφτάσαμε δυο κοπέλες με σακίδια στην πλάτη –ήταν στον αγώνα? κανένας δεν ξέρει πια- τις ρωτήσαμε και μας είπαν ότι πρόκειται για το Martigny, τη μεγάλη πόλη της περιοχής. Άρα δεν ήταν το Chamonix –μα τι βλακεία, πώς θα είναι το Chamonix αφού μας μένουν ακόμα 30 χιλιόμετρα.
Η νύστα άρχισε να μας καταβάλει και ο σταθμός στο ψηλότερο σημείο ήταν μόνο ένα ξεγέλασμα γι αυτήν. Κατηφορίζοντας προς το χωριό Trient αρκετοί ήταν εκείνοι που μας προσπέρασαν (24 απ ότι είδα εκ των υστέρων στην αναλυτική εικόνα μας στο site της διοργάνωσης), όμως ο κύβος είχε ριχτεί: πάμε σαν να κάνουμε διάσχιση μόνοι μας, δεν είμαστε πια σε αγώνα! Η βροχή είχε κοπάσει και μόνο η γλίστρα στο λασπωμένο μονοπάτι μας κρατούσε (ευτυχώς) ξυπνητούς. Αυτοί που μας προσπερνούσαν έμοιαζαν να έχουν μπει μόλις στον αγώνα, με ζωηρά πηδηχτά βήματα απέφευγαν τις κακοτοπιές και είχαν ακμαίο ηθικό.
Αποφασίσαμε να κοιμηθούμε στον πρώτο σταθμό που θα βρίσκαμε. Το χωριό Trient (KM-132) θα μας έβγαζε από το αδιέξοδο. Στο σταθμό ζητήσαμε από τον γιατρό που πρόσφερε τις υπηρεσίες του στους αθλητές να μας αφήσει ξαπλωμένους για 20 λεπτά και μετά να μας ξυπνήσει… Ένα ελαφρό άγγιγμα στιγμές αργότερα στην κουβέρτα που με σκέπαζε σήμανε το ‘τέλος χρόνου’. «Διάβολε» σκέφτηκα, «πέρασε κιόλας?» Είδα το ρολόι μου, σκούντησα τον Δημήτρη και ανακαθίσαμε υπνωτισμένοι στα στρώματά μας. Ο γιατρός βεβαιώθηκε ότι δεν θα κοιμηθούμε καθιστοί και μας άφησε. Ξαναβάλαμε τα λασπωμένα παπούτσια μας και κατευθυνθήκαμε στην τέντα της τροφοδοσίας, εγώ άρχισα να τρέμω από υποθερμία. Μας θυμήθηκαν οι εθελοντές του ελέγχου αριθμών –είχαμε περάσει πριν κοιμηθούμε για το σχετικό τσεκάρισμα. Μία απ αυτούς είχε κάνει διακοπές Ελλάδα και μας έκανε μια σύντομη παρουσίαση γνώσεων της γλώσσας μας. Κρύωνα πολύ και κρύφτηκα στην τέντα για να μη βρέχομαι -είχε αρχίσει ξανά να βρέχει- και δεν μπόρεσα να συμμετάσχω στη μικρή γιορτή που είχε στηθεί πίσω απ την πλάτη μου προς τιμήν των δύο Ελλήνων αθλητών.
Ξύπνησα για τα καλά από τη ζεστασιά των κοριτσιών της πίσω πλευράς του πάγκου: «Τι θα πιείτε?» με ρώτησε «καφέ, τσάι?» Το καλοσκέφτηκα… «καφέ» (βέβαια) για να ξυπνήσουμε όσο γίνεται περισσότερο. Μπροστά μου σοκολάτες, μπανάνες, ψωμιά, τυριά και σαλάμια με περίμεναν. «Δεν θέλω τίποτα» είπα μέσα μου και γέμισα ένα κύπελλο με μεταλλικό νερό, το αγαπημένο μου ρόφημα στον αγώνα. Οι μικροφωνικές εγκαταστάσεις κάτω απ τη μεγάλη τέντα άρχισαν να παίζουν το all time classic “Careless whispers” με τον George Michael να τραγουδά μια γενιά τώρα τις ερωτικές τύψεις του για τα ένοχα πόδια του που δεν είχαν ρυθμό και τον πρόδωσαν την πιο κρίσιμη στιγμή, αυτή του χορού. Κι εγώ κάπως έτσι ένιωθα για τα δικά μου πόδια, την πιο κρίσιμη δική μου στιγμή… Στάθηκα μισοζαλισμένος και ανατρίχιασα –δεν ξέρω αν ήταν ακόμα απ’ το κρύο. Οι εθελοντές το διασκέδαζαν πάντως και 4-5 ζευγάρια λικνίζονταν στους ήχους εκείνου του ‘καταραμένου’ σαξόφωνου που στοίχειωσε τους έρωτες της γενιάς μου. Το μπατόν ενός αθλητή που κάθισε δίπλα μου, του γλίστρησε και σημάδεψε ένα κύπελο με καυτό τσάι που χύθηκε πάνω στο πόδι μου. Πήδηξα όρθιος και συνειδητοποίησα ότι ήταν ώρα «να την κάνουμε». Πάτησα το κουμπί του φακού στο κεφάλι μου και είδα το ρολόι, ήταν 29:10. Απομακρυνθήκαμε στο σκοτάδι κι εγώ έτρεμα ξανά σαν το ψάρι, από το κρύο και πάλι.
Πόσοι μας είχαν «πιάσει στον ύπνο» άραγε? Από ότι κατάλαβα μάλλον πολλοί, αφού στην ανάβαση δεν ‘τραβούσαν’ οι διώκτες μας, ήταν η πρώτη φορά από την προηγούμενη νύχτα που δεν μας προλάβαιναν οι πίσω. Εκ των υστέρων έμαθα (από το site) ότι όσο καθυστερήσαμε στο Trient μας προσπέρασαν 39 αθλητές! Κι άλλοι 24 όταν κατηφορίζαμε στην κοιλάδα του Trient, ίσον 63. Πανωλεθρία δηλαδή, μέσα σε λιγότερο από τρεις ώρες. Από τη θέση 200 βρεθήκαμε πέρα από το 260. Όμως τέτοιες στιγμές δε σε νοιάζει τίποτα πια, μόνο να τερματίσεις, μόνο να τελειώσει το μαρτύριο.
Καρφί ανήφορος για το καταφύγιο Les Tseppes (KM-135). Εξαιρετικό μονοπάτι και λίγη βροχή να μας θυμίζει ότι δεν πρέπει να ξεθαρρεύουμε. Πιο πάνω ομίχλη και στο σταθμό γελαστοί εθελοντές με μπύρες και φωτιές για ζεστασιά. Τριγύρω είχε καθίσει η ομίχλη. Εμείς φρέσκοι και ευδιάθετοι τραβήξαμε μπροστά με διάθεση. Ομίχλη και μόνο ομίχλη (μαζί με λίγη βροχή), ορατότητα μηδέν. Φακός κεφαλής, το πιο χρήσιμο εργαλείο στον αγώνα. Χωρίς φακό είσαι τελειωμένος, δεν πας πουθενά. Δυο μεγάλες φωτιές καίνε κοντά στο σταθμό και μας προσφέρουν τη ζέστη τους, είναι καλοδεχούμενη. Στη συνέχεια μπαίνουμε σε μια ατέλειωτη ευθεία σε γυμνό τεραίν με την ομίχλη να με κάνει να μπερδεύομαι κάθε τόσο. Ευτυχώς εκείνα τα φωσφορούχα σήματα της διοργάνωσης (τα balisages) μας σώζουν κάθε τόσο που τα βρίσκουμε μπροστά μας.
Η κατηφόρα για το Vallorcine είναι η τελευταία μεγάλη κατηφόρα του αγώνα. Είναι όμως φαρμακερή. Λάσπη κυριαρχεί παντού για 2 χιλιόμετρα κατήφορου. Αδύνατο να πατήσεις κάπου χωρίς λάσπη. Δίνω το ένα μου μπατόν στο Δημήτρη για να μπορεί να σταθεί όρθιος. Δεν γίνεται τίποτα, γλιστράμε κάθε στιγμή. Τα παπούτσια μου βουλιάζουν στη λάσπη, νερά κυλούν από παντού και κάποια φαντάσματα με φακούς ξεπροβάλουν πίσω μας στην ομίχλη. Δεν ψάχνουν για μας, γυρεύουν να ξεφύγουν απ το καταραμένο μέρος, ψάχνουν τη λύτρωση όπως κι εμείς. Κάποια στιγμή απογειώνομαι, πέφτω όμως στα μαλακά και σβήνω την πτώση με ένα απαλό γλίστρημα στη λάσπη. ΟΚ, δεν τρέχει τίποτα, είμαστε καλά, συνεχίζουμε. Μπαίνουμε σε χωματόδρομο και συνεχίζεται ο κατήφορος, ευτυχώς χωρίς λάσπη. Το τοπίο γύρω μου οικείο, θα μπορούσε να είναι μια από τις πολλές φορές που νύχτωσα στο βουνό και πήρα έναν άχαρο δασικό δρόμο για να βγω στον πολιτισμό. Νυστάζουμε και πάλι, δεν μας έκανε πολλά το 20λεπτο στο Trient, τώρα όμως δεν προβλέπεται άλλος ύπνος. Κουράγιο μέχρι το Chamonix.
Στις 33 ώρες φτάνουμε στο χωριό Vallorcine. Σταθμός-ανάσα. Στέγη και πάγκος να καθίσω. Ο Δημήτρης παραπονιέται για το πόδι του. Στο 118 (Champex) άλλαξε παπούτσια κι έσφιξε τα κορδόνια του ενός από τα δύο υπερβολικά. Ξανά μπροστά μου το τραπέζι των 7 νάνων στο μαγεμένο δάσος: Σαλάμια, τυριά, σοκολάτες, τσάγια, καφέδες και βέβαια μεταλλικό νερό. Βάλε λοιπόν. Κοιτάω τα (πλαστικοποιημένα) χαρτιά μου. Είμαστε στο 142 και πρέπει να φτάσουμε στο 158, άρα μας μένουν 16 χιλιόμετρα. Επί 8 την ώρα ίσον δύο ώρες, άρα 35 θα κάνουμε τελικά. «Εντάξει, δεν είναι κι άσχημα» σκέφτομαι, μπουκώνοντας σαλάμια και σοκολάτες το στόμα μου. «Βάλε ξανά λίγο τσάι», κρυώνω. Βγαίνει ο Δημήτρης από ένα δωμάτιο και μου επιδεικνύει με υπερηφάνεια το μπανταρισμένο πόδι του. Ο φυσιοθεραπευτής του το τύλιξε, πρήστηκε! «Δεν μπορώ να τρέξω τώρα πια, μόνο να περπατήσω μπορώ» μου λέει. «Ωχ!». Τα ξαναβάζω κάτω: βαδίζουμε με 4χλμ την ώρα, άρα θέλουμε 4 ώρες ακόμα και όχι 2. Δε βαριέσαι, ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται. Ας πάμε και σε 37 ώρες, απ’ το τίποτα καλό είναι και το 37, όλα μια ιδέα είναι.
Ξεκινάμε, τρέμω και πάλι. «Άντε να περπατήσουμε να ζεσταθώ» μασουλάω απ’ το τρέμουλο τις λέξεις μου. «Πού πάμε?» Άστα να πάνε. «Ας ακολουθήσουμε αυτούς εδώ, είναι Γάλλοι και θα ξέρουν» λέει ο Δημήτρης. Σωστά. Αρχίζουν οι παραισθήσεις τώρα πια. Η νύστα δεν παλεύεται, καθόλου μα καθόλου. Κοιμάμαι όρθιος. Κοιμάμαι και ξυπνάω, ξυπνάω και κοιμάμαι, δεν καταλαβαίνω καν τι μου συμβαίνει. Βαδίζω σαν αυτόματο, κάτι σαν ρομπότ. Προσπαθώ να αρθρώσω μια κουβέντα για να ξυπνήσω ο ίδιος και να κρατήσω ξυπνητό και το Δημήτρη, δεν τα καταφέρνω όμως. Ούτε κι εκείνος, όπως καταφέρνει κάποια στιγμή να μου πει και να με ξυπνήσει για δευτερόλεπτα. Μετά βίας αναγνωρίζω με το φως του φακού μου τα φωσφορίζοντα σημάδια εδώ κι εκεί. Δεν μπορώ καν να συγκρατήσω την κατεύθυνση που ακολουθούμε. Έχω παραισθήσεις: νομίζω ότι με έβαλαν να οδηγήσω ένα γκρουπ με τουρίστες κι ότι πίσω μου ακολουθούν διάφοροι. Μετά βλέπω κάτι και νομίζω ότι είχα περάσει κι άλλη φορά από εκεί: Déjà vu, αυτό δεν το περίμενα. Νομίζω ότι πιο κάτω με περιμένει η αδερφή μου να μου δώσει άλλα ρούχα -ποια αδερφή μου, τι γυρεύει εδώ; Βρέχει ξανά, αλλά δεν είναι αρκετό για να με κρατήσει ξυπνητό. Τίποτα δεν μπορεί να με κρατήσει ξυπνητό. Ο Δημήτρης είναι καλύτερα από μένα και τον αφήνω να μπει μπροστά. Αραιά και που κάποιοι εμφανίζονται απ’ το πουθενά –κι άλλα φαντάσματα- και εξαφανίζονται μπροστά στο θολό οπτικό μου πεδίο. Ξαφνικά βγαίνουμε σε άσφαλτο για λίγες εκατοντάδες μέτρα κι ένα-δυο αυτοκίνητα περνούν μέσα στο σκοτάδι και μας χτυπάνε τα φώτα τους μέσα στην ομίχλη. Που βρισκόμαστε? Ποιοι είναι αυτοί? Γιατί μας φωτίζουν? Είναι γνωστοί μας? Χανόμαστε ξανά στο δάσος, τα φωσφορούχα balissages μας δείχνουν το δρόμο. Κρατιέμαι ακόμα όρθιος…
Χαράζει, είναι 35 ώρες και φτάνουμε στον τελευταίο σταθμό, στο Argentiere (KM-149). Ξυπνάω ξαφνικά, βλέπω τις φιγούρες των φίλων μας που μας περιμένουν στο μισοσκόταδο. Εκεί βρίσκονται αυτοί, ο άνθρωπος του Σταθμού κι ένας ενθουσιώδης αθλητής που αν και εγκατέλειψε στέκεται και μας χειροκροτεί αδιάκοπα. Υποκλίνομαι στον ενθουσιασμό του κι αυτός ανταπαντά «bravo, bravo». «Αυτό ήταν, σώθηκα» σκέφτομαι. Τώρα ξύπνησα, δεν έχω ανάγκη τίποτα πια. «Άντε παιδιά, λίγο πιο κάτω τελειώνετε» λέει ο ένας φίλος. «Ωραία» σκέφτομαι με την μουδιασμένη σκέψη μου βλακωδώς «δηλαδή άλλα 5-10 λεπτά». Που να φανταστώ ότι τα 9 χιλιόμετρα που μας έμεναν δεν βγαίνουν σε 5-10 λεπτά. Οι εγκεφαλικές λειτουργίες ατόνησαν σε επικίνδυνο βαθμό αλλά δεν είχα ιδέα, όλα είχαν γίνει αχταρμάς στο μυαλό μου.

Αργά, χωρίς να βιαζόμαστε πήραμε το δρόμο για το Chamonix αλλά τα λεπτά περνούσαν, το ίδιο και κάποιοι αθλητές που έδιναν την τελευταία μάχη με τους εαυτούς τους. Τελικά χρειαστήκαμε δύο ολόκληρες ώρες για να μπούμε στην πόλη του Chamonix. Φώτισε η μέρα κι ο ουρανός κρεμόταν μολυβένιος και απειλητικός από πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Οι πρώτοι περαστικοί στους άδειους δρόμους της πόλης σταματούσαν και χειροκροτούσαν. Συγκινήθηκα και πάλι με την συμμετοχή του κόσμου. Συνεχίσαμε να βαδίζουμε προς τον τερματισμό, χαρίζοντας μερικές ακόμα θέσεις τερματισμού σε κάποιους συμπάσχοντες που μας προσπερνούσαν τσακισμένοι κι αυτοί τρέχοντας με στυλ ‘πρόσφυγα’. Τους δικαιολογήσαμε αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε το ίδιο.
Ο κόσμος πύκνωνε κοντά στον τερματισμό και παρότι δεν περάσαμε την αψίδα τρέχοντας, οι λίγοι άνθρωποι που ήταν στημένοι τριγύρω χειροκροτούσαν παρατεταμένα γιατί γνώριζαν ότι οι δεν είναι εύκολο πράγμα να φέρεις βόλτα το Mont-Blanc non-stop, έστω και σε 37 ώρες. Το ξέραμε κι εμείς καλά και τους το ανταποδώσαμε μ ένα ζεστό χαμόγελο, βγαλμένο βαθιά απ’ την καρδιά μας. Everyone’s a winner. «Πιτσιρίκο από το Contamines, τα κατάφερα, στο είχα υποσχεθεί». Τέλος! Αγκαλιαστήκαμε με το Δημήτρη, μια κίνηση συμπόνιας και αμοιβαιότητας που χτίστηκε τις προηγούμενες 37 ώρες στα μονοπάτια του Mont-Blanc. «Θα τα ξαναπούμε του χρόνου υπέροχοι θεατές μας, σας ευχαριστούμε». Το UTMB ξεκινούσε για μας μόλις στον τερματισμό…
Το Εισιτήριο στον Όλυμπο και η Αμερικανική πραγματικότητα
Μετά την αναστάτωση και το θόρυβο που προκάλεσε η διαρροή εγγράφου-σχεδίου Υπουργικής Απόφασης για εισιτήριο στον Όλυμπο, το θέμα ατόνησε και προφανώς παραπέμφθηκε στις καλένδες, όπως γίνεται συνήθως σε παρόμοιες υποθέσεις. Ξεκάθαρα αστήρικτο και διάτρητο το σχέδιο, με εισπρακτικό και μόνο χαρακτήρα, προκειμένου να καλυφθεί το κόστος λειτουργίας –βλέπε μισθοδοσία του λιμνάζοντος προσωπικού- του «κλινικά νεκρού» Φορέα Διαχείρισης Εθνικού Δρυμού Ολύμπου.
Αναστέλλονται οι αγώνες βουνού στην Κίνα μετά τους 21 νεκρούς
Με ανακοίνωσή της η Κινεζική «Γενική Γραμματεία Αθλητισμού» (General Administration of Sport ή GAS συντομογραφικά) ανήγγειλε στις 2 Ιουνίου την αναστολή όλων των αγώνων ορεινού τρεξίματος, προκειμένου να βελτιωθούν οι όροι και οι προϋποθέσεις κάτω από τους οποίους διεξάγονται!
Γιάννης Κούρος, μια συνέντευξη από το 2005
Οι υπερμαραθώνιοι αγώνες δρόμου δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στη χώρα μας, σε αντίθεση με άλλες χώρες όπου εκτός από το ότι είναι δημοφιλείς, χαίρουν της αναγνώρισης και του σεβασμού του κοινού. Ωστόσο, χάρη στις απίστευτες επιδόσεις ενός Έλληνα τα προηγούμενα χρόνια ήταν φυσικό να ακουστεί και στην Ελλάδα ο όρος «υπερμαραθώνιος», όπως επίσης και ο ίδιος ο αθλητής του οποίου το όνομα έγινε στο τέλος συνώνυμο με το άθλημα, σε τέτοιο βαθμό που ταυτίστηκε σχεδόν με οτιδήποτε χαρακτηρίζεται προσπάθεια υπεραντοχής. Ο Γιάννης Κούρος έχει καταχωρηθεί ακόμα και στο βιβλίο Γκίνες, χάρη στις κυριολεκτικά απίστευτες επιδόσεις του.
Η συνέντευξη πάρθηκε τον Οκτώβριο του 2005 από τον Λάζαρο Ρήγο και δημοσιεύτηκε αρχικά στην ιστοσελίδα Adventure Zone
Ο Νίκος Καλοφύρης στο Solu Khumbu Trail
Στις 7 Νοεμβρίου του 2010, ο Νίκος Καλοφύρης και ο φωτογράφος Μπάμπης Γκιριτζιώτης, ξεκίνησαν μια συναρπαστική αποστολή στα Ιμαλάια. Ο πρώτος για να αγωνιστεί στο Solu-Khumbu Trail και ο δεύτερος για να απαθανατίσει την προσπάθεια του πρώτου αλλά και για να καταγράψει το γεγονός γενικότερα. Η ελληνική κοινότητα του ορεινού τρεξίματος παρακολουθεί με ενδιαφέρον αυτή την προσπάθεια, που αναμένεται να δημιουργήσει κίνητρα για τον συγκεκριμένο αγώνα, που δημιούργησε ο Dawa Sherpa αλλά και γι αυτή την σχετικά άγνωστη και συναρπαστική γωνιά του πλανήτη. Από εδώ θα παρουσιάζονται* σε καθημερινή βάση –ελπίζουμε οι τεχνικές δυσκολίες να μην αποτελέσουν εμπόδιο- οι ανταποκρίσεις της ελληνικής αποστολής και κάποια σχόλια και πληροφορίες για τον αγώνα και την περιοχή.
(*) το άρθρο γράφτηκε τις μέρες που η αποστολή και ο αγώνας ήταν σε εξέλιξη, τον Νοέμβριο του 2010 και στην ανανεωμένη δημοσίευσή του σήμερα, 10 χρόνια μετά, περιλαμβάνει και το ημερολόγιο του Νίκου, που μέχρι τώρα δεν είχε δημοσιευτεί συνολικά εκτός από το προσωπικό του ιστολόγιο.
Το καινοτόμο σύστημα βαθμολογίας της ITRA στο ορεινό τρέξιμο
ΕΙΣΑΓΩΓΗ : Είναι κοινά αποδεκτό πλέον από την παγκόσμια trail κοινότητα, το σύστημα βαθμολογίας επιδόσεων (PI Scoring) της ITRA. Πρόκειται για μια καινοτόμα ιδέα ενός ανθρώπου, του Didier Curdy, που εφαρμόστηκε από το ξεκίνημα της ITRA το 2013 και βασίζεται στην προσομοίωση ή εξομάλυνση της ανάβασης μιας διαδρομής αγώνα (elevation gain) σε απόσταση, σε μήκος δηλαδή. Αυτό ήταν μια καινοτομία που αρχικά χρησιμοποίησε η διοργάνωση του UTMB, στελέχη του οποίου αποτέλεσαν και ιδρυτικά μέλη της ITRA. Εννοείται πως το απλοϊκό -έως και αφελές- σύστημα της στάνταρ βαθμολογίας με βάση την κατάταξη (100-90-85-80,…), που χρησιμοποιείται συνήθως σε κάποια πρωταθλήματα, θα πρέπει να θεωρείται ξεπερασμένο καθώς βασίζεται αποκλειστικά στη σειρά κατάταξης και δεν μπορεί να απασχολήσει τον γενικότερο προβληματισμό για την αξιολόγηση των επιδόσεων στο trail running.


3/4" title="My TOR 2022, Ο κύκλος των ψευδαισθήσεων > 3/4" />
2/4" title="My TOR 2022, Ο κύκλος των ψευδαισθήσεων > 2/4" />
1/4" title="My TOR 2022, Ο κύκλος των ψευδαισθήσεων > 1/4" />